Οι τελευταίοι μήνες προσφέρουν άφθονο υλικό σε όσους παρακολουθούν την ελληνική πολιτική.
Στον χώρο της Κεντροαριστεράς, ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να χαράξει μια νέα πολιτική πορεία, απομακρυνόμενος οριστικά από τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα που ο ίδιος οδήγησε από την πολιτική περιφέρεια στην κυβέρνηση. Μια επιλογή που, ανεξάρτητα από τα κίνητρά της, επιτάχυνε την αποδυνάμωση ενός χώρου που ο ίδιος διαμόρφωσε και εκπροσώπησε για περισσότερο από μία δεκαετία.
Στο ΠΑΣΟΚ, η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Νίκο Ανδρουλάκη, τον Χάρη Δούκα και άλλα κορυφαία στελέχη υπενθυμίζει ότι ακόμη και όταν οι πολιτικές διαφορές είναι υπαρκτές, η δημόσια εικόνα μιας παράταξης διαμορφώνεται τελικά περισσότερο από τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται παρά από το ίδιο το περιεχόμενό τους.
Στη Νέα Δημοκρατία, η εικόνα είναι διαφορετική, αλλά η ουσία μοιάζει γνώριμη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιδιώκει κατά καιρούς, μέσα από δημόσιες αναφορές και συμβολικές κινήσεις, να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τους δύο πρώην πρωθυπουργούς του κόμματος. Ο Κώστας Καραμανλής επιλέγει συχνά δημόσιες παρεμβάσεις, έμμεσα πολιτικά μηνύματα και αποστάσεις που τροφοδοτούν διαρκώς συζητήσεις και ερμηνείες. Ο Αντώνης Σαμαράς, από την άλλη, έχει επιλέξει μια ολοένα και πιο ανοιχτή δημόσια αντιπαράθεση με την κυβερνητική ηγεσία, ενώ η συζήτηση γύρω από τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα παραμένει ζωντανή.
Το ποιος έχει δίκιο σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις είναι μια διαφορετική συζήτηση.
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο.
Και στις τρεις περιπτώσεις μιλάμε για ανθρώπους που βρέθηκαν στις υψηλότερες θέσεις ευθύνης της χώρας. Πρώην και νυν πρωθυπουργούς. Προέδρους κομμάτων. Πολιτικούς που διαχειρίστηκαν οικονομικές κρίσεις, εκπροσώπησαν την Ελλάδα στα κορυφαία ευρωπαϊκά και διεθνή φόρα και συμμετείχαν στις δυσκολότερες διαπραγματεύσεις της σύγχρονης πολιτικής μας ιστορίας.
Κι όμως, όταν οι πιο απαιτητικές διαπραγματεύσεις αφορούν τον ίδιο τους τον πολιτικό χώρο, η εικόνα αλλάζει. Οι δημόσιες τοποθετήσεις υποκαθιστούν τον απευθείας διάλογο, οι διαρροές και οι «κύκλοι» προηγούνται της ανοιχτής συζήτησης και οι προσωπικές αιχμές επισκιάζουν την πολιτική επιχειρηματολογία.
Δεν γνωρίζω τι ειπώθηκε πίσω από κλειστές πόρτες. Ούτε αν έγιναν ουσιαστικές προσπάθειες προσέγγισης που τελικά απέτυχαν. Γνωρίζω όμως την εικόνα που φτάνει στην κοινωνία. Και αυτή αρκεί για να γεννήσει μια εύλογη απορία.
Πώς είναι δυνατόν άνθρωποι που απέδειξαν ότι μπορούν να διαχειριστούν τις δυσκολότερες υποθέσεις μιας χώρας να μη θεωρούν αυτονόητο ότι, πριν οδηγηθούν σε μια δημόσια και ενδεχομένως οριστική ρήξη, οφείλουν να εξαντλήσουν κάθε δυνατότητα συνεννόησης;
Όχι επειδή πρέπει να συμφωνήσουν.
Ούτε επειδή κάθε διαφωνία μπορεί να γεφυρωθεί.
Αλλά επειδή αυτό ακριβώς θα περίμενε κανείς από ανθρώπους με την εμπειρία, τη θεσμική διαδρομή και το πολιτικό βάρος τους.
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα.
Η ελληνική πολιτική ζωή παραμένει σε μεγάλο βαθμό προσωποκεντρική. Τα κόμματα εξακολουθούν να εξαρτώνται υπερβολικά από τις προσωπικές ισορροπίες των ηγεσιών τους και λιγότερο από ισχυρές συλλογικές διαδικασίες. Όταν αυτές οι ισορροπίες διαρρηγνύονται, οι πολιτικές διαφωνίες μετατρέπονται εύκολα σε προσωπικές αντιπαραθέσεις και η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από τις ιδέες στα πρόσωπα.
Αυτό εξηγεί ένα μέρος του φαινομένου. Δεν αρκεί όμως για να το δικαιολογήσει.
Γιατί οι πολιτικοί ηγέτες δεν κρίνονται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τις κρίσεις της χώρας. Κρίνονται και από τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τις δυσκολότερες σχέσεις μέσα στον ίδιο τους τον πολιτικό χώρο.
Συχνά πιστεύουμε ότι η πιο δύσκολη διαπραγμάτευση ενός πρωθυπουργού γίνεται στις Βρυξέλλες ή απέναντι σε έναν ξένο ηγέτη. Ίσως όμως η πιο απαιτητική είναι εκείνη που γίνεται με ανθρώπους με τους οποίους κάποτε συμπορεύτηκε, συνεργάστηκε και συνέβαλε μαζί τους στη διαμόρφωση μιας παράταξης. Εκεί δοκιμάζεται η πραγματική πολιτική ωριμότητα: η ικανότητα να διαχωρίζεις το προσωπικό από το πολιτικό και να βάζεις κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό σου.
Οι πολιτικοί ζητούν, και σωστά, από την κοινωνία περισσότερη ψυχραιμία, περισσότερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς και μεγαλύτερη διάθεση συνεννόησης. Είναι όμως δύσκολο να πείσεις τους πολίτες για την αξία του διαλόγου όταν οι ίδιοι δείχνουν ότι η δημόσια αντιπαράθεση προηγείται της εξάντλησης κάθε περιθωρίου ουσιαστικής επικοινωνίας.
Οι πολίτες δεν περιμένουν από τους πολιτικούς να συμφωνούν σε όλα.
Περιμένουν όμως από όσους βρέθηκαν στις υψηλότερες θέσεις ευθύνης να θεωρούν αυτονόητο ότι πριν από κάθε οριστική διάσπαση, πριν από κάθε δημόσια σύγκρουση και πριν από κάθε προσωπική ρήξη υπάρχει μία τελευταία υποχρέωση.
Να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι.
Όχι γιατί η προσπάθεια θα οδηγήσει πάντοτε σε συμφωνία.
Αλλά γιατί η ειλικρινής προσπάθεια για συνεννόηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ευθύνης που συνοδεύει την πολιτική ηγεσία.
Ίσως τελικά το πραγματικό μέγεθος ενός πολιτικού ηγέτη να μη φαίνεται μόνο από τις εκλογές που κέρδισε, τις κρίσεις που διαχειρίστηκε ή τις διαπραγματεύσεις που ολοκλήρωσε με επιτυχία.
Ίσως να φαίνεται και από κάτι πολύ πιο δύσκολο.
Από το αν γνωρίζει πότε οφείλει να αφήσει στην άκρη τον εαυτό του, προκειμένου να προστατεύσει κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο: την παράταξη που υπηρέτησε, τους θεσμούς που εκπροσώπησε και, τελικά, την εμπιστοσύνη των πολιτών στην πολιτική.
Χρήστος Αβδελλάς
Σύμβουλος Α΄ Δημοτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης
Πολιτικός Επιστήμονας – Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Πολιτικών