Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google


Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα (7-8 Ιουλίου 2026) δεν αποτέλεσε μία ακόμη συνάντηση κορυφής της Συμμαχίας. Αντιθέτως, κατέδειξε ότι η αμερικανική στρατηγική στην ευρύτερη περιοχή εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στην αποτροπή της Ρωσίας, αλλά επεκτείνεται στη διασφάλιση των θαλάσσιων οδών, των ενεργειακών διαδρόμων, των κρίσιμων υποδομών και της συνολικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας από τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο.

Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Τουρκία φαίνεται να αποκτά αναβαθμισμένο ρόλο. Όχι επειδή η Δύση θεωρεί ότι η Άγκυρα εγκατέλειψε τον αναθεωρητισμό της ή επειδή επιβραβεύει τις επιλογές της των τελευταίων ετών, αλλά επειδή η γεωγραφία εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες της διεθνούς πολιτικής.

Advertisement
Advertisement

Η Τουρκία ελέγχει τα Στενά, βρίσκεται στο σημείο όπου διασταυρώνονται τα Βαλκάνια, ο Καύκασος, η Μαύρη Θάλασσα και η Μέση Ανατολή και διαθέτει μια αμυντική βιομηχανία που αναπτύσσεται με ιδιαίτερα ταχείς ρυθμούς. Για την Ουάσιγκτον, η χώρα αυτή εξακολουθεί να αποτελεί έναν δύσκολα υποκαταστάσιμο εταίρο, παρά τις κατά καιρούς εντάσεις στις διμερείς σχέσεις.

Η εικόνα αυτή αποτυπώθηκε καθαρά στις εργασίες της Συνόδου. Η Συμμαχία επιβεβαίωσε την αύξηση των αμυντικών δαπανών, την ενίσχυση της αμυντικής παραγωγής και τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία, ενώ η Άγκυρα προέβαλε τον εαυτό της ως τον βασικό πυλώνα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ζήτησε την άρση των περιορισμών στην αμυντική συνεργασία με την Τουρκία, υποστήριξε την πλήρη συμμετοχή της στις ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες και ανακοίνωσε περαιτέρω αύξηση των τουρκικών αμυντικών δαπανών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο πρόγραμμα αντιαεροπορικής άμυνας «Steel Dome».

Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τράμπ εμφανίσθηκε διατεθειμένος να εξετάσει τη χαλάρωση ορισμένων περιορισμών που επιβλήθηκαν στην Άγκυρα μετά την κρίση των S-400. Ωστόσο, στο ζήτημα της πιθανής επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 απέφυγε οποιαδήποτε σαφή και δεσμευτική διατύπωση. Οι δηλώσεις του άφησαν ανοικτό μόνο το ενδεχόμενο επανεξέτασης του θέματος και όχι κάποια ειλημμένη πολιτική απόφαση.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Ακόμη και αν η αμερικανική κυβέρνηση επιθυμούσε μια τέτοια εξέλιξη, η διαδικασία μόνο απλή δεν είναι. Οι αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο παραμένουν ισχυρές, το ζήτημα της συνύπαρξης των ρωσικών S-400 με τα F-35 εξακολουθεί να θεωρείται σοβαρό πρόβλημα ασφαλείας, ενώ απαιτούνται πολιτικές και τεχνικές αποφάσεις που δύσκολα μπορούν να ληφθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Με άλλα λόγια, η Τουρκία, ακόμη και υπό τις πλέον ευνοϊκές πολιτικές συνθήκες, θα αργήσει να αποκτήσει F-35, εφόσον τελικά τα αποκτήσει κάποτε.

Πίσω όμως από τη νέα αμερικανική προσέγγιση δεν βρίσκεται μόνο η προσωπική σχέση Τραμπ – Ερντογάν.

Advertisement

Καθοριστικό ρόλο φαίνεται να διαδραματίζει ο Thomas J. Barrack Jr., ένας από τους παλαιότερους και στενότερους συνεργάτες του Αμερικανού Προέδρου. Ως πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Άγκυρα και ταυτόχρονα ειδικός προεδρικός απεσταλμένος για τη Συρία και το Ιράκ, συγκεντρώνει εξαιρετικά διευρυμένες αρμοδιότητες που σπανίως ανατίθενται σε ένα μόνο πρόσωπο.

Η στρατηγική του αντίληψη είναι σαφής: χωρίς την Τουρκία δεν μπορεί να διαμορφωθεί μια σταθερή περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Μέση Ανατολή. Κατά την προσέγγισή του, η Άγκυρα αποτελεί τον φυσικό γεωπολιτικό κόμβο που μπορεί να συμβάλει στη σταθεροποίηση της Συρίας, του Ιράκ και της ευρύτερης περιοχής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι ιδιαίτερα συζητημένες αναφορές του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όταν υποστήριξε ότι επί αιώνες λειτούργησε ως παράγοντας σχετικής σταθερότητας, ενώ πολλά από τα σημερινά προβλήματα προέκυψαν μετά την αναδιάταξη των συνόρων από τις αποικιακές δυνάμεις μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν εύλογες αντιδράσεις στην Ελλάδα, στην Κύπρο και σε αρκετά αραβικά κράτη, πλην όμως αντανακλούν κυρίως έναν τρόπο γεωπολιτικής σκέψης και όχι μια ιστορική αξιολόγηση της Οθωμανικής περιόδου.

Advertisement

Για την Ελλάδα, όλα τα παραπάνω δεν πρέπει να προκαλούν ούτε εφησυχασμό ούτε πανικό.

Η χώρα μας εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πλέον αξιόπιστους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Σούδα, στην Αλεξανδρούπολη και σε άλλες περιοχές διατηρούν κρίσιμη επιχειρησιακή σημασία, ενώ η σταθερότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για την Ουάσιγκτον.

Ταυτόχρονα όμως, η Αθήνα οφείλει να αναγνωρίσει ότι η Τουρκία επανέρχεται δυναμικά στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής. Πρόκειται για μια εξέλιξη που εδράζεται στη γεωπολιτική λογική και όχι στην ιδεολογική ταύτιση ή στην αποδοχή της τουρκικής συμπεριφοράς.

Advertisement

Η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να βασιστεί σε ευσεβείς πόθους ούτε στην προσδοκία ότι οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις θα επανέλθουν σύντομα σε κρίση. Οφείλει να στηριχθεί στην ενίσχυση της εθνικής αποτρεπτικής ισχύος, στη διεύρυνση των διεθνών συμμαχιών, στην αξιοποίηση του ενεργειακού και γεωστρατηγικού της ρόλου και στη διατήρηση της αξιοπιστίας της ως σταθερού συμμάχου.

Η γεωπολιτική δεν λειτουργεί με σταθερές βεβαιότητες αλλά με μεταβαλλόμενα συμφέροντα. Όποιος αντιλαμβάνεται εγκαίρως τις αλλαγές μπορεί να τις αξιοποιήσει. Όποιος τις αγνοεί, συνήθως καλείται αργότερα να προσαρμοστεί σε πραγματικότητες που έχουν ήδη διαμορφωθεί.

Advertisement