Τα τελευταία είκοσι σχεδόν χρόνια η πολιτική στην Ελλάδα ασκείται κυρίως με επικοινωνιακούς όρους και διαχείριση της επικαιρότητας, ακόμα και της πιο τραγικής ( Μάτι, Τέμπη).
Μέχρι πριν δύο δεκαετίες, η αντιπαράθεση επικεντρωνόταν περισσότερο σε προγράμματα διακυβέρνησης, οικονομική πολιτική και ιδεολογικές διαφορές, έστω κι αν υπήρχε έντονος λαϊκισμός και στείρες αντιπαραθέσεις.
Παρά τις αλλαγές, ορισμένα χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτικού συστήματος, όπως οι πελατειακές σχέσεις και η στενή διασύνδεση κομμάτων και κράτους, δεν εξαφανίστηκαν με την κρίση, αλλά προσαρμόστηκαν και μετασχηματίστηκαν αντί να εκλείψουν.
Μετά το 2010, η πολιτική επικοινωνία απέκτησε πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η συνεχής τηλεοπτική παρουσία, η προσωπική αφήγηση και η διαχείριση εικόνας και δημόσιας ατζέντας, έγιναν κεντρικά στοιχεία της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Τα κόμματα πλέον εξαρτώνται περισσότερο από τον αρχηγό τους, παρά από τα συλλογικά τους όργανα ή την ιδεολογική τους ταυτότητα, γι αυτό τείνουν να γίνονται προσωποκεντρικά, επιδιώκοντας δε τα τελευταίο διάστημα μία ιδιότυπη ΄΄μεσσιανική΄΄ προσωπολατρία.
Οι πολιτικοί επενδύουν περισσότερο στη δημιουργία μιας συνεκτικής προσωπικής αφήγησης, παρά στην αποκλειστική παρουσίαση συγκεκριμένων πολιτικών προτάσεων.
Έτσι σταδιακά οδηγηθήκαμε στη λογική της ΄΄αυτοναφορικότητας΄΄, όπου ο δημόσιος λόγος περιστρέφεται γύρω από τον ίδιο τον πολιτικό και την προσωπική του διαδρομή. Ειδικά από πρόσωπα που έχουν κυβερνήσει και επανέρχονται, δεν γίνεται κανενός είδους αυτοκριτική, λογοδοσία και ανάληψη ευθύνης για τις αστοχίες ή και τις αποτυχίες της διακυβέρνησής τους (που σε κάποιες περιπτώσεις είχαν τραγικά αποτελέσματα).
Ειδικότερα όταν ένα κόμμα μιλά κυρίως για τις δικές του επιτυχίες, τις εσωτερικές του διαδικασίες, χωρίς να συνδέει αυτά τα θέματα με συγκεκριμένες δημόσιες πολιτικές ή τις ιδεολογικοπολιτικές διαφορές με άλλες δυνάμεις και η πολιτική αντιπαράθεση περιστρέφεται γύρω από τις δημοσκοπήσεις ή την επικοινωνιακή εικόνα, αντί για την ουσία των μεγάλων ζητημάτων και προκλήσεων για τη χώρα, τότε μιλάμε για αυτοαναφορικότητα.
Επίσης αν μια κυβέρνηση, αντί να εξηγεί πώς θα αντιμετωπίσει την ακρίβεια, τα προβλήματα στην οικονομία, την υγεία, την παιδεία, την παραγωγική ανασυγκρότηση, τους ΟΤΑ και τη Δημόσια Διοίκηση, αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας επικοινωνίας της, στο να υπερασπίζεται την εικόνα της ή να απαντά λεκτικά χωρίς να λαμβάνει μέτρα στην αντιπολίτευση, λειτουργεί αυτοαναφορικά με βάση τη δική της εσωτερική λογική, αντί να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες.
Όσον αφορά το βιβλίο του πρώην πρωθυπουργού, μπορεί να ειπωθεί ότι είναι μια αυτοαναφορική πολιτική αφήγηση, στην οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο την περίοδο της διακυβέρνησής του, μεταθέτοντας δυσανάλογα τις ευθύνες σε συνεργάτες του και περιορίζοντας τη δική του πολιτική ευθύνη.
Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για την επαναδραστηριοποίηση του έτερου πρώην πρωθυπουργού που είχε ξεκινήσει κι αυτός ( όπως και ο προαναφερόμενος) τον αντιμνημονιακό του αγώνα από το Ζάππειο, προσαρμοζόμενος γρήγορα στην σκληρή πραγματικότητα της πτώχευσης, χωρίς όμως να κάνει την αυτοκριτική του για την δύσκολη εκείνη περίοδο.
Η χώρα δεν έχει ανάγκη από αδιευκρίνιστες ΄΄νεοπατριωτικές΄΄ διακηρύξεις ή ανέξοδες ΄΄πατριωτικές΄΄ κορώνες, ΄΄επαναστατών΄΄ χωρίς αιτία ή αμετανόητων ΄΄σωτήρων΄΄, αλλά αφενός έναν θαρραλέο απολογισμό, μια αληθινή αυτοκριτική και ανάληψη ευθυνών ( για το παρελθόν) και αφετέρου ειλικρίνεια στον πολιτικό λόγο, σχέδιο, σοβαρότητα και γνώση ( για το μέλλον).
Η χώρα δεν έχει ανάγκη από αδιευκρίνιστες ΄΄νεοπατριωτικές΄΄ διακηρύξεις ή ανέξοδες ΄΄πατριωτικές΄΄ κορώνες, ΄΄επαναστατών΄΄ χωρίς αιτία ή αμετανόητων ΄΄σωτήρων΄΄, αλλά αφενός έναν θαρραλέο απολογισμό, μια αληθινή αυτοκριτική και ανάληψη ευθυνών ( για το παρελθόν) και αφετέρου ειλικρίνεια στον πολιτικό λόγο, σχέδιο, σοβαρότητα και γνώση ( για το μέλλον).