Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

του Γιώργου Ρακκά

Τα όσα συνέβησαν στην συνδιάσκεψη του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα είναι εξόχως αποκαλυπτικά του ιδιαίτερου γεωπολιτικού ρόλου που διαδραματίζει η Τουρκία. Η αναβάθμισή της είναι εμφανής, αποτελεί δε αντίκτυπο της επιτυχούς παρέμβασης Ερντογάν ως προς την εξέλιξη του αμερικανο-ισραηλινού πολέμου στο Ιράν.

Advertisement
Advertisement

Τα γεγονότα έχουν ως εξής: το Ισραήλ φαίνεται να είχε έλθει σε συνεννόηση με τους Κούρδους του Ιράν, ώστε παράλληλα με τους βομβαρδισμούς των πρώτων ημερών, το χάος και τη σύγχυση που διέσπειραν στο καθεστώς, να υπάρξει μια εξέγερση μέσα στην χώρα. Εξέλιξη η οποία θα το οδηγούσε σε ασφυξία.

Οι Κούρδοι, όπως στη Συρία, ή το Ιράκ είναι κάτι πολύ περισσότερο από ‘πληρεξούσιοι’: σύμμαχοι στο πεδίο, μια ριζωμένη κοινωνικά δύναμη στο Ιράν, η οποία μάλιστα έχει μεγάλη συμμετοχή σε όλες τις πρόσφατες εξεγέρσεις εναντίον των μουλάδων, και ούτως ή άλλως ηγείται στον αγώνα για την ελευθερία, την δημοκρατία, και την αξιοπρέπεια των γυναικών.

Μια ενδεχόμενη εξέγερση στις κουρδικές επαρχίες, θα ήταν η μόνη προοπτική επιτυχούς έκβασης της περιώνυμης «αλλαγής καθεστώτος». Ειδάλλως, η μετάβαση θα συντελούνταν προς το χειρότερο, με τους Φρουρούς της Επανάστασης να εκμεταλλεύονται τα πλήγματα που δέχονται οι ιμάμηδες, ώστε να εγκαθιδρύσουν μια άτυπη δικτατορία εντός της χώρας. Όπως και έγινε.

Η ματαίωση αυτής της προοπτικής, όπως εν τέλει γνωστοποίησαν Ισραηλινοί αναλυτές και δημοσιογράφοι, οφείλεται κυρίως στο veto που άσκησε η Τουρκία απευθείας στον πρόεδρο Τραμπ.

Ο Ερντογάν, λοιπόν, απείλησε ότι θα αναμειχθεί στον πόλεμο του Ιράν, κάτι που επί της ουσίας σήμαινε ότι θα επέμβει εναντίον των Κούρδων. Η Τουρκία σχεδίαζε να απαντήσει με μια τεράστια κλιμάκωση στην ζωτική για εκείνην πρόκληση, να αποκτήσουν οι Κούρδοι ρόλο καταλύτη και στο Ιράν. Απείλησε λοιπόν, να τους στοχοποιήσει και στη Συρία, και το Ιράκ, κάτι που εμπεριείχε τον κίνδυνο να μεταβληθεί ο αμερικανο-ισραηλινός πόλεμος σε μια γενικευμένη σύγκρουση στην Μέση Ανατολή.

Ο Τραμπ υποχώρησε. Κι έτσι οδηγήθηκε στο εκκωφαντικό φιάσκο-ράπισμα για την αμερικανική αξιοπιστία και ισχύ. Με την αδυναμία των ΗΠΑ να κρατήσουν ανοιχτά  τα Στενά του Ορμούζ, άρα, τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς. Και την ανικανότητα να προστατεύσει τους συμμάχους της στον Κόλπο.  

Advertisement

Το Ισραήλ αντέδρασε σφοδρότατα. Ωστόσο όπως θα τους υπενθυμίσει ο Βάνς με μια βιτριολική δήλωση, θα πληρώσει την απομόνωση στην οποία το έχει φέρει η ευρύτερη πολιτική Νετανιάχου, και των εξτρεμιστών εταίρων του, η οποία έχει προκαλέσει την στρατιωτική υπερεξάπλωση του Ισραήλ σε εκστρατείες αβέβαιης έκβασης (Λίβανος, Γάζα, Ιράν), με την διεθνή κατακραυγή εναντίον του να αυξάνει.

Η ταυτόχρονη, διπλή κίνηση, μεταξύ ισχυροποίησης της Τουρκίας και αποδυνάμωσης των ΗΠΑ, δεν είναι τυχαία. Εάν δούμε τα πράγματα σε πιο θεωρητικό-γενικό επίπεδο υποδεικνύει ότι ο αντίκτυπος της τουρκικής πολιτικής λειτούργησε τελευταία ανάλυση ανακυκλώνοντας τα στρατηγικά αδιέξοδα για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Αυτή είναι η βαθύτερη ερμηνεία των πάγιων θέσεων που εκφράζει ο Ερντογάν, περί τουρκικού 21ου αιώνα, και ταυτόχρονα, περί τέλους της δυτικής ηγεμονίας στον αιώνα αυτόν. Δηλώσεις που συνήθως αντιμετωπίζονται με την συνήθη ελαφρότητα της θεωρίας περί «εσωτερικής κατανάλωσης» και ικανοποίησης της αντιδυτικής βάσης του κόμματος Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη, στην ουσία εκφράζουν γεωπολιτικές στοχεύσεις. Μολονότι, αυτή η επιδίωξη γίνεται μέσα από μια πολιτική ‘τακίγιε’, δηλαδή κεκαλυμμένα και παρελκυστικά.

Advertisement

Το ίδιο συνέβη και στη Συρία. Εκεί η Αμερικανική πολιτική οδηγήθηκε σε αδιέξοδο, και πλέον έχει αναγνωρίσει την προτεραιότητα της Τουρκίας. Η Συρία του Τζολάνι είναι επί της ουσίας προτεκτοράτο της Άγκυρας. Αυτό συνέβη διότι ο Ερντογάν πέτυχε τον παραγκωνισμό των Κούρδων από τις ΗΠΑ, οι οποίες στηρίχτηκαν μεν αποφασιστικά στις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τους τζιχαντιστές· τους άδειασαν όμως όταν αντιλήφθηκαν ότι η συνέχιση της στήριξης προς αυτούς θέτει υπό αίρεση την συμμαχία τους με την Τουρκία η οποία είναι «πολύ μεγάλη για να χαθεί».

Ποιο είναι το αποτέλεσμα όμως; Με ισχυροποιημένους τους Κούρδους στο συριακό βορρά και τους Δρούζους στο νότο, θα οδηγούμασταν στο σενάριο μιας πιο ανεκτικής και δημοκρατικής Συρίας. Όπου δεν θα συνεχιζόταν υπόγεια η απόπειρα εξάλειψης των αλλόθρησκων –ιδίως των Χριστιανών, και των Αλαουΐτων. Και όπου οι εκεί εξελίξεις θα είχαν θετικό αντίκτυπο και στο Λίβανο, καθώς είναι γνωστό ότι Συρία και Λίβανος αποτελούν σύμπλοκο, και οι εξελίξεις στο πεδίο της μίας χώρας, επηρεάζουν την άλλη αποφασιστικά.

Με λίγα λόγια: οι Κούρδοι, όπως και οι κοσμικές δυνάμεις του Ιράν, ή ακόμη και οι Χριστιανοί της ευρύτερης περιοχής (που δυστυχώς βάλλονται και συρρικνώνονται) αποτελούν παράγοντες σταθεροποίησης, και καταλύτες θετικών διεργασιών στην Μέση Ανατολή. Η Τουρκία είναι η δύναμη που τους περιορίζει αποφασιστικά.

Advertisement

Η νεο-ιμπεριαλιστική αντίληψη του Τραμπ και η συνεννόηση με την “Υψηλή Πύλη”

Αναρωτιέται κανείς γιατί η αμερικανική πολιτική στο Ιράν, στην Συρία λίγο πριν, κάνει πίσω στις κόκκινες γραμμές της Άγκυρας σε ό,τι αφορά στους Κούρδους.

Η απάντηση στο ερώτημα κρύβεται μέσα στην ίδια την αδυναμία των ΗΠΑ. Θέλοντας να μειώσουν δραστικά το αποτύπωμα της αμερικανικής παρέμβασης στην Μέση Ανατολή, έπειτα από την τελμάτωσή τους στο Ιράκ και το φιάσκο στο Αφγανιστάν, η κυβέρνηση Τραμπ καλοβλέπει το σενάριο μιας Τουρκίας-τοποτηρητή στην οποία θα στηρίζεται για την διασφάλιση της τάξης στην ευρύτερη περιοχή.

Αυτή η τάξη, όμως, θα είναι μια νεο-οθωμανική τάξη πραγμάτων. Στηριγμένη απ’ ό,τι φαίνεται σε ένα συνεργατικό σουνιτικό τόξο: το περίφημο‘ισλαμικό ΝΑΤΟ’, που υποτίθεται ότι θα περιλαμβάνει το Πακιστάν και την Σαουδική Αραβία.

Advertisement

Κάτι που συνεπάγεται ενίσχυση των σεκταριστικών γραμμών οι οποίες έχουν βυθίσει την περιοχή στην πολιτιστική αντιπαράθεση, με την σύγκρουση με το Ισραήλ να οξύνεται και να επιτυγχάνεται η συρρίκνωση των αλλόδοξων κοινοτήτων. Σε αυτό το σενάριο, οι προοπτικές συνύπαρξης, συνεννόησης και εκδημοκρατισμού απομακρύνονται.

Advertisement

Η πιθανή αυτή έκβαση πιέζει έμμεσα αλλά αποφασιστικά την Ευρώπη. Διότι οδηγεί στην ενίσχυση του Ισλάμ στην περιοχή αλλά και κατ’ επέκταση στην Αφρική. Επομένως, και στο εσωτερικό της Γηραιάς Ηπείρου.

Όμως ο Τραμπ δεν χάνει ευκαιρία να επιδείξει την απέχθειά του για την Ευρωπαϊκή Ένωση –κάτι που διαφάνηκε και στην σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.

Επιπροσθέτως το σχήμα της συνεννόησης αναμεταξύ του νέου ηγεμόνα της Δύσης (όπως ο ίδιος βλέπει τον εαυτό του), με την Υψηλή Πύλη για την Μέση Ανατολή, την Κίνα ή την Ρωσία, ταιριάζει περισσότερο στην δική του αντίληψη για τις διεθνείς σχέσεις και το παγκόσμιο σύστημα. Που θα λέγαμε ότι είναι ‘νεοαυτοκρατορική’ και προωθεί την ιδέα για μια συνεννόηση μεταξύ ενός ολιγοπωλίου μεγάλων δυνάμεων που μοιράζουν τον πλανήτη σε σφαίρες επιρροής.

Advertisement

Η στρατηγική τύφλωση της Ευρώπης

Αρνητικότατη εντύπωση έκανε όμως στην Ελλάδα, εντείνοντας τους φόβους περί τουρκικής περικύκλωσης, το άνοιγμα που και οι Ευρωπαίοι έκαναν στον Ερντογάν, κάτω από το υποτιμητικό βλέμμα του προέδρου Τραμπ. 

Η ιδέα μιας στρατηγικής σχέσης ΕΕ και Τουρκίας, η οποία καλύπτει τα κενά που δημιουργήθηκαν από την διάρρηξη των ευρω-ρωσικών σχέσεων, και την επιδείνωση των σχέσεων με τους Αμερικάνους, κερδίζει ομολογουμένως έδαφος στις ευρωπαϊκές ηγεσίες.

Δεν είναι μόνον η Ανατολική Ευρώπη, στην οποία η Τουρκία αφέθηκε να κάνει το δικό της παιχνίδι εκμεταλλευόμενη πολλές παραμέτρους. Όπως, η στρατηγική της τοποθέτηση στην Μαύρη Θάλασσα, τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ, την μεγάλη διεισδυτικότητα που έχουν τα προϊόντα της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας. Ούτως ή άλλως η Ελλάδα δεν ήταν παρόν στο συγκεκριμένο πεδίο εδώ και αρκετά χρόνια. Και επειδή λόγω της οικονομικής χρεοκοπίας, έχασε εργαλεία όπως τον τραπεζικό τομέα, μέσω του οποίου θα μπορούσε να είναι παρών. Αλλά και γιατί σφάλαμε στρατηγικά και εναποθέσουμε την θρησκευτική και την πολιτιστική μας επιρροή στην διαμεσολάβηση της Ρωσίας. Η οποία φυσικά την κρατούσε για τον εαυτό της, και τις επεκτατικές βλέψεις του ‘ρωσικού κόσμου’, οι οποίες απειλούν τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Στο «κενό μας προχωράει η Τουρκία», λοιπόν, όπως εύστοχα τραγουδούσε και ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Φυσικά το πρόβλημα αντίληψης των Ευρωπαίων έναντι της Τουρκίας είναι ευρύτερο και βαθύτερο. Διότι αντιμετωπίζουν την Τουρκία με την ίδια στρατηγική τύφλωση που κάποτε αντιμετώπιζαν την Ρωσία:  είναι ο γείτονας που  μπορούν  να  ψωνίσουν  φτηνά,  να  κάνει  την  δουλειά  για  λογαριασμό  τους επιτρέποντας στους ίδιους τους  να παραμείνουν πλαδαροί και να αναβάλλουν αλλαγές προσανατολισμών που απαιτούν προσπάθεια, ξεβόλεμα και θυσίες. Στο πλαίσιο μιας αντίληψης που κακώς βαφτίζεται ‘πραγματιστική’, η Τουρκία είναι αναδεικνύεται ως πιτ-στοπ εύκολων λύσεων.

Όπως και στην περίπτωση της Ρωσίας, όμως, το τίμημα γι’ αυτήν τη στάση, είναι ο εθισμός, η εξάρτηση, η συνθηκολόγηση με τις ίδιες τις εσωτερικές αδυναμίες της Ευρώπης. Συνθήκες τις οποίες η Τουρκία τεχνηέντως καλλιεργεί, ώστε να τις μεταβάλει σε συνθήκη μόνιμης ανημποριάς.

Αυτός ο ψευδεπίγραφος πραγματισμός αδυνατεί να κατανοήσει τις μεγάλες αντιθέσεις μεταξύ της ευρωπαϊκής αυτοδυναμίας και της ‘μεγάλης τούρκικης πολιτικής’. Ιδίως, την παράμετρο του ευρωπαϊκού Ισλάμ, που λειτουργεί και ως θρυαλλίδα της πολιτικής και κοινωνικής συνοχής των ευρωπαϊκών κοινωνιών, και ως ρυμουλκό που εξαναγκάζει τις ηγεσίες της Ευρώπης σε αυτολογοκρισία σε ό,τι αφορά στην πολιτική τους στην Μέση Ανατολή –ακριβώς διότι φοβούνται την εσωτερική κοινωνική ειρήνη. Όσο εγγύτερα έρχεται η Τουρκία στην Ευρώπη, άλλο τόσο ενισχύεται αυτή η θρυαλλίδα στο εσωτερικό της. Ιδίως όταν η Άγκυρα κρατάει στα χέρια της και την στρόφιγγα για την μετανάστευση του μουσουλμανικού κόσμου προς την Δύση.

Φυσικά με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί η διαθεσιμότητα της Τουρκίας να λειτουργήσει ως αποφασιστική βιομηχανική βάση για την ευρωπαϊκή άμυνα, και τις εφοδιαστικές της αλυσίδες. Συνεπάγεται μεγαλύτερη τουρκική μόχλευση στις εσωτερικές αποφάσεις της ΕΕ. 

Το πεδίο όμως το οποίο μάλλον περνάει ‘κάτω από τα ραντάρ’ στην Ευρώπη και κυρίως στην Ελλάδα, και που μεσο-μακροπρόθεσμα θα κρίνει την δυνατότητα της Τουρκίας να την εκβιάζει θέτοντας υπό αίρεση ζωτικά συμφέροντα, είναι η Αφρική. Όταν η Ευρώπη ξυπνήσει, η Τουρκία θα κρατάει στα χέρια της όχι μόνον τις μεταναστευτικές ροές της Υποσαχάριας Αφρικής προς την Γηραιά Ήπειρο, αλλά θα είναι και ο μεσολαβητής στις μεταξύ τους σχέσεις. Και κρίνοντας  την  αυξανόμενη  σημασία  της αφρικανικής ηπείρου στον 21ο αιώνα, καταλαβαίνει κανείς γιατί αυτό θα προκαλέσει την ταφόπλακα της Ευρωπαϊκής αυτονομίας.

Τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα;

Στην Ελλάδα, τα νέα από μια σύνοδο στην οποία ο Τραμπ «δεν θα πήγαινε εφ’ όσον δεν την διοργάνωνε ο φίλος μου ο Ερντογάν» έτυχαν μουδιασμένης αποδοχής. Το ίδιο και η στροφή πολλών Ευρωπαίων.

Δεν είχε περάσει και πολύς καιρός από τότε που οι υποστηρικτές των «ήρεμων νερών» ισχυριζόταν ότι ο συνετισμός της Τουρκίας επετεύχθη γιατί ο Ερντογάν υποτίθεται ότι συνειδητοποίησε πως η Ελλάδα είναι ρυθμιστής ως προς τις σχέσης της Άγκυρας με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Η έκπληξη, και ο αιφνιδιασμός είναι προϊόν μιας εξαιρετικά επιπόλαιας αντίληψης για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Που εσφαλμένα διαμορφώνεται από μια διαλεκτική μεταξύ πυροτεχνημάτων έωλης φιλίας, και μιας πατριωτικής παντομίμας –το σύνδρομο του Δελαπατρίδη με τις μπαλαφάρες περί ‘εθνικής προδοσίας’– που διακινούνται προς εσωτερική κατανάλωση και ψηφοθηρία.

Αντί όλων αυτών, θα πρέπει επιτέλους να συνειδητοποίησουμε ότι η τουρκική απειλή είναι συστημική, και συνιστά την πιο επίμονη ιστορική κανονικότητα για τον νεώτερο Ελληνισμό από το… 1071.

Δεν θα πρέπει επομένως να έχουμε αυταπάτες ότι μια συστημική, και μακράς ιστορικής διάρκειας απειλή είναι δυνατόν να επιλυθεί τώρα ή στο άμεσο μέλλον. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Αντίθετα, θα πρέπει να έχουμε επίγνωση της θεμελιώδους γεωπολιτικής ετερότητας. Και των διακριτών δρόμων που αυτή η ετερότητα δημιουργεί.

Δεν είναι τυχαίο, ότι το συμφέρον της Ελλάδας βρίσκεται στην ενδυνάμωση των Κούρδων, την αραβο-ισραηλινή συνεννόηση, ή σε μια Ευρωπαϊκή Ευρώπη, με κοινωνική και πολιτιστική συνοχή, αυτοδυναμία και ξεκάθαρα σύνορα, ενώ της Τουρκίας στην καταπίεση των Κούρδων, στην όξυνση της σύγκρουσης με το Ισραήλ, και σε μια ΕΕ εξωγενώς υποβασταζόμενη, ‘ευραφρικανική’ και ‘ευρασιατική’. 

Οι τροχιές είναι αποκλίνουσες. Είτε στην Μέση Ανατολή θα εδραιωθεί ένα περιφερειακό, τουρκο-κεντρικό υποσύστημα με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε, είτε θα υπάρξει ένα εναλλακτικό, συνεργατικό σενάριο, Ευρώπης, Ισραήλ, αραβικών κρατών του Κόλπου και εν τέλει του ανοίγματος του δρόμου προς τις Ινδίες.

Ή δε στάση της ΕΕ απέναντι στην Τουρκία δεν κρίνει μόνον την έκβαση των ελληνικών συμφερόντων, την κυριαρχία και την αυτοτέλεια της δικής μας χώρας. Κρίνει το ίδιο το μέλλον της ΕΕ, το τι μορφή θα πάρει η Ευρώπη, το αν καταφέρει να υπερβεί την παρούσα κρίση της (κοινωνική, πολυπολιτισμική, πολιτική) ή θα κλειδώσει την τροχιά της σε πορεία χαμηλώματος και αργής παρακμής.

Ας έχουμε ένα πράγμα υπόψη· η γεωπολιτική ετερότητα συνεπάγεται ότι όσο ανθιστάμεθα στην ηγεμονική στρατηγική της Άγκυρας, τόσο περισσότερο η δική μας ισχύς και αξία αναβαθμίζεται και πολλαπλασιάζεται. Ιδίως στα μάτια εκείνων που έχουν πολλά να χάσουν από μια Τουρκία που υλοποιεί τις αυτοκρατορικές τις αξιώσεις.

Αντιστρόφως η αποδοχή των αξιώσεων αυτών υπό την δικαιολογία ενός ‘πραγματισμού’ κούφιου, καθώς δεν έχει ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα, οδηγεί ουσιαστικά στην δορυφοριοποίηση της Ελλάδας στην Τουρκία.

Ενεργειακός κόμβος, επί παραδείγματι, και κάθετος διάδρομος δεν υφίσταται αν «δεν έχουμε τίποτε να χωρίσουμε με τον γείτονά μας». Εξυπηρετούν μια χαρά τα Στενά, και η Μαύρη Θάλασσα. Και προφανώς, με την Ελλάδα να ανέχεται την Τουρκία σε ρόλο περιφερειακής υπερδύναμης, ο ρόλος της χώρας μας σαν γέφυρα μεταξύ των κόσμων και των πολιτισμών (που αξιώνουμε, λογουχάρη, ενώπιον της Αιγύπτου, ή για την Μέση Ανατολή) χάνεται. Και γινόμαστε απλώς παραστάτης, εντελώς δευτερεύον παίκτης, μια επαρχία. Και στο εσωτερικό της Ευρώπης ισχύει αυτή η εξίσωση.

Κατά τα λοιπά και αντί επιλόγου, ορισμένες παρατηρήσεις επί του πρακτέου:

  • Η σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα κατέδειξε περίτρανα ότι τα ελληνοτουρκικά δεν παίζονται μόνο διμερώς, αλλά εγγράφονται πλέον σε ευρύτερα πεδία, και άπτονται της ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά και της μεσανατολικής. Για την ελληνική πολιτική, θα πρέπει να υφίσταται λυσιτέλεια μεταξύ αυτών των τριών διακριτών πεδίων, και το ένα να υποστηρίζει το άλλο.
  • Η σημειολογία έχει σημασία. Ο Ερντογάν δώρισε ένα περίστροφο στους φιλοξενούμενούς του της Συνόδου, για να καταδείξει ότι η ισχύς πλέον δεν κρίνεται μόνον στο επίπεδο των στρατιωτικών δαπανών, αλλά στην βιομηχανική διαθεσιμότητα για την ικανοποίηση των στρατιωτικών αναγκών. Η παραγωγική ικανότητα είναι πολλαπλασιαστής ισχύος. Όχι απλώς οι αμυντικές δαπάνες. Οφείλουμε να καλύψουμε πολύ χαμένο έδαφος στο πεδίο αυτό.
  • Συνακολούθως, οι ελληνικές αιτιάσεις δεν μπορούν να βασίζονται μόνο στο «casus belli», και το επιχείρημα ότι «εμείς πληρώνουμε το ποσοστό μας επί του ΑΕΠ για την άμυνα». Η Ελλάδα οφείλει να παλέψει για να πείσει όσους περισσότερους εταίρους της στην ΕΕ για το ότι η Τουρκία συνιστά έμμεσο, αλλά ζωτικό κίνδυνο για την ίδια την Ευρώπη. Ιδίως να επιμείνει στο ζήτημα του ευρωπαϊκού Ισλάμ, και της πολιτιστικής/κοινωνικής συνοχής της Ευρώπης.
  • Η Ανατολική Ευρώπη αποτελεί ένα κρίσιμο πεδίο της ελληνικής πολιτικής, και η Ελλάδα εκεί πρέπει να καλύψει πολύ σημαντικό κενό. Η αρχή έχει γίνει με την καθαρή στάση της εναντίον του ρωσικού επεκτατισμού στην Ουκρανία. Ο κάθετος διάδρομος προσφέρει επίσης ευκαιρίες. Ωστόσο το χαμένο έδαφος είναι μεγάλο, και θα επιπροσθέτως πρέπει να ενεργοποιηθεί κάθε δυνατότητα αναβάθμισης των πολιτιστικών και θρησκευτικών σχέσεων με τις χώρες της περιοχής.
  • Η ορθοδοξία παρέχει έναν πολύ χρήσιμο δίαυλο ήπιας ισχύος σε ό,τι αφορά στην βαλλόμενη και γενοκτονούμενη Χριστιανική Αφρική, αλλά και την Μέση Ανατολή. Και εδώ θα πρέπει να υπάρξει λυσιτέλεια ανάμεσα στη μεταναστευτική πολιτική και τις γεωπολιτικές στοχεύσεις. Η ελληνική πολιτική θα πρέπει να επιδιώξει κατά το δυνατόν να καλύπτει τα άμεσα κενά στην αγορά εργασίας μέσω της οργανωμένης προσωρινής μετανάστευσης των χριστιανών της Μέσης Ανατολής, αλλά και της Αφρικής. Έτσι θα αποκτήσει οργανικές σχέσεις σε αμφότερα τα πεδία.
  • Σε σχέση με την Ευρώπη (αλλά και τις ΗΠΑ). Η αναβάθμιση των σχέσεων με τους «εκτός» αυξάνει την γεωπολιτική υπεραξία της χώρας «εντός». Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να αναζητηθούν δυνατότητες στενότερης διμερούς συνεργασίας με δυνάμεις όπως είναι Ινδία, ή η Νότια Κορέα. Και αν η προσέγγιση ευοδωθεί,  η υπεραξία της θα λειτουργήσει και σε ό,τι αφορά στην θέση της Ελλάδας μέσα στην ΕΕ, ή στο πόσο την υπολογίζουν οι ΗΠΑ.
  • Στην εποχή που ζούμε, η εσωτερική συνοχή, ιδίως η κοινωνική είναι πρωταρχικός πυλώνας της εθνικής ισχύος. Άρα οι μεταρρυθμίσεις, ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο που να στηρίζεται στην παραγωγή, στην γνώση και την καινοτομία και στον πολιτισμό, και η αποκατάσταση του ελληνικού μοντέλου με τις ήπιες ανισότητες και τις εύρωστες μεσαίες τάξεις, δεν αποτελεί μόνο ανταπόκριση σ’ ένα αίτημα κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά αποφασιστικό βήμα για την εθνική θωράκιση της χώρας.