Το εορταστικό δεκαπενθήμερο τελείωσε και από τη Δευτέρα η χώρα επιστρέφει απότομα στη γνώριμη ρουτίνα: γραφεία, σχολικές αίθουσες, δρόμοι γεμάτοι, τελευταίοι εκδρομείς του Πάσχα στον δρόμο του γυρισμού. Μαζί, όμως, επιστρέφει και η πίεση της πραγματικότητας. Και αυτή τη φορά, το βάρος δεν πέφτει μόνο στα νοικοκυριά που μετρούν τα ευρώ ως το καλοκαίρι, αλλά και στην κυβέρνηση, η οποία μπαίνει σε μία περίοδο πυκνών πολιτικών συγκρούσεων, ανοιχτών υποθέσεων και οικονομικών αντιφάσεων.
Η πρώτη μεταπασχαλινή γεύση δόθηκε ήδη στη Βουλή, στη συζήτηση της 16ης Απριλίου για το κράτος δικαίου, τους θεσμούς και τη λειτουργία του Κοινοβουλίου. Εκεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης όχι μόνο επιχείρησε να ανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία, αλλά προανήγγειλε και την έναρξη της συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση μέσα στον Μάιο, μιλώντας για έναν πυρήνα τουλάχιστον 25 άρθρων. Το μήνυμα ήταν σαφές: η κυβέρνηση θα επιμείνει στις θεσμικές τομές, ακόμη κι αν μπροστά της βρει αντιδράσεις όχι μόνο από την αντιπολίτευση αλλά και από το εσωτερικό της.
Αυτό, ωστόσο, είναι μόνο η μία όψη της εικόνας. Η άλλη είναι πολύ πιο δύσκολη και πολύ πιο επικίνδυνη πολιτικά. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ όχι μόνο δεν έχει κλείσει, αλλά επιστρέφει με νέα ένταση. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανακοίνωσε στις 1 Απριλίου ότι ζήτησε από την ελληνική Βουλή την άρση ασυλίας 11 εν ενεργεία βουλευτών, ενώ παράλληλα διαβίβασε στοιχεία που αφορούν και πιθανή εμπλοκή πρώην υπουργού και υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης. Πρόκειται για μία υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, γιατί δεν αφορά απλώς μία ακόμη αντιπαράθεση, αλλά πιθανές πράξεις σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτό σημαίνει ότι το θέμα δύσκολα θα φύγει από την επικαιρότητα.
Στο ίδιο κάδρο πίεσης έχει μπει και η υπόθεση Λαζαρίδη. Οι αποκαλύψεις και η δημόσια αντιπαράθεση για τον διορισμό του, τις προϋποθέσεις της θέσης και τη νομική βάση εκείνης της πρόσληψης, έχουν ήδη δώσει στην αντιπολίτευση υλικό για επίμονη πολιτική φθορά. Το γεγονός ότι ο ίδιος ζήτησε να καταλογιστούν και να επιστραφούν τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά δείχνει ότι η υπόθεση απέχει πολύ από το να θεωρηθεί λήξασα. Αντίθετα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επιστρέψει τόσο κοινοβουλευτικά όσο και στο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης περί ηθικής, αριστείας και δύο μέτρων και δύο σταθμών, με τις ποινικές διαστάσεις για εξαπάτηση του Δημοσίου, που ίσως τεθούν από την αντιπολίτευση.
Κι ενώ στο πολιτικό πεδίο η κυβέρνηση καλείται να αμυνθεί, στο οικονομικό συνεχίζει να εκπέμπει ένα μεικτό σήμα. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, με τις ευρωπαϊκές προβλέψεις να έχουν τοποθετήσει την ελληνική οικονομία πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό βηματισμό για το 2026, σε ένα περιβάλλον όπου η ευρωζώνη κινείται αισθητά χαμηλότερα. Από την άλλη, αυτή η καλή μακροοικονομική εικόνα δεν μεταφράζεται αυτόματα σε κοινωνική ανακούφιση.
Γιατί οι αριθμοί έχουν πάντα δύο αναγνώσεις. Το υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι στο πρώτο τρίμηνο του 2026 τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού έφτασαν τα 18,514 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 691 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου, ενώ μόνο τον Μάρτιο τα φορολογικά έσοδα κινήθηκαν 9,7% πάνω από τον μηνιαίο στόχο. Την ίδια ώρα, η ΑΑΔΕ ανακοίνωσε 8.000 επιτόπιους ελέγχους στο πρώτο τρίμηνο, 50.000 παραβάσεις και αποκρυβείσα αξία συναλλαγών άνω των 5,6 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για μια εικόνα που η κυβέρνηση εύλογα θα αξιοποιήσει ως απόδειξη αποτελεσματικότητας στον πόλεμο της ΑΑΔΕ κατά της φοροδιαφυγής.
Μόνο που ο πολίτης δεν ζει με τους δείκτες του προϋπολογισμού. Ζει με τον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ, με το ενοίκιο, με το ρεύμα, με το κόστος μετακίνησης. Και εκεί η εικόνα παραμένει ασφυκτική. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε πληθωρισμό 3,9% τον Μάρτιο του 2026, εξέλιξη που εξηγεί γιατί η ακρίβεια συνεχίζει να είναι η πιο σκληρή, καθημερινή και πολιτικά φθοροποιός πραγματικότητα για κάθε κυβέρνηση. Όσο οι μισθοί δεν καλύπτουν το κόστος ζωής, κάθε κυβερνητικό αφήγημα για πρόοδο θα σκοντάφτει στα ράφια.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το διεθνές περιβάλλον γίνεται ξανά ασταθές. Η ένταση γύρω από το Ιράν έχει ήδη μεταφερθεί στις αγορές ενέργειας, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προειδοποιεί για αυξημένους λογαριασμούς ορυκτών καυσίμων στην ΕΕ και ανάγκη συντονισμού των κρατών-μελών. Σε μια οικονομία όπως η ελληνική, όπου το ενεργειακό κόστος περνά γρήγορα στην παραγωγή, στις μεταφορές και τελικά στις τελικές τιμές, κάθε νέα εξωτερική αναταραχή μπορεί να ξαναφουντώσει τον πληθωρισμό και να βαθύνει τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη παγίδα για το κυβερνητικό επιτελείο από τώρα έως τις καλοκαιρινές διακοπές. Δεν αρκεί να δείχνει ότι η οικονομία “πηγαίνει καλά” σε επίπεδο στατιστικών. Ούτε αρκεί να παρουσιάζει θεσμικές πρωτοβουλίες ως απόδειξη μεταρρυθμιστικής τόλμης. Το κρίσιμο είναι αν μπορεί να πείσει ότι ελέγχει τα ανοιχτά μέτωπα, ότι δεν σέρνεται πίσω από αποκαλύψεις και δικογραφίες, και κυρίως ότι αντιλαμβάνεται τη βουβή αλλά διογκούμενη κοινωνική δυσφορία για την ακρίβεια.
Το μεταπασχαλινό κουμπί, λοιπόν, πατήθηκε. Και από εδώ και πέρα ο χρόνος δεν θα κυλήσει ουδέτερα. Θα είναι χρόνος πολιτικής φθοράς ή πολιτικής ανάκαμψης. Χρόνος θεσμικών πρωτοβουλιών ή αμυντικών ελιγμών. Χρόνος οικονομικών επιδόσεων ή κοινωνικής ασφυξίας. Για τους πολίτες είναι η μεγάλη ευθεία ως το καλοκαίρι. Για την κυβέρνηση, όμως, είναι κάτι πολύ περισσότερο: είναι η περίοδος που θα δείξει αν μπορεί ακόμη να ορίζει την ατζέντα ή αν θα αρχίσει να την ορίζει η πραγματικότητα. Και είναι προφανές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει αυτός και η κυβέρνηση του να ορίζουν την ατζέντα. Και πόσο μάλλον όταν έχει απέναντί του μία «χαβαλέ» αντιπολίτευση