Με την ευθεία αναφορά στο τουρκικό casus belli να δίνει τον τόνο των δηλώσεών του μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε μήνυμα προς την Τουρκία ότι η απειλή πολέμου δεν μπορεί να θεωρείται κανονικότητα μεταξύ δύο γειτονικών χωρών και συμμάχων στη Συμμαχία.
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε το casus belli «ιστορική ανορθογραφία», συνδέοντάς το ευθέως με τη Διακήρυξη των Αθηνών και με το κλίμα καλής γειτονίας που, όπως είπε, επιδιώκουν να οικοδομήσουν Αθήνα και Άγκυρα παρά τις διαφορές τους.
«Δεν είναι η πρώτη φορά που έχω αναφερθεί στο casus belli. Είχα την ευκαιρία να το κάνω όταν βρέθηκα στη διμερή μας συνάντηση με τον πρόεδρο Ερντογάν πριν από κάποιους μήνες. Νομίζω ότι είναι μια ιστορική ανορθογραφία», ανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Και πρόσθεσε: «Δεν συντάσσεται ούτε με τη Διακήρυξη των Αθηνών ούτε με το καλό κλίμα το οποίο θέλουμε να χτίσουμε ως δύο γειτονικές χώρες, που παρά τις διαφορές μας θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε ειρηνικά και να χτίζουμε σχέσεις καλής γειτονίας».
Η τοποθέτηση του πρωθυπουργού έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς έγινε μέσα στο νατοϊκό πλαίσιο, όπου η Ελλάδα επιδιώκει να υπενθυμίσει ότι η ενότητα της Συμμαχίας δεν μπορεί να συνυπάρχει με ανοιχτές απειλές πολέμου ανάμεσα σε κράτη-μέλη.
Απαντώντας στο ερώτημα αν οι ηγέτες των άλλων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ αντιλαμβάνονται τις ελληνικές θέσεις, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι οι Ευρωπαίοι ομόλογοί του κατανοούν πως το casus belli δεν ταιριάζει ούτε με το πνεύμα της Συμμαχίας ούτε με την προσπάθεια αποκλιμάκωσης στα ελληνοτουρκικά.
«Νομίζω ότι όλοι οι συνάδελφοί μου στην Ευρώπη αντιλαμβάνονται ότι δεν ταιριάζει και με το κλίμα της Συμμαχίας να υπάρχει αυτή η απειλή πολέμου, η οποία έρχεται από το βαθύ παρελθόν, από το 1995. Νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα πια να την αφήσουμε πίσω μας», τόνισε.
Με αυτόν τον τρόπο, η Αθήνα θέτει το ζήτημα όχι μόνο ως διμερές πρόβλημα Ελλάδας–Τουρκίας, αλλά και ως θέμα συμβατότητας με τις βασικές αρχές της Συμμαχίας. Το μήνυμα είναι ότι ο διάλογος με την Άγκυρα μπορεί να συνεχιστεί, αλλά δεν μπορεί να οικοδομείται υπό τη σκιά μιας απειλής πολέμου που παραμένει ενεργή εδώ και τρεις δεκαετίες.
F-35 και Τουρκία: Τα νομικά εμπόδια και οι S-400
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ρωτήθηκε και για το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, υπό το βάρος και των στενών σχέσεων που διατηρεί ο Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Ο πρωθυπουργός απέφυγε να εμφανιστεί ως εκείνος που θα υποδείξει στην Ουάσιγκτον τις αποφάσεις της. Έστειλε όμως σαφές μήνυμα ότι η υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν να μην έχει προηγηθεί η αγορά των ρωσικών S-400 από την Άγκυρα.
«Δεν είναι δική μου δουλειά να σχολιάζω τις επιλογές άλλων χωρών, ούτε προφανώς η Ελλάδα είναι αυτή η οποία θα υποδείξει στις Ηνωμένες Πολιτείες σε ποιους θα πουλήσει ή δεν θα πουλήσει οπλικά συστήματα», ανέφερε.
Στη συνέχεια, όμως, έκανε αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε «πραγματολογική παρατήρηση»: ότι «αυτή τη στιγμή υπάρχουν σημαντικά νομικά εμπόδια στην αμερικανική νομοθεσία» για την προμήθεια F-35 από την Τουρκία.
Ο πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι η απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 συνδέθηκε με την αγορά των S-400, ενός ρωσικού συστήματος το οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ θεωρούν ευθέως ανταγωνιστικό προς το ίδιο το πρόγραμμα των αμερικανικών μαχητικών πέμπτης γενιάς.
Σε νέα ερώτηση για το αν θέλει να στείλει μήνυμα προς την αμερικανική ηγεσία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανήλθε στην ίδια γραμμή, αυτή τη φορά ακόμη πιο αιχμηρά:
«Αυτό δεν είναι δική μου δουλειά. Να υποδείξω σε κανέναν και σίγουρα όχι στις ΗΠΑ τι θα πουλήσουν και πού θα πουλήσουν, όπως δεν δέχομαι κι εγώ υποδείξεις για το τι θα αγοράσουμε εμείς ως χώρα προκειμένου να θωρακίσουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας και να ασφαλίσουμε τη χώρα».
Η διατύπωση αυτή επιτρέπει στην Αθήνα να κρατήσει διπλή ισορροπία: αφενός να μη φανεί ότι επιχειρεί δημόσια να μπλοκάρει αμερικανικές αποφάσεις, αφετέρου να υπενθυμίσει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να κουβαλά το βάρος της επιλογής των S-400.
Την ίδια ώρα, ο πρωθυπουργός έστρεψε τη συζήτηση στον ελληνικό σχεδιασμό, σημειώνοντας ότι οι Έλληνες πιλότοι θα αρχίσουν μέσα στο 2027 να εκπαιδεύονται στα ελληνικά F-35, τα οποία ήδη κατασκευάζονται και η αγορά τους έχει πρακτικά δρομολογηθεί.
«Η Ελλάδα έχει παραγγείλει τα δικά της F-35», είπε, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι από το 2019 έχει ενισχυθεί σημαντικά η Πολεμική Αεροπορία, με τον εκσυγχρονισμό των F-16 στην έκδοση Viper, την απόκτηση 24 Rafale και την ενεργή συμμετοχή της χώρας στο πρόγραμμα των F-35.
Νέα εποχή στο ΝΑΤΟ με μεγαλύτερο ευρωπαϊκό βάρος
Πέρα από τα ελληνοτουρκικά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε τη Σύνοδο ως σημείο καμπής για το ΝΑΤΟ, καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες καλούνται πλέον να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την άμυνά τους.
Όπως είπε, για να διαφυλαχθεί η ενότητα του ΝΑΤΟ αλλά και ο ευρωατλαντικός χαρακτήρας του, ήταν απαραίτητο οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι να επωμιστούν μεγαλύτερο βάρος στην κατανομή των ευθυνών εντός της Συμμαχίας.
«Αυτό σημαίνει με απλά λόγια να δαπανούν περισσότερους πόρους, έτσι ώστε να επέλθει μια στοιχειώδης ισορροπία μεταξύ των δαπανών των ΗΠΑ και των υπόλοιπων μελών του ΝΑΤΟ», ανέφερε.
Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε θέσει το ζήτημα αυτό ήδη από την πρώτη του θητεία, με τον δικό του, όπως είπε, «ιδιαίτερο τρόπο», προσθέτοντας ότι «είχε απολύτως δίκιο».
Σύμφωνα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αλλά και η συζήτηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση περί στρατηγικής αυτονομίας, οδήγησαν τους Ευρωπαίους στο συμπέρασμα ότι πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική τους άμυνα.
«Η ενίσχυση αυτού που αποκαλούμε ευρωπαϊκό πυλώνα του ΝΑΤΟ αποτελεί μια αναντίρρητη προτεραιότητα. Θα έλεγα συνθήκη επιβίωσης της ίδιας της Συμμαχίας», σημείωσε.
«Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη εκεί που άλλες χώρες ελπίζουν να βρεθούν το 2035»
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς εντός των νέων νατοϊκών στόχων, αλλά προηγείται πολλών ευρωπαϊκών χωρών.
Όπως ανέφερε, η χώρα είναι μία από τις πέντε χώρες του ΝΑΤΟ που, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Συμμαχίας για το 2026, έχει ήδη πετύχει και ξεπεράσει τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ για τις κύριες αμυντικές δαπάνες.
«Άρα, εμείς βρισκόμαστε ήδη εκεί που άλλες ευρωπαϊκές χώρες ελπίζουν να βρεθούν το 2035», είπε χαρακτηριστικά.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέδεσε αυτή τη θέση της Ελλάδας με τις ιδιαίτερες γεωπολιτικές συνθήκες που αντιμετωπίζει η χώρα, υπενθυμίζοντας ότι ακόμη και στην περίοδο της οικονομικής κρίσης η Ελλάδα ξεπερνούσε τον τότε στόχο του 2% του ΑΕΠ για την άμυνα.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η ελληνική συμβολή αναγνωρίζεται τόσο από τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ όσο και από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Η Ελλάδα είναι πρωταγωνίστρια σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια του ΝΑΤΟ», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η προσπάθεια αυτή «τώρα αποδίδει σαφέστερα τους καρπούς».
Τραμπ και ΝΑΤΟ: «Καμία πιθανότητα αποχώρησης των ΗΠΑ»
Ερωτηθείς για τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στη Συμμαχία και για το αν ανησυχεί για πιθανή αμερικανική αποδέσμευση από το ΝΑΤΟ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίστηκε καθησυχαστικός.
«Δεν θεωρώ ότι υπάρχει καμία πιθανότητα οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποχωρήσουν από το ΝΑΤΟ», είπε.
Μάλιστα, ανέφερε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος, στην καταληκτική του τοποθέτηση στη Σύνοδο, μίλησε θετικά για το κλίμα που διαμορφώθηκε και αναγνώρισε ότι οι Ευρωπαίοι ανταποκρίθηκαν στο, όπως το χαρακτήρισε ο πρωθυπουργός, «δικαιολογημένο κάλεσμα» να δαπανήσουν περισσότερα για τη δική τους και τη συλλογική ασφάλεια.
Κατά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το ΝΑΤΟ μπαίνει σε μια νέα εποχή, στην οποία η ευρωπαϊκή συμμετοχή στην άμυνα θα είναι μεγαλύτερη, χωρίς αυτό να σημαίνει αποδυνάμωση του διατλαντικού δεσμού.
Μέση Ανατολή και Ορμούζ: Η Ελλάδα θα υπερασπίζεται την ελεύθερη ναυσιπλοΐα
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, εκφράζοντας συγκρατημένη αισιοδοξία ότι η κρίση δεν θα οδηγήσει σε νέα αλυσίδα κλιμάκωσης.
Όπως είπε, στο παρελθόν υπήρξαν προσωρινές εχθροπραξίες, όμως ο ίδιος επιλέγει να βλέπει «το ποτήρι μισογεμάτο», εκτιμώντας ότι μπορεί να υπάρξει συνέχιση των συζητήσεων και αποκλιμάκωση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα Στενά του Ορμούζ, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα, ως μεγάλη ναυτιλιακή δύναμη, έχει άμεσο συμφέρον από την προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
«Η Ελλάδα είναι μια παγκόσμια ναυτική υπερδύναμη. Και ως παγκόσμια ναυτική υπερδύναμη θα υπερασπίζεται πάντα το δικαίωμα της ελεύθερης ναυσιπλοΐας», ανέφερε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημείωσε ότι η Ελλάδα είναι ήδη παρούσα στην ευρωπαϊκή επιχείρηση «Ασπίδες» στην Ερυθρά Θάλασσα, με στόχο την προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συμμετοχής και σε αντίστοιχη επιχείρηση στα Στενά του Ορμούζ, εφόσον αυτό ζητηθεί και συμφωνηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
«Δεν είναι κάτι το οποίο αυτή τη στιγμή συζητείται, αλλά η Ελλάδα έχει και την επιχειρησιακή δυνατότητα και το συμφέρον να υπερασπίζεται πάντα την ελευθερία της ναυσιπλοΐας», είπε.
Για την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι τον προβληματίζει, εκτίμησε όμως ότι πρόκειται για προσωρινή άνοδο και ότι, εφόσον αποκλιμακωθεί η κρίση, οι τιμές θα επιστρέψουν σε επίπεδα διαχειρίσιμα για την ελληνική οικονομία.
Εξοπλιστικό πρόγραμμα 28 δισ. ευρώ: «Το τίμημα για την ελευθερία μας»
Κλείνοντας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπερασπίστηκε τον μακροπρόθεσμο αμυντικό σχεδιασμό της χώρας, υπενθυμίζοντας ότι η Ελλάδα έχει ήδη συμφωνημένο εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους 28 δισ. ευρώ, εγκεκριμένο από το ΚΥΣΕΑ.
«Είναι το τίμημα για την ελευθερία μας», ανέφερε, τονίζοντας ότι η Ελλάδα αναγκάζεται να καταβάλλει αυξημένο κόστος σε σχέση με άλλες χώρες, όχι μόνο για να ανταποκρίνεται στις δεσμεύσεις της στο ΝΑΤΟ, αλλά κυρίως επειδή πρέπει να διατηρεί ισχυρή αποτρεπτική δυνατότητα.
Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι οι αμυντικές δαπάνες αποτελούν μια «θυσία», καθώς πόροι που κατευθύνονται στην άμυνα λείπουν από άλλες κρατικές δαπάνες. Υποστήριξε, όμως, ότι οι Έλληνες πολίτες αντιλαμβάνονται την ανάγκη αυτής της επιλογής.
Παράλληλα, συνέδεσε την αμυντική θωράκιση με την ανάπτυξη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, κάνοντας αναφορά στις ναυπηγοεπισκευαστικές μονάδες αλλά και στις ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις που ήδη αναπτύσσουν προϊόντα και υπηρεσίες για τις Ένοπλες Δυνάμεις.
«Αυτό είναι το τίμημα της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας και της προάσπισης της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων», είπε, επιμένοντας ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να επενδύει στην αποτροπή και στην ασφάλειά της.