Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα (7–8 Ιουλίου 2026) μπορεί να αναγνωσθεί ως ένα κρίσιμο επεισόδιο στη διαδικασία μετασχηματισμού του ΒορειοΑτλαντικού συμφώνου. Η σημασία της δεν εξαντλείται στις επιμέρους αποφάσεις, στις δηλώσεις των ηγετών ή στο ζήτημα της πιθανής επανόδου της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Αντιθέτως, η σύνοδος ανέδειξε μια βαθύτερη δομική μεταβολή⸱ τη μετάβαση του ΝΑΤΟ από μια συμμαχία που νομιμοποιούνταν πρωτίστως μέσω της επίκλησης κοινών αξιών, θεσμικής συνοχής και φιλελεύθερης ταυτότητας, σε μια συμμαχία που λειτουργεί ολοένα περισσότερο με βάση τη στρατηγική χρησιμότητα, την επιχειρησιακή αναγκαιότητα και την ικανότητα των κρατών-μελών να παράγουν ασφάλεια σε πολλαπλά μέτωπα κρίσης.

Advertisement
Advertisement

Από θεωρητική άποψη, η εξέλιξη αυτή μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από το πρίσμα του νεοκλασικού ρεαλισμού. Οι συμμαχίες δεν αποτελούν στατικές θεσμικές κοινότητες, αλλά μηχανισμούς προσαρμογής σε μεταβαλλόμενες κατανομές ισχύος, απειλών και στρατηγικών αναγκών. Η εσωτερική ιεράρχηση των συμμάχων δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τη θεσμική τους συνέπεια ή από τον βαθμό κανονιστικής τους σύγκλισης με τον ηγεμονικό πυρήνα της Συμμαχίας. Καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από τη σχετική τους αξία για τη διαχείριση κρίσεων, την πρόσβαση σε κρίσιμες γεωγραφικές ζώνες, την παροχή στρατιωτικών δυνατοτήτων και την αποτροπή ανταγωνιστικών δυνάμεων. Υπό αυτή την έννοια, η σύνοδος της Άγκυρας ανέδειξε τη μετάβαση από τη λογική της «συμμαχικής αξιοπιστίας» στη λογική της «στρατηγικής αναγκαιότητας».

Η Τουρκία υπήρξε ο κεντρικός ωφελημένος αυτής της μετατόπισης. Η δημόσια αναβάθμιση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από τον Ντόναλντ Τραμπ, η θετική αναφορά στην Τουρκία ως κρίσιμο σύμμαχο, καθώς και η προθυμία επανεξέτασης των κυρώσεων CAATSA και της πρόσβασης της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35, δεν πρέπει να ερμηνευθούν μόνο ως προϊόν προσωπικής χημείας μεταξύ των δύο ηγετών. Αποτελούν ένδειξη μιας ευρύτερης αμερικανικής αναπροσαρμογής απέναντι στην Τουρκία, παρά τις εκκρεμότητες που εξακολουθούν να υφίστανται λόγω των S-400 και των θεσμικών περιορισμών του Κογκρέσου. Η Τουρκία, ακόμη και όταν προκαλεί δυσφορία στο εσωτερικό της Συμμαχίας, παραμένει δύσκολα υποκαταστάσιμη.

Η έννοια που αποδίδει καλύτερα αυτή την πραγματικότητα είναι η «αξία συμμαχίας» ή ακριβέστερα, η στρατηγική αναντικαταστασιμότητα. Η Τουρκία δεν αντλεί τη διαπραγματευτική της ισχύ κυρίως από την οικονομική της υπεροχή ή από την ιδεολογική της εγγύτητα προς τη Δύση. Αντιθέτως, την αντλεί από τη γεωγραφική, στρατιωτική και επιχειρησιακή της θέση. Βρίσκεται στο σημείο διασταύρωσης της Μαύρης Θάλασσας, της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, του Καυκάσου και της ευρύτερης αντιπαράθεσης με τη Ρωσία και το Ιράν. Ελέγχει ή επηρεάζει κρίσιμες διόδους, συνορεύει με πολλαπλά θέατρα κρίσης και διαθέτει αυξανόμενη στρατιωτική αυτονομία. Σε ένα διεθνές περιβάλλον πολλαπλών και ταυτόχρονων κρίσεων, αυτή η γεωπολιτική πυκνότητα μεταφράζεται σε συμμαχική αξία.

Η σημασία της Τουρκίας ενισχύεται περαιτέρω από την αναζωπύρωση της αμερικανοϊρανικής αντιπαράθεσης. Η ανακοίνωση του Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά ιρανικών στόχων επαναφέρει τη Μέση Ανατολή στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής. Σε αυτό το περιβάλλον, η ενεργειακή ασφάλεια, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, τα Στενά του Ορμούζ, η σταθερότητα του Ιράκ και της Συρίας και η αποτροπή της ιρανικής επιρροής αποκτούν ανανεωμένη σημασία. Η Τουρκία, λόγω γεωγραφίας και στρατιωτικής δυνατότητας, καθίσταται ένας κόμβος που μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα τη Μέση Ανατολή, τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον εμφανίζεται διατεθειμένη να διατηρήσει λειτουργική σχέση με την Άγκυρα, ακόμη και όταν αυτό δημιουργεί δυσκολίες για άλλους συμμάχους.

Η περίπτωση των F-35 είναι ενδεικτική αλλά όχι εξαντλητική. Η πιθανή επανεξέταση της τουρκικής πρόσβασης στο πρόγραμμα δεν αφορά μόνο ένα εξοπλιστικό ζήτημα. Συνδέεται με την ευρύτερη θέση της Τουρκίας στην αμερικανική και νατοϊκή στρατηγική. Η απομάκρυνση της Άγκυρας από το πρόγραμμα μετά την αγορά των S-400 υπήρξε θεσμικά και στρατηγικά σημαντική. Ωστόσο, η επαναφορά του ζητήματος στο τραπέζι δείχνει ότι η Ουάσιγκτον σταθμίζει εκ νέου το κόστος αποκλεισμού της Τουρκίας έναντι του κόστους επανένταξής της. Η Τουρκία δεν έχει ακόμη κερδίσει πλήρως αυτή τη μάχη, καθώς οι περιορισμοί CAATSA, οι αντιδράσεις του Κογκρέσου, οι ανησυχίες του Ισραήλ και το ζήτημα των S-400 παραμένουν ουσιαστικά εμπόδια. Ωστόσο, έχει ήδη επιτύχει κάτι κρίσιμο⸱ επανέφερε τη συζήτηση στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο.

Τουναντίον, η Ελλάδα εισέρχεται σε αυτή τη νέα φάση με διαφορετικό είδος συμμαχικής αξίας. Η Αθήνα διαθέτει υψηλή αξιοπιστία, φιλοδυτικό προσανατολισμό, σταθερή θεσμική συμπεριφορά, αυξημένες αμυντικές δαπάνες, συμμετοχή στο πρόγραμμα F-35 και σημαντικές υποδομές για την αμερικανική και νατοϊκή παρουσία. Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, η Λάρισα και άλλες εγκαταστάσεις έχουν αναβαθμίσει τη στρατηγική σημασία της Ελλάδας ως κόμβου πρόσβασης, υποστήριξης και προβολής ισχύος προς τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα, την Ανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Αλεξανδρούπολη, ιδίως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, λειτουργεί ως εναλλακτικός διάδρομος μεταφοράς δυνάμεων και υλικού, μειώνοντας την αποκλειστική εξάρτηση της Δύσης από τα Τουρκικά Στενά.

Advertisement

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται η κρίσιμη διάκριση μεταξύ «αξιοπιστίας» και «αναγκαιότητας». Η Ελλάδα είναι ένας αξιόπιστος σύμμαχος. Η Τουρκία, όμως, εμφανίζεται ως αναγκαίος σύμμαχος. Η πρώτη προσφέρει προβλεψιμότητα, θεσμική συνέπεια και ασφαλείς υποδομές. Η δεύτερη προσφέρει πρόσβαση σε πολλαπλά θέατρα κρίσης, στρατιωτικό βάθος, επιχειρησιακή αυτονομία και δυνατότητα επιρροής σε περιοχές όπου η Δύση δεν μπορεί εύκολα να δράσει χωρίς τη συμμετοχή ή έστω την ανοχή της Άγκυρας. Αυτή η διάκριση δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι ασήμαντη. Σημαίνει ότι η αξία της πρέπει να μετατραπεί από παθητική αξιοπιστία σε ενεργητική στρατηγική επιρροή.

Η ανάλυση των νατοϊκών δομών ενισχύει αυτό το συμπέρασμα. Η Ελλάδα διαθέτει το NATO Rapid Deployable Corps – Greece στη Θεσσαλονίκη, το οποίο αποτελεί σημαντικό στρατηγείο υψηλής ετοιμότητας. Η Τουρκία, όμως, φιλοξενεί το Allied Land Command στη Σμύρνη, δηλαδή το βασικό νατοϊκό στρατηγείο για τις χερσαίες δυνάμεις της Συμμαχίας, καθώς και το NATO Rapid Deployable Corps – Türkiye στην Κωνσταντινούπολη. Η ποιοτική διαφορά είναι σημαντική⸱ ενώ το ελληνικό NRDC-GR ενισχύει την εικόνα της Ελλάδας ως αξιόπιστου παρόχου συμμαχικών δυνατοτήτων, το LANDCOM ενσωματώνει την Τουρκία στον σκληρό πυρήνα της νατοϊκής διοικητικής αρχιτεκτονικής.

Η σύνοδος της Άγκυρας ανέδειξε επίσης ένα ζήτημα διπλωματικής κουλτούρας. Η Τουρκία αξιοποιεί συστηματικά τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ ως μέσο παραγωγής διαπραγματευτικής ισχύος. Προβάλλει απαιτήσεις, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, φιλοξενεί συνόδους, διεκδικεί θέσεις, αξιοποιεί τη στρατηγική επικοινωνία και επενδύει στη θεσμική της ορατότητα. Η Ελλάδα, αντίθετα, εμφανίζεται συχνά εγκλωβισμένη σε μια αμυντική και περιοριστική αντίληψη της συμμαχικής συμμετοχής. Η σχετική κριτική περί παθητικότητας της ελληνικής διπλωματίας αναδεικνύει ακριβώς αυτό το πρόβλημα η Ελλάδα διαθέτει αντικειμενικά πλεονεκτήματα, αλλά δεν τα μετατρέπει πάντοτε σε συστηματική επιρροή εντός των νατοϊκών και ευρωπαϊκών θεσμών.

Advertisement

Η επιλογή της Αθήνας να μη μετατρέψει τα ελληνοτουρκικά σε κεντρικό θέμα της συνόδου μπορεί να ερμηνευθεί ως ρεαλιστική προσαρμογή στο συμμαχικό περιβάλλον. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον προτεραιοποιεί την αντιπαράθεση με το Ιράν, τη διαχείριση της Ρωσίας, την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών και τη συνοχή του ΝΑΤΟ, οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν βρίσκονται στην κορυφή της αμερικανικής ατζέντας. Η ελληνική επίκληση του casus belli και των αρχών καλής γειτονίας παραμένει απολύτως θεμιτή και νομικοπολιτικά σημαντική. Ωστόσο, από μόνη της δεν επαρκεί για να ανατρέψει τη στρατηγική αξιολόγηση της Τουρκίας ως αναγκαίου εταίρου.

Η πρόκληση για την ελληνική στρατηγική είναι επομένως τριπλή.

Πρώτον, η Ελλάδα πρέπει να ενισχύσει την επιχειρησιακή της χρησιμότητα εντός του ΝΑΤΟ, όχι μόνο ως χώρα υποδοχής εγκαταστάσεων, αλλά ως παραγωγός ασφάλειας. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη συμμετοχή σε συμμαχικές αποστολές, εξειδικευμένες δυνατότητες σε τομείς όπως η ναυτική ασφάλεια, η αντιαεροπορική άμυνα, η κυβερνοάμυνα, οι υποδομές logistics και η επιτήρηση της Ανατολικής Μεσογείου.

Advertisement

Δεύτερον, πρέπει να επενδύσει περισσότερο στη θεσμική της παρουσία εντός της συμμαχικής διοίκησης, με συστηματική προώθηση Ελλήνων στελεχών σε θέσεις επιρροής.

Τρίτον, πρέπει να αναπτύξει πιο ενεργητική δημόσια και αμυντική διπλωματία, ώστε η εικόνα της χώρας να μην περιορίζεται στη σταθερότητα και την αξιοπιστία, αλλά να συνδέεται με συγκεκριμένη στρατηγική προστιθέμενη αξία.

Παρεπόμενα, η σύνοδος της Άγκυρας,  δεν συνιστά απλώς επιτυχία της Τουρκίας ή πρόκληση για την Ελλάδα. Συνιστά ένδειξη μιας ευρύτερης μεταβολής στη λειτουργία του ΝΑΤΟ. Σε μια εποχή πολλαπλών κρίσεων, η Συμμαχία θα αποτιμά τα κράτη-μέλη λιγότερο με βάση τη ρητορική τους προσήλωση στις κοινές αξίες και περισσότερο με βάση τη συμβολή τους στη διαχείριση απειλών, στην παραγωγή στρατιωτικών δυνατοτήτων και στην κάλυψη κρίσιμων γεωπολιτικών κενών. Η Τουρκία, με όλες τις αντιφάσεις της, εμφανίζεται σήμερα ως ένας από τους σημαντικότερους στρατηγικούς κόμβους της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, καλείται να αναζητήσει νέους τρόπους μετατροπής της αξιοπιστίας της σε στρατηγική επιρροή.

Advertisement

Το τελικό συμπέρασμα είναι σαφές⸱ η Ελλάδα δεν δύναται να μιμηθεί την Τουρκία. Δύναται, όμως, να κατανοήσει τον μηχανισμό μέσω του οποίου η Τουρκία παράγει συμμαχική αξία. Η αξιοπιστία αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά δεν μετατρέπεται αναπόδραστα σε ισχύ. Μετατρέπεται σε ισχύ μόνο όταν συνδέεται με αναντικατάστατες λειτουργίες, θεσμική επιρροή, επιχειρησιακές δυνατότητες και διπλωματική πρωτοβουλία. Η πραγματική δοκιμασία για την Αθήνα δεν είναι αν θα παραμείνει ένας καλός και προβλέψιμος σύμμαχος. Είναι αν θα καταφέρει να καταστεί ένας σύμμαχος του οποίου η συμβολή θεωρείται αναγκαία για τη λειτουργία της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Advertisement