Οι μεγάλες διεθνείς σύνοδοι κορυφής δεν αλλάζουν πάντοτε τις ισορροπίες μέσα σε λίγες ημέρες. Αποκαλύπτουν, όμως, συχνά με ιδιαίτερη καθαρότητα τις μεταβολές που συντελούνται στο διεθνές σύστημα και αναδεικνύουν τους παράγοντες που αποκτούν αυξημένη σημασία στη νέα εποχή.
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η Συμμαχία καλείται να αντιμετωπίσει ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον ασφαλείας: την επιστροφή της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, την ανάγκη ενίσχυσης της αποτροπής, την προστασία κρίσιμων υποδομών, αλλά και τον αυξανόμενο ρόλο των ενεργειακών και εμπορικών διαδρομών στη διαμόρφωση της νέας στρατηγικής πραγματικότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η Ανατολική Μεσόγειος δεν αποτελεί πλέον απλώς έναν χώρο περιφερειακών ανταγωνισμών. Έχει μετατραπεί σε έναν κρίσιμο γεωπολιτικό κόμβο, όπου συναντώνται η ευρωπαϊκή ασφάλεια, οι ενεργειακές εξελίξεις, οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας και οι νέες ισορροπίες ισχύος.
Το βασικό ερώτημα που αναδεικνύεται είναι ποια κράτη θα καταφέρουν να μετατρέψουν τη γεωγραφία τους, τις δυνατότητές τους και τη διεθνή τους θέση σε πραγματική στρατηγική επιρροή.
Η Τουρκία προσήλθε στη Σύνοδο επιδιώκοντας να επιβεβαιώσει τον ρόλο της ως ενός από τους σημαντικότερους παράγοντες της νοτιοανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας. Η γεωγραφική της θέση, η στρατιωτική της ικανότητα, η ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας και η δυνατότητά της να λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ διαφορετικών γεωπολιτικών περιοχών αποτελούν σημαντικά πλεονεκτήματα.
Η Άγκυρα έχει επενδύσει συστηματικά στην ενίσχυση της στρατηγικής της αυτονομίας και επιδιώκει να μετατρέψει τη στρατιωτική της ισχύ σε αυξημένη πολιτική επιρροή. Πρόκειται για μια εξέλιξη που η Ελλάδα οφείλει να αξιολογεί με ψυχραιμία και ρεαλισμό, χωρίς υπερβολές αλλά και χωρίς υποτίμηση των νέων δεδομένων.
Ωστόσο, η στρατηγική αξία ενός κράτους δεν κρίνεται αποκλειστικά από το μέγεθος των δυνατοτήτων του. Κρίνεται επίσης από την ικανότητά του να συμβάλλει στη δημιουργία ενός σταθερού, προβλέψιμου και αξιόπιστου περιβάλλοντος ασφαλείας.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ελληνική παρέμβαση στη Σύνοδο.
Η Αθήνα επιχείρησε να αναδείξει ότι η συνοχή μιας συμμαχίας συλλογικής άμυνας δεν στηρίζεται μόνο στην κατανομή στρατιωτικών δυνατοτήτων. Βασίζεται εξίσου στην εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών της, στον σεβασμό των αρχών της και στη διαμόρφωση συνθηκών που δεν δημιουργούν αβεβαιότητα στο εσωτερικό της Συμμαχίας.
Η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ανάγκη σχέσεων καλής γειτονίας και στην ύπαρξη της απειλής χρήσης βίας ανέδειξε μια διαφορετική διάσταση της ελληνικής στρατηγικής. Η Αθήνα επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο μιας διμερούς διαφοράς στο επίπεδο της αξιοπιστίας και της συνοχής του ίδιου του ΝΑΤΟ.
Το μήνυμα που επιχειρήθηκε να μεταδοθεί είναι ότι μια συμμαχία συλλογικής ασφάλειας δεν μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά όταν παραμένουν ανοιχτά ζητήματα που επηρεάζουν την εμπιστοσύνη μεταξύ των συμμάχων.
Η ίδια λογική συνδέεται και με τη συζήτηση γύρω από τα προηγμένα οπλικά συστήματα, όπως τα F-35. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την απόκτηση μιας συγκεκριμένης τεχνολογίας. Αφορά το ευρύτερο ερώτημα κατά πόσο οι αμυντικές επιλογές των κρατών εξετάζονται μέσα στο συνολικό πλαίσιο ασφαλείας της περιοχής.
Παράλληλα, η Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίσει τη στρατηγική της μόνο στην ανάδειξη των προβλημάτων που δημιουργεί η τουρκική συμπεριφορά. Η ουσιαστική πρόκληση είναι να αναδείξει τη δική της θετική προστιθέμενη αξία στο νέο περιβάλλον ασφαλείας.
Η αξία αυτή βρίσκεται στη δυνατότητα της χώρας να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας σε μια περιοχή που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για την Ευρώπη και τη Συμμαχία.
Η σύγχρονη γεωπολιτική δεν αφορά μόνο τα σύνορα και τη στρατιωτική ισχύ. Αφορά τα δίκτυα που συνδέουν οικονομίες, κοινωνίες και κράτη. Αφορά την ασφάλεια των ενεργειακών διαδρομών, των θαλάσσιων οδών, των κρίσιμων υποδομών και των κόμβων που στηρίζουν τη λειτουργία της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Ελλάδα διαθέτει ένα διαφορετικό στρατηγικό κεφάλαιο. Η γεωγραφική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, οι υποδομές της, η συμμετοχή της σε ενεργειακές και διασυνδετικές πρωτοβουλίες, καθώς και η δυνατότητά της να υποστηρίζει τη συμμαχική κινητικότητα δημιουργούν μια αξία που υπερβαίνει τα στενά εθνικά όρια.
Η αποτροπή, επομένως, δεν είναι μόνο η ικανότητα μιας χώρας να απαντήσει σε μια κρίση. Είναι και η ικανότητά της να συμβάλλει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου η κρίση καθίσταται λιγότερο πιθανή.
Αυτό είναι το πραγματικό στρατηγικό στοίχημα για την Αθήνα.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιχειρήσει έναν συνολικό ανταγωνισμό με την Τουρκία σε κάθε πεδίο. Οι δύο χώρες διαθέτουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, διαφορετικά πλεονεκτήματα και διαφορετικούς τρόπους άσκησης επιρροής. Η τουρκική ισχύς βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο μέγεθος, στη γεωγραφία και στις στρατιωτικές δυνατότητες. Η ελληνική στρατηγική αξία μπορεί να ενισχυθεί μέσα από την αξιοπιστία, τη σταθερότητα και τον ρόλο της ως κόμβου ασφάλειας και συνεργασίας.
Η Σύνοδος της Άγκυρας ανέδειξε μια σημαντική πραγματικότητα: στον σύγχρονο κόσμο η επιρροή δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των μέσων που διαθέτει ένα κράτος. Μετριέται και με την ικανότητά του να προσφέρει σταθερότητα, να μειώνει την αβεβαιότητα και να καθίσταται αναγκαίο στοιχείο ενός ευρύτερου συστήματος ασφαλείας.
Η επόμενη δεκαετία θα κριθεί από την ικανότητα των κρατών να μετατρέψουν τη γεωγραφική τους θέση σε ενεργό στρατηγικό ρόλο.
Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι σαφής, όχι απλώς να αποδεικνύει ότι βρίσκεται σε μια κρίσιμη περιοχή, αλλά να καταστήσει κατανοητό ότι η παρουσία της αποτελεί παράγοντα σταθερότητας, ενεργειακής ασφάλειας και συνοχής για ολόκληρη τη Συμμαχία.
Στη νέα εποχή της γεωπολιτικής, η μεγαλύτερη ισχύς δεν ανήκει πάντοτε σε εκείνους που διαθέτουν τα περισσότερα μέσα. Ανήκει σε εκείνους που μπορούν να καταστούν απαραίτητοι.