Αυτά που συμβαίνουν καθημερινώς στον καταρρέοντα ΣΥΡΙΖΑ μου θυμίζουν την παλιά ελληνική ταινία με τον Λογοθετίδη «Ένας ήρως με παντούφλες». Όπου ο γαμπρός ενός απόστρατου στρατηγού ήθελε να εκμεταλλευθεί την αίγλη του για να γίνει ο ίδιος βουλευτής. Τελικά το μόνο που πέτυχε ήταν να πάρει μόλις πέντε σταυρούς. Και αυτός ο αποτυχημένος εγωπαθής καμάρωνε για το επίτευγμα του: «Έχω πέντε, αλλά τους κρατάω στη χούφτα μου»…
Έτσι και τώρα ένας αρειμάνιος γιατρός, ο κ. Πολάκης και μια αποτυχημένη περιφερειάρχης, η κ Δούρου, θέλουν να γίνουν αρχηγοί ενός κόμματος χωρίς οπαδούς και με ελάχιστους βουλευτές, οι οποίοι φυλλορροούν ώρα με την ώρα. Προφανώς δεν τους απασχολεί ποιά είναι η απήχηση που έχουν στην ελληνική κοινωνία. Τους αρκεί να διαφεντεύουν ένα ακίνητο στην οδό Κουμουνδούρου.
Ο αείμνηστος Κατσιφάρας έλεγε: Αν δεν υπήρχε ο Ανδρέας δεν θα μας ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας. Μπορεί, αν δεν υπήρχε ο Αλέξης, πολλούς από τους πολυδιαφημισμένους υπουργούς του κάποτε κραταιού ΣΥΡΙΖΑ να μην τους ήξερε ούτε ο παρκαδόρος των αυτοκινήτων τους.
Εδώ ίσως βρίσκεται και το μέγα λάθος του Τσίπρα όταν δρομολογούσε το σχήμα της κυβερνώσας Αριστεράς. Η επιλογή των προσώπων σε πολλούς και κρίσιμους τομείς του κράτους απεδείχθη κραυγαλέα ατελέσφορη. Και αυτό το πλήρωσε με αλεπάλληλες ήττες. Αυτές δεν ήλθαν από εξωτερικούς παράγοντες αλλά από την ύπαρξη στο εσωτερικό του συριζαίικου μηχανισμού ενός διαρκούς διαγκωνισμού μετρίων και αμετροεπών παραγοντίσκων.
Αυτός ο διαγκωνισμός είναι πλέον εμφανής στους πάντες, ακόμη και τώρα όπου η πίτα που έχουν να μοιράσουν δεν φτάνει ούτε για μισό βουλευτή. Και όμως αυτοί επιμένουν στην αμετροέπεια τους. Εξέλεξαν γραμματέα της κοινοβουλευτικής τους ομάδας με την παρουσία μόλις επτά βουλευτών. Και το Σάββατο θα εκλέξουν πρόεδρο. Με πόσες άραγε ψήφους;
Το 1989, ως διευθυντής της εφημερίδας ΠΡΩΤΗ με άρθρο μου έγινα ο «νονός» του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου». Το 2004, 15 χρόνια μετά μετονομάστηκε σε ΣΥΡΙΖΑ. Και, 37 χρόνια μετά, πνέει τα λοίσθια και αυτοί που τώρα τον διαχειρίζονται, τον οδηγούν, με αμείωτη αμετροέπεια, στην τελευταία κλίνη του. Ο μόνος που δεν θα τον συνοδεύσει, είναι αυτός που κατάλαβε – έστω και αργά- το επερχόμενο τέλος: Ο Αλέξης Τσίπρας.