voerla

Η έρευνα που πρωτοδημοσιεύτηκε στη HuffPost Greece και αναδημοσιεύτηκε στη «Μηχανή του Χρόνου», με προσθήκη αδημοσίευτου υλικού κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Ars Libri με τίτλο «Κάτι να μείνει από μένα»-Πόρνες στα Βούρλα. Είναι ένας μικρός φόρος τιμής στις βασανισμένες υπάρξεις που εγκλείστηκαν εκεί και που η διπλή αντίληψη της ηθικής καταδίκασε να ξεχάσουν ότι είναι ανθρώπινα πλάσματα.
Όπως είπαμε οι πόρνες κατανέμονταν στις μπούκες ανάλογα με την ηλικία τους. Οι γερασμένες πόρνες -γριές θεωρούνταν οι γυναίκες από 40 ώς 50 χρόνων- έμεναν στα κατσικάδικα. Έτσι αποκαλούσαν λόγω της βρόμας του το παλιότερο κτίριο -το πρώτο που χτίστηκε. Βρομερό, υγρό, σκοτεινό με σαραβαλιασμένες σκάλες. Θλιβερό σαν τις ενοίκους του, που συχνά δεν είχαν λεφτά ούτε για να φάνε. Παρόλο το φτιασίδωμα και την καραμπογιά και παρόλο που ήταν οι φτηνότερες, κανένας δεν τις ήθελε. Κάποιες πονόψυχες πόρνες τους έστελναν κάπου κάπου κανέναν πελάτη.
Η Κούλα ήταν ναρκομανής και από τον φόβο της μην τον χάσει, τον έθισε στην ηρωίνη. Την ώρα που κοιμόταν, του φύσαγε στα ρουθούνια μ' ένα γιούφι (κάτι σαν καλαμάκι) τη φοβερή σκόνη. Ύστερα από τέσσερις πέντε νύχτες ο Δελιάς έγινε πρεζάκιας, χωρίς να το καταλάβει. Σηκώθηκε ένα πρωί με κρυάδες, τρεμούλες και κομάρες. Νόμιζε πως ήταν άρρωστος και ζήτησε από την Κούλα να του ρίξει κουβέρτες. Εκείνη προθυμοποιήθηκε να του δώσει μια σκόνη που ήταν δήθεν για τις κρυάδες. Ο Δελιάς συνήλθε. Την άλλη μέρα, άρρωστος πάλι, ζήτησε από μόνος του τη σκόνη. Αυτό ήταν!
Το 1835 ο Πειραιάς ήταν ένα λιμανάκι χωρίς κίνηση, με λίγα αλιευτικά, μερικές καλύβες και χίλιους κατοίκους. Κάπου κάπου προσορμιζόταν κανένα πλοίο, για ν' αποπλεύσει μετά από λίγες ώρες. Από τα πρώτα χρόνια που άρχισε ν' αναπτύσσεται, για να γίνει από γραφικό χωριό όμορφη πόλη και σημαντικό λιμάνι, έλκυσε και υπόκοσμο. Άρχισε ν' ανθεί η πορνεία και τα περί αυτήν: προαγωγοί, σωματέμποροι, νταβατζήδες, νταήδες... Οι συμπλοκές, τα φονικά, τα ναρκωτικά και οι αρρώστιες ήταν θλιβερή καθημερινότητα. Από τα καράβια κατέβαινε κάθε καρυδιάς καρύδι: τυχοδιώκτες, λαθρέμποροι, απατεώνες, τζογαδόροι, σωματέμποροι, αρτίστες, και γενικώς αποβράσματα που εμπλούτιζαν τον ντόπιο υπόκοσμο.