ΤΟ BLOG
10/09/2015 07:39 EEST | Updated 10/09/2016 08:12 EEST

«Αριστοκρατία» μέσα στη Δημοκρατία

Ξεκινώντας από τους σημερινούς πολιτικούς αρχηγούς, οι δύο διεκδικητές της εξουσίας και επίδοξοι πρωθυπουργοί έχουν ακολουθήσει βίους παράλληλους. Τόσο ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, παρά τις λαμπρές τους σπουδές -πολιτικός μηχανικός του ΕΜΠ ο ένας, απόφοιτος και διδάκτορας νομικών και πολιτικών επιστημών ο άλλος- ουδέποτε ενάσκησαν ουσιαστικά το επάγγελμά τους. Και οι δυο ακολούθησαν από νωρίς, από τα φοιτητικά τους έτη το δρόμο του κομματικού σωλήνα.

Harald Sund via Getty Images

«Πολιτείας είδη τρία• Βασιλεία, Αριστοκρατία, Πολιτεία». Αυτοί είναι οι τρεις «ιδανικοί» τύποι πολιτεύματος κατά τον Αριστοτέλη. Αυτούς μας παραθέτει ο μεγάλος μας φιλόσοφος σ' ένα από τα σπουδαιότερα έργα του, τα «Πολιτικά».

Παράλληλα, στο ίδιο κείμενο ο Σταγειρίτης δάσκαλος καταγράφει και τις «παρεκβάσεις» των ανωτέρω. «Παρεκβάσεις δε των ειρημένων Τυρρανίς μεν Βασιλείας, Ολιγαρχία δε Αριστοκρατίας, Δημοκρατία δε Πολιτείας». Διότι, όπως σημειώνει εδώ και 2.5 χιλιάδες περίπου χρόνια «η μεν γαρ Τυρρανίς εστί μοναρχία προς το συμφέρον το του μοναρχούντος, η δε Ολιγαρχία προς το των ευπόρων, η δε Δημοκρατία προς το των απόρων• προς δε τω κοινώ λυσιτελούν ουδεμία αυτών».

Από τα προεκτεθέντα ιδανικά αριστοτελικά πολιτεύματα εκείνο που μεσουράνησε στην αρχαία Αθήνα ήταν η «Πολιτεία». Η «Αθηναίων Πολιτεία», η ιστορία και η φύση της οποίας περιγράφονται αναλυτικά στο ομώνυμο έργο του Σταγειρίτη φιλοσόφου, στηρίχθηκε πάνω στους νόμους και στο μοντέλο διακυβέρνησης που δόμησαν ο Σόλωνας, ο Κλεισθένης και ο Περικλής. Ουσιαστικά ήταν ένα ημι-αντιπροσωπευτικό πολίτευμα με ορισμένους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, στο οποίο κυριαρχούσαν η ισονομία, η εν μέρει πολιτική ελευθερία, όπως και η επίσης εν μέρει αξιοκρατία. Οι τελευταίες διότι, αφ' ενός το δικαίωμα του πολίτη δεν το απολάμβαναν όλοι οι κάτοικοι της επικρατείας, παρά μονάχα οι γηγενείς με τιμηματικά μάλιστα κριτήρια, βάσει δηλαδή της προσωπικής τους περιουσίας, αφ' ετέρου η αναρρίχηση σε κάποιο δημόσιο αξίωμα γινόταν με κλήρο και ουχί με αρχαιρεσίες. Συνεπώς, είναι λάθος να ταυτίζεται το σημερινό αντιπροσωπευτικό μας πολίτευμα με την αρχαία αθηναϊκή Δημοκρατία-Πολιτεία. Απεναντίας, η προεδρευομένη κοινοβουλευτική μας δημοκρατία αποτελεί -ορθώς- ένα συνδυασμό δημοκρατικών με αμιγώς αριστοκρατικών στοιχείων. Εξηγούμεθα.

Η δημοκρατική φύση του πολιτεύματος μας καταδεικνύεται κατ' αρχάς από την απουσία μοναρχικών χαρακτηριστικών. Ήδη από το 1864, με την ψήφιση του τότε Συντάγματος, έχει ολοκληρωθεί η μετάβαση από τα καθεστώτα της απόλυτης ή της συνταγματικής μοναρχίας σ' εκείνα της βασιλευόμενης ή προεδρευόμενης δημοκρατίας. Κάθε πολίτης, ειδικά έπειτα από τη Β' Γαλλική Επανάσταση του 1848 και την οριστική κατάργηση των τιμηματικών κριτηρίων της ψήφου στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, έχει τη δυνατότητα και ταυτόχρονα τα δικαιώματα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, την ελευθερία δηλαδή συμμετοχής στο δημόσιο γίγνεσθαι.

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι όλοι απολαμβάνουν τα ανωτέρω δικαιώματα, δεν σημαίνει ότι όλοι καταλαμβάνουν τα δημόσια αξιώματα. Αντιθέτως, διαμέσου των καθιερωμένων περιοδικών εκλογικών διαδικασιών, το σύνολο των πολιτών καλείται να αναδεικνύει τους αντιπροσώπους του, εκείνους που θα κατέχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να αποφασίζουν για το σύνολο της κοινωνίας. Από το τελευταίο μάλιστα δύο τινά ανακύπτουν. Η σημασία και η δύναμη μεν της ψήφου του καθενός μας, τα αριστοκρατικά δε στοιχεία του πολιτεύματός μας. Διότι σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, όπως και στις επερχόμενες εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου, καλούμαστε όλοι μας να αναδεικνύουμε τους «αρίστους», τους καταλληλότερους, ικανότερους και αξιότερους να αναλαμβάνουν τις τύχες και τη διακυβέρνηση της χώρας.

Εντούτοις, παρόλη τη σημαίνουσα σημασία της ψήφου του καθενός μας, δεν συνηθίζαμε να εκλέγουμε ούτε τους αξιότερους, ούτε τους ικανότερους στο να μας αντιπροσωπεύουν και να μας κυβερνούν. Η ψήφος μας και οι εκλογικές μας επιλογές καθορίζονταν από άλλα, αμιγώς κομματικά και πελατειακά κριτήρια. Ουχί αξιοκρατικά. Αναδεικνύαμε εκείνους που διεκπεραίωναν τις «υποθέσεις» μας, ή που μας περιέλουζαν με παχιές υποσχέσεις. Επ' ουδενί τους άξιους, εκείνους που είχαν δοκιμαστεί στη ζωή και στην αγορά εργασίας, έχοντας αποκομίσει πολύτιμες εμπειρίες από την τέχνη του διοικείν. Τα προαναφερθέντα αποδεικνύουν περίτρανα τα βιογραφικά των περισσοτέρων απ' όσους μας κυβέρνησαν από το 2000 και μετά, πολλώ δε μάλλον εκείνων που βρέθηκαν στα έδρανα του Κοινοβουλίου.

Ξεκινώντας από τους σημερινούς πολιτικούς αρχηγούς, οι δύο διεκδικητές της εξουσίας και επίδοξοι πρωθυπουργοί έχουν ακολουθήσει βίους παράλληλους. Τόσο ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, παρά τις λαμπρές τους σπουδές -πολιτικός μηχανικός του ΕΜΠ ο ένας, απόφοιτος και διδάκτορας νομικών και πολιτικών επιστημών ο άλλος- ουδέποτε ενάσκησαν ουσιαστικά το επάγγελμά τους. Και οι δυο ακολούθησαν από νωρίς, από τα φοιτητικά τους έτη το δρόμο του «κομματικού σωλήνα». Συμμετέχοντας αρχικά στις νεολαίες των κομμάτων τους και αναρριχώμενοι με την πάροδο του χρόνου στην ενδοπαραταξιακή ιεραρχία, κατέλαβαν εν τέλει τις ηγεσίες τους δίχως άλλα ένσημα.

Αντίστοιχη πορεία ακολούθησε και ο επικεφαλής της Λαϊκής Ενότητας, σημαδεμένη από τους διαδρόμους πρωτίστως του Περισσού, μετέπειτα της Κουμουνδούρου και λίαν προσφάτως της Βερανζέρου. Αποκορύφωμα η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, η οποία, πλην τοις άλλοις, από τα 50 της έχει θεμελιώσει και συνταξιοδοτικό δικαίωμα ως τραπεζική υπάλληλος, παρόλο που από το 2000 και έπειτα αναδεικνύεται σε αιρετά αξιώματα, για να μην αναφερθούμε στην κομματική της διαδρομή. Ανεπάγγελτος και ο «Ανεξάρτητος Έλλην», βουλευτής μάλιστα από τα 28 του, έχοντας για εισιτήριο στον πολιτικό βίο την περιουσία του πατρός του και ένα από τότε «ψεκασμένο» πόνημα, που φωτογράφιζε τον Παπανδρέου ως αρχηγό της «17 Νοέμβρη».

Ίδιος ο δρόμος και για τον αρχηγό του φασιστικού μορφώματος, που από τη δεκαετία του '80 ως και το 2012 διατηρούσε ένα κόμμα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, κινούμενο κοντά στο 0,5% του εκλογικού σώματος, και δίχως ουδείς από τους ψηφοφόρους του να διερωτάται από πού χρηματοδοτείτο όλα αυτά τα έτη. Μόνο ο επικεφαλής του Ποταμιού έχει διαγράψει μια 30ετή δημοσιογραφική πορεία, για την οποία παραδόξως καλείται καθημερινά σχεδόν να απολογείται.

Εκτός όμως από τους πολιτικούς αρχηγούς, μετά κομματικών βαΐων είναι χαραγμένη και η διαδρομή των περισσοτέρων βουλευτών των παλαιών κομμάτων. Μια επίσκεψη στον αντίστοιχο σύνδεσμο της ιστοσελίδας της Βουλής είναι από μόνη της αρκετή για του λόγου το αληθές. Τους το είχε τονίσει, άλλωστε, ο Σταύρος Θεοδωράκης στην κοινοβουλευτική συζήτηση για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στα τέλη του περασμένου Ιούνη. «Δεν ζούσατε ποτέ από την εργασία σας, δεν ζούσατε ποτέ από τα χέρια σας. Ζούσατε πάντα από τη μισθοδοσία των κομμάτων σας. Διότι ήσασταν κομματικοί υπάλληλοι, που φιλοδοξούσατε και γίνατε κυβερνητικοί υπάλληλοι», προκαλώντας έτσι τη μήνη μερίδας βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ -καθότι οι αλήθειες πονάνε-, βυθίζοντας παράλληλα άλλους σε μια ένοχη σιωπή. Μια σιωπή, την οποία και εμείς οι πολίτες επιλέγαμε για δεκαετίες, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως αυτοί που στέλναμε στη Βουλή -όχι βέβαια όλοι- δεν ήταν ούτε οι ικανότεροι ούτε οι καταλληλότεροι. Απεναντίας, ήταν εκείνοι που αντιλαμβανόμενοι την πολιτική ως επάγγελμα, ενδιαφέρονταν κυρίως για την επανεκλογή τους και είτε εθελοτυφλώντας, είτε αδιαφορώντας προκλητικά για τα προβλήματα του κράτους, μας οδήγησαν στην οικονομική, κυρίως δε στην πνευματική μας χρεοκοπία.

Με όλα αυτά τα δεδομένα σε λίγες μέρες οδηγούμαστε για μία ακόμη φορά στις κάλπες. Ύψιστο καθήκον όλων μας αποτελεί το πρόταγμα του γενικότερου συμφέροντος, του συμφέροντος της χώρας και της κοινωνίας, κάτι που προϋποθέτει τον καθορισμό της εκλογικής μας συμπεριφοράς από την ουσία του πολιτεύματός μας. Μια ουσία θεμελιωμένη από μία «Αριστοκρατία» μέσα στην ίδια τη Δημοκρατία, που ταυτίζεται με την ανάδειξη των άξιων, των έμπειρων, των ικανών, των αγωνιστών της ζωής. Ουχί των άεργων, των ανεπάγγελτων, των επαγγελματιών της πολιτικής. Οπωσδήποτε στις λίστες σχεδόν όλων των κομμάτων που κατέρχονται στις εκλογές, συναντά κανείς εκπροσώπους και των δύο προεκτεθεισών κατηγοριών. Στο χέρι μας είναι να τους διακρίνουμε, επιλέγοντας τους πρώτους και συνδυάζοντας αυτή καθ' αυτή την μας την επιλογή με την επόμενη μέρα, την άκρως απαραίτητη για τη χώρα κυβερνησιμότητα. Οψόμεθα. Ούτως ή άλλως, Κυριακή κοντή γιορτή...