Υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη γραμμή ανάμεσα στην πολιτική αντιπαράθεση και στο πολιτικό σόου. Ανάμεσα στην ένταση που γεννά μια ουσιαστική διαφωνία και στη φασαρία που στήνεται για να παραχθεί εικόνα, θόρυβος, κλικ και αναπαραγωγή. Και αυτή η γραμμή, όλο και συχνότερα, μοιάζει να ξεπερνιέται.

Η πολιτική δεν ήταν ποτέ ένας χώρος αποστειρωμένος. Ούτε θα έπρεπε να είναι. Έχει πάθος, σύγκρουση, ιδεολογικές αντιθέσεις, στιγμές έντασης. Αυτά είναι στοιχεία της δημοκρατίας. Άλλο όμως η ζωντανή πολιτική αντιπαράθεση και άλλο η διαρκής επιδίωξη της φασαρίας, του χαβαλέ, της αντάρας και του θεάματος.

Advertisement
Advertisement

Άλλο το να κερδίζεις την προσοχή επειδή έχεις κάτι ουσιαστικό να πεις και άλλο να προσπαθείς να την κερδίζεις επειδή φωνάζεις περισσότερο, προκαλείς περισσότερο ή μετατρέπεις κάθε δημόσια εμφάνιση σε επεισόδιο προς κατανάλωση.

Είναι αλήθεια ότι ένα κομμάτι της κοινωνίας, κουρασμένο από τα καμώματα της πολιτικής ζωής, κυβερνητικά και αντιπολιτευτικά, μπορεί να βρίσκει σε αυτές τις συμπεριφορές μια μορφή εκτόνωσης. Μπορεί να γελά, να σχολιάζει, να κοινοποιεί, να παρακολουθεί. Μπορεί ακόμη και να επιβραβεύει εκλογικά, πρόσωπα που παίζουν με τους όρους της υπερβολής.

Αλλά τα πολιτικά πρόσωπα δεν υπάρχουν για να τροφοδοτούν το κοινό με επεισόδια. Υπάρχουν ή θα έπρεπε να υπάρχουν, για να δίνουν το παράδειγμα μιας ελάχιστης σοβαρότητας.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.

Όταν η πολιτική παρουσία αρχίζει να στηρίζεται όχι στην πρόταση, όχι στη θεσμική στάση, όχι στην αξιοπιστία, αλλά στην ικανότητα παραγωγής θορύβου, τότε η δημόσια ζωή φτωχαίνει. Όταν οι βουλευτικές έδρες συντηρούνται μέσα από το κυνήγι των αναδημοσιεύσεων, των τηλεοπτικών ρεπορτάζ, των ραδιοφωνικών σχολίων και των διαδικτυακών κλικ, τότε κάτι έχει στραβώσει βαθιά.

Δεν είναι αθώο όλο αυτό. Ούτε είναι απλώς «επικοινωνία». Είναι ένας τρόπος πολιτικής επιβίωσης που συντείνει στη φθορά των θεσμών. Όσο πιο πολύ θόρυβο παράγει κανείς, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνει την παρουσία του. Έτσι τουλάχιστον πιστεύει.Όσο περισσότερο προκαλεί, τόσο περισσότερο αναπαράγεται. Και όσο περισσότερο αναπαράγεται, τόσο περισσότερο πείθεται ότι αυτό είναι πολιτική. Αλλά δυστυχως για κάποιες show women και τους αντίστοιχους αρσενικούς, δεν είναι.

Advertisement

Ζούμε εποχές όπου η πολιτική έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό τη θετική της ταυτότητα. Αυτό δεν χρειάζεται κανείς να το αναζητήσει μόνο στις μεγάλες αναλύσεις. Φαίνεται στις δημοσκοπήσεις, κυρίως στα ποιοτικά τους ευρήματα. Φαίνεται στη δυσαρέσκεια, στην απογοήτευση, στην αδιαφορία, στην καχυποψία. Ακόμη και σε έρευνες που μπορεί κανείς να θεωρεί ευνοϊκές για την κυβέρνηση ή για το ένα ή το άλλο πολιτικό στρατόπεδο, η δυσπιστία της κοινωνίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα είναι εκεί. Επίμονη. Βαθιά. Δύσκολα αναστρέψιμη. Γιατί είναι πολλά τα καθημερινά προβλήματα.

Και αντί η πολιτική να προσπαθήσει να απαντήσει σε αυτή τη δυσπιστία με σοβαρότητα, πολλές φορές μοιάζει να της ρίχνει κι άλλο λάδι στη φωτιά. Φυσικά αυτό δεν αφορά μια ισχυρή πλειοψηφία πολιτικών. Αλλά πώς μπορεί κάποιος να περιγράψει καταστάσεις όπως χθες, καθώς για ακόμη μία φορά, η Βουλή έζησε στιγμές που δύσκολα τιμούν τον κοινοβουλευτισμό. Στιγμές που τις έβλεπες, τις άκουγες και αναρωτιόσουν μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η κατηφόρα. Όχι επειδή δεν πρέπει να υπάρχουν εντάσεις. Αλλά επειδή υπάρχουν εκείνες που απλώς επιβεβαιώνουν την παρακμή.

Και, ας μη γελιόμαστε, σε αυτές τις σκηνές δεν πρωταγωνιστούν τυχαία πρόσωπα. Ποια είναι αυτά;  Ζωή να χουμε, υπάρχουν. Με συγκεκριμένους τρόπους πολιτικής παρουσίας τους, με συγκεκριμένες συμπεριφορές τους και με  συγκεκριμένεις επαναλαμβανόμενες πρακτικές. Δεν χρειάζεται εδώ να ειπωθούν ονόματα. Ο νοών νοείτω.

Advertisement

Και το ζήτημα δεν είναι προσωπικό. Είναι θεσμικό. Είναι πολιτικό. Είναι πολιτισμικό.

Διότι κάπου όλα έχουν μια οροφή. Κάπου όλα έχουν ένα τέλος. Κάπου πρέπει να μπαίνει ένα όριο ανάμεσα στο δικαίωμα της πολιτικής έκφρασης και στην εργαλειοποίηση της δημόσιας φασαρίας. Κάπου πρέπει να θυμηθούμε ότι η Βουλή δεν είναι πλατό, δεν είναι αρένα, δεν είναι μηχανισμός παραγωγής viral στιγμών.

Είναι ο κορυφαίος θεσμός της δημοκρατίας. Και γι’ αυτό ακριβώς η πολιτική της αξιοπρέπειας δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη, ακόμη κι αν δεν φέρνει τα πιο πολλά κλικ. Ακόμη κι αν δεν γίνεται πρώτο θέμα στα δελτία και στα social media.

Advertisement