ΤΟ BLOG
25/09/2015 12:52 EEST | Updated 25/09/2016 08:12 EEST

Για την Καταλονία και την ψευδαίσθηση της Ανεξαρτησίας

Η Καταλονία, τόσο πολιτισμικά όσο και κοινωνικά, είναι μία από τις κινητήριες δυνάμεις της Ισπανίας. Και οικονομικά επίσης: με 7,5 εκατομμύρια ανθρώπους, αντιστοιχεί στο 18% του ΑΕΠ. Συνεπώς, όπως και άλλες «πλούσιες» περιοχές σαν τη Μαδρίτη και τις Βαλεαρίδες Νήσους, συνεισφέρει μέσω της φορολογίας που αποδίδει στη βελτίωση του επιπέδου ζωής των λιγότερο αναπτυγμένων περιοχών. Και αυτό είναι ένα από τα βασικά σημεία τριβής: η Καταλονία απαιτεί καλύτερη φορολογική μεταχείριση.

Alfonso Blanco

Ας είμαστε ξεκάθαροι: οι εκλογές στην Καταλονία στις 27 Σεπτεμβρίου είναι ξεχωριστές εξαιτίας του εκρηκτικού μείγματος συναισθημάτων, πολιτικών συζητήσεων και έντασης που έχει «ποτίσει» την ισπανική πολιτική σκηνή. Παρά τα παραπάνω όμως, θα αποτελέσουν άραγε το πρώτο βήμα για μια ανεξάρτητη Καταλονία; Δύσκολο.

Αυτό που δε μπορεί να αμφισβητήσει κανένας είναι η επιτυχία του κινήματος που προωθεί την ανεξαρτησία, που κατάφερε να επιβάλει την ατζέντα της διάσπασης, όταν, παραδοσιακά μόνο το 1/3 των Καταλανών το υποστήριζαν. Όπως ο «Ελέφαντας» του George Lakoff, έτσι και η ανεξαρτησία θόλωσε τις συνήθεις εντάσεις ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά, προκαλώντας σύγχυση στην πολιτική σκηνή. Ακόμα και ο Πρόεδρος Μαριάνο Ραχόι, που αρνείται πολύ έντονα τη διάσπαση, κατέληξε να συζητά, σε μία απίστευτα σουρεαλιστική στιγμή της προεκλογικής του εκστρατείας, τι είδους διαβατήριο θα είχαν οι Καταλανοί σε μια ανεξάρτητη Καταλονία.

Αυτή την Κυριακή μισό εκατομμύριο Καταλανοί πρόκειται να ψηφίσουν στις ενδέκατες εκλογές από την αποκατάσταση της δημοκρατίας (είναι οι τρίτες εκλογές σε πέντε χρόνια) στην Ισπανία για την Καταλανική Βουλή. Η διαφορά με τις προηγούμενες είναι μια στροφή στην τάση της διάσπασης, της οποίας ηγείται η Δημοκρατική Σύγκλιση Καταλονίας (CDC), η κυρίαρχη παράταξη, και το γεγονός ότι αυτή τη φορά οι εκλογές θεωρούνται σαν δημοψήφισμα (η ισπανική Magna Carta, όπως η πλειονότητα των Ευρωπαϊκών συνταγμάτων, δεν προβλέπει δημοψήφισμα για την αυτοδιάθεση ενός λαού).

Κι εδώ έχει παίξει σημαντικό ρόλο το παράδειγμα της Σκωτίας: «Αν ένα χρόνο πριν, το Λονδίνο συμφωνούσε ότι οι Σκωτσέζοι θα είχαν την επιλογή να μείνουν ή να φύγουν από το Ηνωμένο Βασίλειο, γιατί να μην κάνουμε κι εμείς το ίδιο;», αναρωτιούνται οι Καταλανοί. Αφού λοιπόν μετέτρεψαν αυτές τις (τοπικές) εκλογές σε δημοψήφισμα, τώρα ψάχνουν για «παραθυράκια» του αυστηρού ισπανικού νομικού συστήματος.

Οι υποστηρικτές της ανεξαρτησίας λένε πως αν επιτύχουν μια μεγάλη πλειοψηφία εδρών στη Βουλή, θα μπορούν να ξεκινήσουν μια διαδικασία που μπορεί να καταλήξει στη διαμόρφωση ενός Καταλανικού έθνους το πολύ σε ενάμιση χρόνο από τώρα. Όμως αν η λαϊκή ψήφος δεν καταφέρει να φτάσει το 50%, θα είναι δημοκρατικά ορθό να ακολουθήσουμε αυτό το δρόμο; Δε θα ήταν για τη Σκωτία ή το Κεμπέκ, τα δύο προηγούμενα παραδείγματα. Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δείχνουν μια απόλυτη πλειοψηφία εδρών για αυτούς που στηρίζουν την ανεξαρτησία, αλλά όχι από τη λαϊκή ψήφο.

Είναι αλήθεια πως οι δημοσκόποι δείχνουν να μην έχουν ιδέα τι θα συμβεί σε αυτές τις εκλογές. Παραδοσιακά, τοπικές εκλογές σαν αυτή καταφέρνουν να τραβήξουν το ενδιαφέρον κυρίως των ψηφοφόρων που έχουν εθνικιστικές ιδέες. Και ακόμη και σήμερα, αυτοί οι ψηφοφόροι κυριαρχούν στη δημοσιότητα. Αγγίζουν σχεδόν το ένα εκατομμύριο - οι πιο πολλοί δεν έχουν Καταλανική καταγωγή - και είναι αυτοί που μπορούν να ανατρέψουν όλες τις προβλέψεις.

Διαδηλωτές κυματίζουν σημαίες υπέρ της ανεξαρτησίας στη διάρκεια του εορτασμού της Εθνικής γιορτής της Καταλονίας.

Στην αντίθετη πλευρά, αυτών δηλαδή που θέλουν να διατηρηθεί η ένωση, υπάρχουν δύο αναδυόμενες δυνάμεις: οι Ciutadans και το αριστερό κόμμα των Podemos, σε συνασπισμό με άλλα κόμματα. Επίσης, το αποδυναμωμένο Σοσιαλιστικό κόμμα και το Λαϊκό Κόμμα (PP), που παρότι κυβερνούν την Ισπανία με απόλυτη πλειοψηφία, δεν κατάφεραν ποτέ να πάρουν πάνω από 13% των Καταλανικών ψήφων. Καμιά από αυτές τις δυνάμεις δεν έχει αδιαμφισβήτητο ηγέτη, και οι ιδεολογικές τους διαφορές είναι μειονέκτημα όταν προσπαθούν να παρουσιαστούν σαν ομοιογενές μέτωπο.

Στο μεταξύ, η πλευρά που υποστηρίζει τη διάσπαση - ο πολιτικός σχηματισμός Junts Pel Si - έχει να παρουσιάσει ένα γερό συνασπισμό ανάμεσα στους συντηρητικούς και τη Δημοκρατική Αριστερά της Καταλονίας (ERC), που στηρίζεται επιπλέον από αστικά κινήματα αλλά και διάσημες προσωπικότητες όπως ο πρώην προπονητής της Μπαρτσελόνα, Πεπ Γκουαρντιόλα. Μία από τις ιδιομορφίες αυτής της προεκλογικής εκστρατείας είναι ότι ο Πρόεδρος της Καταλονίας Artur Mas είναι τέταρτος στη λίστα του συνασπισμού, κάτι που σημαίνει πως δεν έχει την υποχρέωση να εμφανίζεται σε δημόσιες συζητήσεις ή να δίνει απαντήσεις για τα πεπραγμένα της κυβέρνησής του τα τελευταία τρία χρόνια.

Και υπάρχει κι ένας άλλος λόγος αβεβαιότητας: για να πετύχουν οι υπέρμαχοι της διάσπασης την πλειοψηφία στη Βουλή, χρειάζονται την υποστήριξη της Υποψηφιότητας για τη Λαϊκή Ενότητα (με τα αρχικά CUP στα Καταλανικά), μιας ριζοσπαστικής αριστερής παράταξης που είναι αντίθετη στον καπιταλισμό, το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. και που έχει δηλώσει ότι δεν θα υποστηρίξει μια κυβέρνηση με Πρόεδρο τον Artur Mas. Κι εκεί κρύβεται η αδυναμία μιας υποψηφιότητας υπέρ της ανεξαρτησίας με τόσο διαφορετικό μείγμα υποστηρικτών: μετά τις εκλογές, πώς είναι δυνατόν ένας τόσο μεγάλος αριθμός ετερόκλιτων εταίρων να διαμορφώσει μια κυβέρνηση που δε θα μοιάζει με σκηνή από ταινία των Αδερφών Μαρξ;

Η Καταλονία, τόσο πολιτισμικά όσο και κοινωνικά, είναι μία από τις κινητήριες δυνάμεις της Ισπανίας. Και οικονομικά επίσης: με 7,5 εκατομμύρια ανθρώπους, αντιστοιχεί στο 18% του ΑΕΠ της. Συνεπώς, όπως και άλλες «πλούσιες» περιοχές σαν τη Μαδρίτη και τις Βαλεαρίδες Νήσους, συνεισφέρει μέσω της φορολογίας που αποδίδει στη βελτίωση του επιπέδου ζωής των λιγότερο αναπτυγμένων περιοχών. Και αυτό είναι ένα από τα βασικά σημεία τριβής: η Καταλονία απαιτεί καλύτερη φορολογική μεταχείριση - παρόμοια με αυτή που έχουν κι άλλες κοινότητες, όπως η χώρα των Βάσκων και η Ναβάρα - και περισσότερη αυτονομία για να διαχειριστούν τη φορολογία και να πάρουν αποφάσεις για σημαντικές επενδύσεις και έργα υποδομής.

Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι το πως το καταλανικό αίτημα έχει δημιουργήσει ένα "casus belli" κατά της Ισπανίας. Οι αδέξιοι πολιτικοί χειρισμοί του Προέδρου Ραχόι -πριν ενάμιση χρόνο θα μπορούσε αλλά δεν ήθελε ή δεν κατάφερε να ανοίξει ένα διάλογο για διαπραγμάτευση με τον Καταλανό Πρόεδρο - έφεραν τη μαξιμαλιστική συμπεριφορά που οδήγησε στη σημερινή κατάσταση. «Είναι αδύνατον να συνομιλήσουμε με την Ισπανία. Καλύτερα να φύγουμε!», φωνάζουν. Αυτές τις μέρες, οι ηγέτες του Λαϊκού Κινήματος αναγνωρίζουν την έλλειψη πολιτικής ευελιξίας, αλλά τη δικαιολογούν τονίζοντας τις οικονομικές δυσκολίες της Ισπανίας τα τελευταία χρόνια.

Και η αλήθεια είναι πως αυτή η κρίση είναι αναγκαίος παράγοντας για να καταλάβουμε καλύτερα το δράμα που εκτυλίσσεται. Η συντηρητική κυβέρνηση της Καταλονίας, που έφερε τις ίδιες βάρβαρες περικοπές στην εκπαίδευση, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, και τις κοινωνικές υπηρεσίες που έφερε και η εθνική κυβέρνηση, βγήκε αλώβητη από όλη την οργή των πολιτών, μεταθέτοντας την ευθύνη για όλα τα μέτρα λιτότητας στην κεντρική κυβέρνηση. Ενώ στις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες οι εθνικιστικές και λαϊκιστικές παρατάξεις άδραξαν την ευκαιρία και ωφελήθηκαν από την κρίση εκμεταλλευόμενοι την ξενοφοβία, τον αντι-σημιτισμό, ή την Ισλαμοφοβία, στην Καταλονία το φταίξιμο έπεσε κυρίως στο ισπανικό κράτος. Το περιβόητο σλόγκαν «η Ισπανία μας ληστεύει» έχει επηρεάσει σημαντικά τον καταλανικό λαό, που έχει πειστεί από τις «Σειρήνες» που ισχυρίζονται πως μια ανεξάρτητη Καταλονία, μια Καταλονία που δε θα χρειάζεται να δίνει στις άλλες ισπανικές περιοχές, θα έχει περισσότερους πόρους και πιθανότητες να είναι πλούσια και ευκατάστατη.

Τέλος, πρέπει να δούμε και τον παράγοντα συναίσθημα. Ας το παρομοιάσουμε με το συναίσθημα που έχεις πριν από ένα χωρισμό. Μία από τις πιο γνωστές μεταφορές που χρησιμοποιούν όσοι είναι υπέρ της ανεξαρτησίας είναι ότι ένα ζευγάρι δε μπορεί να είναι μαζί, όταν ο ένας από τους δύο δεν το θέλει. Αυτό που είναι αλήθεια -και αυτό που είναι ακόμα πιο ανησυχητικό-- είναι ότι πολλοί Καταλανοί έχουν ήδη απομακρυνθεί συναισθηματικά από την Ισπανία και όσα αυτή συμβολίζει. Εκτός αυτών, νιώθουν συνεχώς θιγμένοι από το γεγονός ότι το Λαϊκό Κόμμα αμφισβητεί το κατά πόσο θα πρέπει να διδάσκονται τα Καταλανικά, αυτή η παλαιά και όμορφη γλώσσα που όλα τα σχολεία στην Καταλονία διδάσκουν, μια γλώσσα που συνυπάρχει ειρηνικά με τα Ισπανικά σε πόλεις και πλατείες.

Η συζήτηση έχει αποδυναμωθεί. Όσοι είναι υπέρ της διάσπασης δεν θέλουν να ακούν τις προειδοποιήσεις του David Cameron ή της Angela Merkel για το πως μια ανεξάρτητη Καταλονία θα έφευγε αυτομάτως από την Ε.Ε., βάσει των υπαρχουσών συνθηκών. Ούτε τους νοιάζει όταν ο Barack Obama ζητά μια «δυνατή και ενωμένη» Ισπανία. Βρίσκουν ότι είναι σπουδαία απειλή το γεγονός ότι τα τραπεζικά ιδρύματα που έχουν έδρα τη Βαρκελώνη σκέφτονται την πιθανότητα να αποχωρήσουν, με σκοπό να συνεχίσουν να λειτουργούν με ευρώ υπό την αιγίδα της Φρανκφούρτης και της ΕΚΤ. Αλλά παραδόξως από την άλλη πλευρά, νομίζουν ότι θα βρουν μια λύση που θα επιτρέψει στη «Μπάρτσα» να συνεχίσει να παίζει - και να κερδίζει - στο ισπανικό πρωτάθλημα.

Περιέργως, μόνο 20% των Καταλανών, σύμφωνα με μερικές δημοσκοπήσεις, πιστεύουν ότι η όλη διαδικασία θα έχει σαν αποτέλεσμα την ανεξαρτησία. Πολλοί θα ψηφίσουν υπέρ της ρήξης, αλλά μόνο για να στηρίξουν την καταλανική κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις της με την κεντρική κυβέρνηση. Αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει να περιμένουν τη δεύτερη πράξη του έργου, τις βουλευτικές εκλογές του Δεκεμβρίου, επίσης αμφίβολου αποτελέσματος. Αν ο Ραχόι κερδίσει ξανά, το πεδίο των διαπραγματεύσεων θα περιοριστεί.

Υπάρχουν και μερικοί που υποστηρίζουν πως υπάρχει ένας Τρίτος δρόμος - μια συμφωνία για ανανέωση, μεταρρύθμιση και μια εκ νέου ερμηνεία του ισπανικού συντάγματος που θα επιτρέψει πιο αποτελεσματική διατύπωση των καταλανικών αιτημάτων -αλλά η φωνή τους μόλις και μετά βίας ακούγεται, αφού χάνεται ανάμεσα στις βροντερές διακηρύξεις των υποστηρικτών της ανεξαρτησίας από τη μια, και των αμετακίνητων υποστηρικτών της κυβέρνησης από την άλλη.

Για την γράφουσα, που γεννήθηκε στη Μαδρίτη, που είναι κόρη και εγγονή Καταλανών που ήταν πάντα περήφανοι για την κοινή λογική τους και την εγκράτειά τους - είναι αδιανόητο να φανταστεί κανείς ένα δρόμο διαφορετικό από το δρόμο του διαλόγου, της πολιτικής στην πιο καθαρή της μορφή. Υπάρχουν εναλλακτικές οδοί όταν έχεις να κάνεις με ανθρώπους που βρίσκονται στη μια ή την άλλη ακραία άποψη. Όλοι αντιμετωπίζουμε αξιοθαύμαστες προκλήσεις στον 21ο αιώνα: Καταλανοί, Ισπανοί και Ευρωπαίοι, πρέπει όλοι να αθροίσουμε τις δυνάμεις μας. Είναι καλύτερα να τις αντιμετωπίσουμε όλοι μαζί.

*Το άρθρο έγραψε η Montserrat Domínguez, Διευθύντρια έκδοσης της HuffPost Spain, και μεταφράστηκε στα Ελληνικά από τον Θάνο Καμπύλη.

Sponsored Post