Διμέτωπο αγώνα έχει ξεκινήσει η κυβερνώσα παράταξη σε μία προσπάθεια να αυξήσει τις δημοσκοπικές της επιδόσεις και πλησιάζοντας προς τις εκλογές να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στον στόχο της αυτοδυναμίας.
Από τη μια, σε κάθε ευκαιρία βάλλει κατά του ΠΑΣΟΚ προκειμένου να διεισδύσει ακόμα περισσότερο στον χώρο του κέντρου και να προσεγγίσει ψηφοφόρους της Χαριλάου Τρικούπη που σήμερα προβληματίζονται για την επιλογή που θα κάνουν στην κάλπη.
«Το ΠΑΣΟΚ του κυρίου Ανδρουλάκη επιχείρησε να γίνει ένας “πράσινος ΣΥΡΙΖΑ”, τους προηγούμενους μήνες, τα προηγούμενα χρόνια», ανέφερε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στο χθεσινό μπρίφινγκ, απαντώντας σε ερώτηση για τις προτάσεις της Χαριλάου Τρικούπη για τα «κόκκινα» δάνεια, συμπληρώνοντας ότι «το ΠΑΣΟΚ έχει μια αγωνία για τη δημοσκοπική του αρχικά και εκλογική του επιβίωση, αλλά έχει χάσει το μέτρο με αυτά που προτείνει», ενώ κατηγόρησε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για «ακατανόητες με βάση το παρελθόν του και τη θεσμική του συνέπεια επιλογές» και για συμπόρευση με πιο ακραίες φωνές. Παράλληλα επιχείρησε να αναδείξει τις διαφορές του ΠΑΣΟΚ επί Νίκου Ανδρουλάκη σε σύγκριση με το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου και της αείμνηστης Φώφης Γεννηματά.
Είναι εμφανής λοιπόν η προσπάθεια της κυβέρνησης να δείξει στο εκλογικό σώμα ότι τα μέτρα που προτείνει το ΠΑΣΟΚ είναι ουσιαστικά ανεφάρμοστα και να κερδίσει τους ψηφοφόρους του κέντρου που επιζητούν ρεαλιστικές προτάσεις για την επίλυση των προβλημάτων και κυρίως αποτελέσματα.
Εφόσον κερδίσει αυτό το κοινό η Νέα Δημοκρατία, ταυτόχρονα αποδυναμώνεται και η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις είναι αυτή τη στιγμή δεύτερο κόμμα. Βλέπουμε δηλαδή να εξελίσσεται μία μάχη για την επικράτηση στον χώρο του κέντρου, ένα ακροατήριο που τις περισσότερες φορές κρίνει και το εκλογικό αποτέλεσμα.
Σύγκριση με τις πολιτικές Σαμαρά
Την ίδια ώρα όμως το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να περιορίσει τις διαρροές και προς τα δεξιά ενώ έχει στραμμένη την προσοχή του στις κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά και στο κόμμα που -όπως αναφέρουν όλες οι πληροφορίες- βρίσκεται στα σκαριά.
Ο Παύλος Μαρινάκης, σχολιάζοντας τις θέσεις που εξέφρασε ο στενός συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού, Νίκος Τσιούτσιας, ξεκαθάρισε ότι «όλοι κρίνονται από τις πολιτικές τους» και ανέφερε μία σειρά κυβερνητικών δράσεων που βρίσκουν ιδιαίτερη απήχηση στο πιο συντηρητικό ακροατήριο.
Ειδικότερα, ανέδειξε πολιτικές της κυβέρνησης που σχετίζονται με την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, με εθνικά θέματα και την ισχυροποίηση της Ελλάδας στη διεθνή σκακιέρα, με την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού προβλήματος, με την πάταξη της ανομίας στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, προχωρώντας έτσι -σε χαμηλούς τόνους πάντως- σε μία ευθεία σύγκριση των πολιτικών που είχαν εφαρμοστεί επί κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά.
Την ίδια στιγμή και ενόψει της ΔΕΘ έχει ξεκινήσει μία «απόβαση» υπουργών και κυβερνητικών στελεχών στη Βόρεια Ελλάδα, σε μία προσπάθεια επαναπροσέγγισης ψηφοφόρων που τα τελευταία δύο χρόνια έχουν απομακρυνθεί από τη Νέα Δημοκρατία και που φαίνεται να κινούνται δεξιότερα της παράταξης.
Ο καθοριστικός ρόλος της ΔΕΘ
Για την περαιτέρω αύξηση των δημοσκοπικών της επιδόσεων η κυβέρνηση επενδύει πολύ στα μέτρα που θα εξαγγείλει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ. Γνωρίζοντας καλά ότι σήμερα το βασικό πρόβλημα της κοινωνίας είναι το αυξημένο κόστος διαβίωσης, ετοιμάζει ένα πλέγμα μέτρων που θα «ακουμπούν» περισσότερους πολίτες και που θα ενισχύουν το εισόδημα.
Το «χαρτί» της οικονομίας είναι αυτό που μπορεί να κάνει τη διαφορά και στο Μέγαρο Μαξίμου εκτιμούν ότι με την εφαρμογή τους επόμενους μήνες των μέτρων που θα ανακοινωθούν, οι πολίτες θα δουν σημαντική διαφορά στο πορτοφόλι τους.
Και εφόσον επιβεβαιωθούν αυτές οι εκτιμήσεις, τότε αυξάνεται η πιθανότητα να «κερδίσει» και πάλι μέρος των ψηφοφόρων που σήμερα δηλώνουν δυσαρεστημένοι από διάφορες κυβερνητικές πολιτικές. Για αυτό και από την επομένη των εξαγγελιών Μητσοτάκη, το κυβερνητικό επιτελείο θα έχει στραμμένη την προσοχή του στις δημοσκοπήσεις που θα ακολουθήσουν.