Η συζήτηση γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού δεν αφορά πλέον μόνο την πιθανή πολιτική της κάθοδο, ούτε μόνο το κοινωνικό φορτίο που κουβαλά το όνομά της μετά τα Τέμπη. Αφορά και κάτι βαθύτερο: τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα, όταν αισθάνεται ότι απειλείται ή αναδιατάσσεται, επιστρατεύει υπαινιγμούς, συσχετισμούς και «σκιές» για να φθείρει πρόσωπα πριν ακόμη αυτά κριθούν πολιτικά.
Η απόπειρα να παρουσιαστεί η Μαρία Καρυστιανού ως πρόσωπο που κινείται, επηρεάζεται ή περιβάλλεται από «φιλορωσικές» αναφορές δεν είναι απλώς ένα δημοσιογραφικό θέμα. Είναι, κυρίως, ένα πολιτικό σήμα. Δείχνει ότι η χώρα έχει εισέλθει ήδη σε μια αδυσώπητη προεκλογική περίοδο, όπου τα χτυπήματα θα είναι σκληρά, προσωπικά και, σε αρκετές περιπτώσεις, πιθανότατα έξω από τους όρους μιας στοιχειώδους πολιτικής ηθικής.
Δεν είναι η πρώτη φορά. Και ασφαλώς δεν θα είναι η τελευταία.
Στην Ελλάδα της έντονης πόλωσης, κάθε νέο πολιτικό πρόσωπο που εμφανίζει δυναμική αντιμετωπίζεται πρώτα ως απειλή και μετά ως συνομιλητής. Πριν συζητηθούν οι θέσεις του, αναζητούνται οι παρέες του. Πριν παρουσιαστεί το πρόγραμμά του, ερευνώνται οι γνωριμίες του. Πριν δοκιμαστεί στην κάλπη, στήνεται γύρω του ένα περιβάλλον υποψίας. Να αναφέρω ένα παράδειγμα; Κασσελάκης. Όταν δημοσκοπικά ήταν στα πολύ επάνω του, λίγα ήταν και τα δημοσιεύματα και οι δημόσιες αναφορές από πολιτικά πρόσωπα σε βάρος του;
Βέβαια την περίπτωση της Καρυστιανού, αυτό έχει άλλη χροιά, διότι δεν πρόκειται για μια συμβατική πολιτικό. Η δημόσια παρουσία της χτίστηκε πάνω σε ένα τραύμα, σε μια διεκδίκηση δικαιοσύνης και σε μια κοινωνική φόρτιση που υπερβαίνει τα κομματικά όρια. Ακριβώς γι’ αυτό, όποια πολιτική της κίνηση προκαλεί νευρικότητα σε περισσότερα από ένα κέντρα.
Και εδώ μπαίνει η «Μόσχα». Όπως για άλλους έχει μπει η Ουάσιγκτον και το Βερολίνο.
Η επίκληση της Ρωσίας στην ελληνική πολιτική σκηνή λειτουργεί τα τελευταία χρόνια ως εύκολος μηχανισμός στιγματισμού. (Αν και το ίδιο ισχύει με Αμερική, Γερμανία… Η Κίνα δεν έχει μπει ακόμα στο μενού. Δεν έχω εντοπίσει κινεζόφιλο πολιτικό). Δεν χρειάζεται πάντοτε απόδειξη. Αρκεί η υπόνοια. Αρκεί μια γνωριμία, μια επαγγελματική διαδρομή, μια παλαιότερη σχέση με τη ρωσική πραγματικότητα, ένας άνθρωπος που έζησε ή εργάστηκε εκεί. Από εκεί και πέρα, το συμπέρασμα αφήνεται να αιωρείται: κάτι ύποπτο υπάρχει.
Όμως η πολιτική σοβαρότητα απαιτεί διάκριση. Άλλο πράγμα η τεκμηριωμένη πολιτική ή οικονομική εξάρτηση από ξένο κέντρο ισχύος και άλλο η ύπαρξη προσώπων με επαγγελματικές, δημοσιογραφικές ή πολιτιστικές διαδρομές που σχετίζονται με μια χώρα. Το πρώτο είναι ζήτημα δημόσιου συμφέροντος. Το δεύτερο, από μόνο του, δεν συνιστά κατηγορία.
Στην περίπτωση του συναδέλφου Θανάση Αυγερινού, για παράδειγμα, αυτό που μπορεί να ειπωθεί με ασφάλεια είναι ότι πρόκειται για δημοσιογράφο με πολυετή παρουσία στη Μόσχα και εμπειρία ως ανταποκριτής. Αν πράγματι υπάρχει ή υπάρξει σχέση του με την Καρυστιανού σε επίπεδο γραφείου Τύπου, επικοινωνίας ή πολιτικής προβολής, αυτό δεν είναι αυτομάτως επιλήψιμο. Τα πολιτικά πρόσωπα συνεργάζονται με ανθρώπους της επικοινωνίας. Τα κόμματα έχουν εκπροσώπους, συμβούλους, δημοσιογράφους, τεχνοκράτες. Η επαγγελματική εμπειρία κάποιου σε μια χώρα δεν τον μετατρέπει από μόνη της σε φορέα ξένης επιρροής.
Το ίδιο ισχύει και γενικότερα. Η δημόσια ζωή δεν μπορεί να λειτουργεί με λογική ενοχής διά της συνάφειας. Αν υπάρχουν στοιχεία, να παρουσιαστούν καθαρά. Αν υπάρχουν οικονομικές διαδρομές, πολιτικές δεσμεύσεις ή οργανωμένες σχέσεις εξάρτησης, να ελεγχθούν θεσμικά και δημοσιογραφικά. Όχι όμως με μισόλογα, όχι με φωτοσκιάσεις, όχι με την τεχνική του «δεν λέμε ότι ισχύει, αλλά το αφήνουμε να εννοηθεί».
Η χρονική συγκυρία, πάντως, δεν είναι αθώα. Η υπόθεση Καρυστιανού συμπίπτει με μια ευρύτερη κινητικότητα στον χώρο της αντιπολίτευσης και με τα σενάρια γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα. Δύο διαφορετικά πολιτικά ενδεχόμενα, με διαφορετικές αφετηρίες, αλλά με κοινό χαρακτηριστικό ότι μπορούν να ανακατέψουν την τράπουλα. Και όταν η τράπουλα ανακατεύεται, όσοι είχαν συνηθίσει να μοιράζουν τα χαρτιά αντιδρούν. Μήπως το ίδιο δεν είχε γίνει όταν κατέβασε κόμμα ο Δημήτρης Αβραμόπουλος; Ο Πάνος Καμμένος; ο Σταύρος Θεοδωράκης; Η Ζωή Κωνσταντοπούλου; Ο Πάνος Λαφαζάνης; Ακόμα και ο «Μέρα 25»; Σε όλους κάτι χρέωναν και όλους τους έψαχναν. Και αυτό το πράττουν και το έπρατταν πολύ περισσότερο, εκείνοι που είναι αυτοί που χρειάζονται το πραγματικό ψάξιμο πάνω από όλους
Είναι λοιπόν σαφές ότι η προεκλογική περίοδος, όπως συμβαίνει κάθε φορά, δεν θα παιχτεί μόνο με προγράμματα, ομιλίες και δημοσκοπήσεις. Θα παιχτεί και με φακέλους, υπονοούμενα, υπόγειες διαρροές, προσωπικές επιθέσεις, ηθικές αμφισβητήσεις. Αυτό δεν είναι παράξενο για την πολιτική. Είναι όμως αποκαλυπτικό για την ποιότητά της.
Εδώ όμως χρειάζεται μία πολύ σοβαρή επισήμανση που αφορά την κάθε Καρυστιανού. Όπως κάθε πρόσωπο που διεκδικεί δημόσιο ρόλο, οφείλει να απαντά πολιτικά, καθαρά και θεσμικά. Να εξηγεί με ποιους συνεργάζεται, τι πρεσβεύει, ποιο είναι το σχέδιό της, ποιες είναι οι θέσεις της για την Ευρώπη, τη Δικαιοσύνη, την εξωτερική πολιτική, την οικονομία, τα δικαιώματα. Η κοινωνία έχει δικαίωμα να ξέρει.
Αλλά άλλο η λογοδοσία και άλλο η στοχοποίηση. Η λογοδοσία φωτίζει. Η στοχοποίηση θολώνει. Και στην παρούσα φάση, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Καρυστιανού μπορεί να αντέξει την πίεση. Το ερώτημα είναι αν η δημόσια συζήτηση μπορεί να αντέξει χωρίς να βουλιάξει ξανά στη τοξικότητα. Γιατί όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαρκή μηχανισμό απαξίωσης προσώπων, στο τέλος δεν πλήττεται μόνο ο εκάστοτε στόχος. Πλήττεται η ίδια η δημοκρατική αντιπαράθεση.
Και αυτό, ενόψει όσων έρχονται, είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα.