Η ισχύς συνιστούσε ανέκαθεν τον βασικό ρυθμιστικό παράγοντα των διεθνών σχέσεων, ενώ στη δεδομένη χρονική στιγμή η σημασία της καθίσταται ακόμα πιο καίρια. Συγκαιρινά, εφ’ όσον θεωρήσουμε ότι η εντροπία στη διεθνή πολιτική ‒ως η απομείωση του ρόλου των κανονιστικών της στοιχείων‒ αυξάνεται, τότε το λογικό ακόλουθο είναι πως και ο ρόλος της ισχύος ‒ως βασικού προσδιοριστικού παράγοντά της‒ θα αυξάνεται κατ’ αναλογία. Υπό αυτή την προϋπόθεση, αντιλήψεις ‒που διατυπώθηκαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία (2022)‒ σύμφωνα με τις οποίες οι αναθεωρητικές πρακτικές στο διεθνές σύστημα δεν θα γίνονται αποδεκτές από τη διεθνή κοινότητα, πλέον απώλεσαν το όποιο ερμηνευτικό τους περιεχόμενο.
Αναλύοντας λοιπόν τον τίτλο του άρθρου ξεκινάμε από τα ετυμολογικά συμφραζόμενα κατά τα οποία Μεθερμηνεία σημαίνει ο «επανακαθορισμός μιας ερμηνευτικής προσέγγισης»· λέξη σχηματιζόμενη από την πρόθεση μετά ‒που δηλώνει αλλαγή, επαναξιολόγηση ή αναθεώρηση (επί παραδείγματι στα ρήματα: «μεταμορφώνω», «μεταφράζω», «μετανοώ»)‒ και το ουσιαστικό ερμηνεία, η οποία παράγεται από το ρήμα ερμηνεύω (εξηγώ, αποσαφηνίζω) και συνδέεται ετυμολογικά με τον θεό Ερμή ο οποίος μετέφερε και εξηγούσε τα σιβυλλικά μηνύματα των θεών στους ανθρώπους.
Η μεθερμηνεία δεν αποτελεί απλώς μια επεξηγηματική προσέγγιση, αλλά μια εκ νέου ερμηνεία, ήτοι τη μετατόπιση του νοήματος σε μια νέα βάση. Ακολούθως, η λέξη Εμμονή προέρχεται από την πρόθεση εν και το ρήμα μένω (παραμένω, στέκομαι σταθερός) και σημαίνει κυριολεκτικά «το να μένεις μέσα σε κάτι» δίχως να μετακινείσαι. Υποδηλώνει τη διαρκή προσκόλληση, τη σταθερότητα και την άρνηση κάποιου να εγκαταλείψει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο ή αντίληψη. Εκ πρώτης όψεως, η συνύπαρξη στην ίδια πρόταση των συγκεκριμένων λέξεων δημιουργεί ένα εκφραστικό οξύμωρο, εφ’ όσον ετυμολογικά και σημασιολογικά οι λέξεις αντίκεινται μεταξύ τους.
Η πρόσφατη Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα συνιστά μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για να επαναξιολογηθεί η κατάσταση που επικρατεί εντός του δυτικού συστήματος ασφάλειας. Πέραν της απλής αναπαραγωγής των συμπερασμάτων και κοινότοπων αναλύσεων χρήζει ιδιαίτερης μνείας η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της πολυμερούς συνάντησης και η σωρεία δηλώσεων κυβερνητικών και νατοϊκών αξιωματούχων. Ιστορικοσυγκριτικά, οι διατλαντικές σχέσεις συγκροτήθηκαν και εξελίχθηκαν εντός ενός χρονικού πλαισίου ογδόντα ετών που καλύπτει τη μεταπολεμική και μεταψυχροπολεμική περίοδο. Σ’ αυτό το διάστημα διαμορφώθηκαν σχέσεις και παγιώθηκαν αντιλήψεις οι οποίες κυριάρχησαν, ενώ η παρούσα διεθνοπολιτική κατάσταση ενδεχομένως να χρήζει μεθερμηνειών.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και των όσων ακολούθησαν στο διατλαντικό πλαίσιο ασφάλειας και εμπορίου διαμορφώθηκαν απόψεις που διατύπωναν την ανάγκη για στρατηγική χειραφέτηση των ευρωπαίων και την ταυτόχρονη ενίσχυση του ΝΑΤΟ! Ασύμπτωτα και στρατηγικά ανορθολογικά ρητορικά σχήματα που η Σύνοδος κορυφής στην Άγκυρα κατέδειξε ότι οι εμπεδωμένες στο χρόνο αντιλήψεις και πρακτικές συμπόρευσης –άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο οικειοθελείς–των ευρωπαϊκών κρατών με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δημιουργήσει μία ψυχολογική κατάσταση που παραπέμπει στο ψυχολογικό φαινόμενο του Τραυματικού Δεσμού (Traumatic Bonding).
Είναι γεγονός ότι τους τελευταίους δεκαοχτώ μήνες είναι αναρίθμητες οι υποτιμητικές ή περιπαικτικές δηλώσεις του Αμερικανού Προέδρου προς τους ευρωπαίους αξιωματούχους, καθιστώντας σε επίπεδο ηγεσίας σχεδόν παραλυτική την επίδραση του εν λόγω ψυχικού συμπτώματος.
Χαρακτηριστικότερη είναι ίσως η περίπτωση του θελήμονος ΓΓ του ΝΑΤΟ ο οποίος λειτουργεί κυριολεκτικά ως εντολοδόχος του Αμερικανού Προέδρου. Υπό αυτές τις συνθήκες καθίσταται εξαιρετικά αμφίβολη κάθε προσπάθεια προς την στρατηγική αυτονόμηση των ευρωπαϊκών κρατών, η οποία προϋποθέτει την απεξάρτησή τους από την ασφάλεια που τους παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά το 1949. Τα ευρωπαϊκά κράτη και η ΕΕ ‒ως το συλλογικό υποκείμενο που συγκρότησαν μεταπολεμικά και επέκτειναν μεταψυχροπολεμικά‒ αδυνατούν να λάβουν τις αναγκαίες αποφάσεις στρατηγικής τους χειραφέτησης έναντι των Ηνωμένων Πολιτείων και του ΝΑΤΟ αντίστοιχα.
Στο μέτρο που τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθετήσουν ως επιλογή στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας τη συμμετοχή μη-κοινοτικών αλλά νατοϊκών κρατών (Ηνωμένο Βασίλειο και Τουρκία) θα υπονομεύσουν έτι περαιτέρω την όποια προοπτική οικοδόμησης της κοινής αμυντικής πολιτικής της ΕΕ.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Συνόδου κορυφής της Άγκυρας, επιβεβαιώνεται η δέσμευση των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ στη συλλογική άμυνα (Άρθρο 5) και την αντιμετώπιση των κύριων απειλών, προσδιοριζόμενες στη Ρωσία και την τρομοκρατία. Η διακήρυξη μετουσιώνει προγενέστερες συμφωνίες για σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών από τα ευρωπαϊκά κράτη και τον Καναδά, ικανοποιώντας – ή κατευνάζοντας για μια ακόμη φορά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο – τον Αμερικανό Πρόεδρο. Μάλλον η αποδοχή για αυξημένες αμυντικές δαπάνες των ευρωπαϊκών – κρατών και του Καναδά έκανε εφικτή την αναφορά στο άρθρο 5 της Συμμαχίας, καταδεικνύοντας την εξαρτησιακή σχέση Ηνωμένων Πολιτείων και ευρωπαϊκών κρατών.
Όσον αφορά την Ουκρανία αναδείχθηκε η απροθυμία της αμερικανικής κυβέρνησης να καλύψει το οικονομικό κόστος του πολέμου, το οποίο αναλαμβάνουν οι ευρωπαίοι εταίροι και ο Καναδάς.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ επιβεβαίωσε την διαμορφωμένη από καιρό άποψη για τον αναβαθμισμένο ρόλο της Τουρκίας εντός της Ατλαντικής Συμμαχίας. Ασφαλώς χρήζει ενδελεχούς επεξήγησης πώς από την «απομονωμένη» και «δακτυλοδεικτούμενη» για την αντι-δυτική της συμπεριφορά Τουρκία πριν τέσσερα χρόνια, καταλήξαμε στη σημερνή στρατηγική της αναβάθμιση τόσο στο νατοϊκό, όσο και στο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφαλείας. Η Τουρκία αναβαθμίζεται διότι τα ευρωπαϊκά κράτη αρνούνται να υιοθετήσουν επιλογές που απάδουν με τις κυρίαρχες μεταψυχροπολεμικές αντιλήψεις τους για την «ευοίωνη» μετεξέλιξη της διεθνούς και ευρωπαϊκής τάξης. Η αδυναμία τους να χειραφετηθούν στρατηγικά διαιωνίζει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία, επαναφέρει σταδιακά το Ηνωμένο Βασίλειο ως συνδαιτημόνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και ανάγει την Τουρκία σε στρατηγικά «αναντικατάστατο εταίρο».
Το εν λόγω στρατηγικό αποκύημα, σχετικά με την αναντικατάστατη, αλλά κατά συρροήν αναξιόπιστης συμμαχικά Τουρκίας, διέπει και την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Στα καθ’ ημάς, η Σύνοδος της Άγκυρας κατέδειξε και τις οικείες εμμονές και ψευδαισθήσεις σχετικά με την πρόσληψη της διεθνούς πολιτικής ως πεδίο άσκησης της εξωτερικής μας πολιτικής. Η δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού πως: «πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι όλες οι ευαισθησίες όλων των μελών λαμβάνονται υπόψη» εμπεριέχει ένα παράπονο και μία αλήθεια. Παράπονο που η διαρκώς «βρισκόμενη στην σωστή πλευρά της ιστορίας» και γεμάτη αυτοπεποίθηση Ελλάδα δεν βρήκε ευήκοα συμμαχικά ώτα, ως προς την καταδίκη του από τριακονταετίας διακηρυγμένου τουρκικού casus belli, σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν των 6 ν.μ. στο Αιγαίο· λες και δεν αποσυνέδεσε η Ελλάδα τον τουρκικό αναθεωρητισμό και το casus belli από τις διμερείς σχέσεις με τη Διακήρυξη των Αθηνών.
Αλήθεια, ως προς τον τρόπο που προσεγγίσει εν γένει η Ελλάδα τη διεθνή πολιτική, δείχνοντας δομική απροθυμία μας αναγκαίας μεθερμηνείας των όσων συμβαίνουν. Τα κράτη έχουν συμφέροντα τα οποία προσπαθούν να εξυπηρετήσουν μέσω της εξωτερικής πολιτικής τους, όπως είναι και η επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο που συνιστά δικαίωμα, βάσει του δικαίου της θάλασσας, που εφ’ όσον ασκηθεί εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα.
Αν μεταθέτεις την άσκηση των δικαιωμάτων σου εις το διηνεκές, τότε αυτά γίνονται φθίνοντα συμφέροντα και συν τω χρόνω αξιώσεις τρίτου κράτους, εκπίπτοντας εν τέλει σε οικείες ευαισθησίες οι οποίες ελπίζεις να εισακουστούν από εταίρους και συμμάχους.
Η διεθνής συγκυρία είναι εξόχως απαιτητική και η άσκηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής θα καταστεί δυσκολότερη εφ’ όσον συνεχιστεί η συγκεκριμένη ερμηνεία των πραγμάτων.