Πόσο σωστός είναι ο σχεδιασμός μιας ολομέτωπης επίθεσης κατά ενός πολιτικού αντιπάλου, όταν πλησιάζουν οι κάλπες ή όταν υπάρχει ο φόβος ότι μπορεί να αφαιρέσει κρίσιμα ποσοστά;
Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι βαθιά πολιτικό και αφορά μια παλιά συνταγή που επανέρχεται σχεδόν σε κάθε προεκλογική περίοδο: αντί να αντιπαρατεθείς με επιχειρήματα, επιλέγεις να αποδομήσεις τον αντίπαλό σου προσωπικά.
Και δεν είναι μόνο οι δηλώσεις των πολιτικών. Είναι και το «σκαμνάκι» που συχνά τους προσφέρουν φιλικά μέσα ενημέρωσης, δίνοντας καθημερινό χώρο στην υπερβολή, στις προσωπικές επιθέσεις και στην απαξίωση. Είναι ακόμη ο ανήθικος πολλές φορές πόλεμος των τρολ στο διαδίκτυο. Ανώνυμοι διακινητές τοξικότητας που δεν επιχειρηματολογούν, αλλά λασπώνουν, ειρωνεύονται και επιχειρούν να διαμορφώσουν κλίμα.
Αυτή την περίοδο ζούμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις: τον Αλέξη Τσίπρα και τον Αντώνη Σαμαρά.
Και οι δύο βρίσκονται στο επίκεντρο σκληρών επιθέσεων. Στην περίπτωση όμως του Αντώνη Σαμαρά, η εικόνα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πολλοί από εκείνους που σήμερα τον αντιμετωπίζουν ως πολιτικό αντίπαλο, ήταν οι ίδιοι που πριν από λίγα χρόνια τον αποθέωναν ως αδιαμφισβήτητο αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας και πρωθυπουργό της χώρας. Τον χειροκροτούσαν (πολύ μετά την ιστορία της Πολιτικής Άνοιξης), τον στήριξαν στα δύσκολα χρόνια του μνημονίου και σήμερα πρωταγωνιστούν στις επιθέσεις εναντίον του.
Κανείς, όμως, από αυτούς δεν φαίνεται να λέει στους σχεδιαστές αυτής της τακτικής ότι ίσως θα έπρεπε να χαμηλώσουν τους τόνους.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά διαθέτει υπαρκτή εκλογική δεξαμενή, ενώ σημαντικό ποσοστό πολιτών θεωρεί θετική μια τέτοια πρωτοβουλία. Το γεγονός αυτό από μόνο του θα έπρεπε να προβληματίζει όσους πιστεύουν ότι η συνεχής στοχοποίηση οδηγεί υποχρεωτικά στην πολιτική εξουδετέρωση.
Άλλωστε, σε όλα τα κόμματα υπήρχε πάντοτε εσωτερική αντιπολίτευση. Στη Νέα Δημοκρατία η αντιπαράθεση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με τους καραμανλικούς του Μιλτιάδη Έβερτ υπήρξε σκληρή. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, όμως, δεν διανοήθηκε να διαγράψει τον Έβερτ. Απλώς δεν τον αξιοποίησε ως υπουργό. Σιγά τα ωά.
Και εδώ γεννιέται ένα ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα. Έχει ένας πολιτικός το δικαίωμα να εκφράζει δημόσια τη διαφωνία του με επιλογές της ηγεσίας του κόμματός του ή είναι προτιμότερο να λειτουργεί υπόγεια, συνωμοτικά και παρασκηνιακά; Γιατί ας μη γελιόμαστε. Σε όλα τα κόμματα υπάρχουν διαφωνίες. Το ζήτημα είναι αν εκφράζονται στο φως ή πίσω από κλειστές πόρτες.
Ο σοφός Κεφαλονίτης παππούς μου έλεγε από τα νεανικά μου χρόνια μια κουβέντα που δεν ξέχασα ποτέ: «Εκείνον που σου πηγαίνει κόντρα, ακόμη κι αν έχει άδικο, καλύτερα να τον έχεις κοντά σου. Αν τον διώξεις, μπορεί να υποστείς τα χειρότερα.»
Όσο για τον Αλέξη Τσίπρα, τα πράγματα μοιάζουν εξίσου χαρακτηριστικά. Όσο περισσότερο φορτώνεται με τοξικότητα και προσωπικές επιθέσεις, τόσο περισσότερο δείχνει να συσπειρώνει ένα ακροατήριο που μέχρι χθες παρέμενε αδρανές.
Ίσως, τελικά, οι σχεδιαστές της πολιτικής τοξικότητας θα έπρεπε να ξαναδιαβάσουν την ιστορία. Γιατί η υπερβολή δεν εξαφανίζει πάντα τον αντίπαλο. Πολύ συχνά τον μετατρέπει σε πρωταγωνιστή της επόμενης ημέρας.