Το 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας ολοκληρώθηκε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να επιχειρεί να κλείσει κάθε χαραμάδα εσωστρέφειας και να μεταφέρει το κόμμα σε καθαρά προεκλογική τροχιά, με ορίζοντα το 2027. Το μήνυμα ήταν σαφές: η ΝΔ δεν συζητά απλώς την επόμενη μέρα της κυβέρνησης, αλλά διεκδικεί ήδη την τρίτη συνεχόμενη θητεία της ως προϋπόθεση πολιτικής σταθερότητας. Και πόσο μάλλον όταν τον Ιούλιο του 2027 αναλαμβάνει την εξαμηνιαία προεδρία της ευρωπαϊκής ένωσης

Ωστόσο, πίσω από τα μηνύματα της ενότητας, υπήρχε μια απουσία που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Ο Κώστας Καραμανλής δεν έδωσε το «παρών», και αυτό από μόνο του συνιστά πολιτικό σχόλιο. Όχι γιατί κάθε πρώην πρωθυπουργός οφείλει να παρίσταται σε κάθε κομματική διαδικασία, αλλά γιατί στην παρούσα συγκυρία η απουσία του διαβάζεται μέσα από το πρίσμα των αποστάσεων, των σιωπών και της δύσκολης σχέσης ενός τμήματος της παλαιότερης ΝΔ με το σημερινό Μέγαρο Μαξίμου.

Advertisement
Advertisement

Αντίθετα, η παρουσία του Βαγγέλη Μεϊμαράκη λειτούργησε ως εικόνα θεσμικής συνέχειας. Ο πρώην πρόεδρος της ΝΔ δεν είναι απλώς ένα ιστορικό στέλεχος. Είναι πρόσωπο που συμβολίζει την παραδοσιακή κομματική βάση, την κομματική νομιμοφροσύνη αλλά και έναν πιο λαϊκό, πιο γειωμένο κώδικα επικοινωνίας με τη γαλάζια παράταξη. Η θερμή του παρουσία στο συνέδριο έστειλε μήνυμα ότι, παρά τις υπόγειες εντάσεις, υπάρχουν ακόμη γέφυρες με το παλαιό κομματικό σώμα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πάντως, δεν άφησε πολλά περιθώρια παρερμηνειών. «Την ιστορία τη γράφουν μόνο οι παρόντες», είπε, σε μια φράση που δύσκολα μπορεί να διαβαστεί έξω από το πλαίσιο των απόντων. Δεν κατονόμασε τον Καραμανλή ή τον Σαμαρά, όμως το πολιτικό υπονοούμενο ήταν ευδιάκριτο: όποιος θέλει να επηρεάζει τις εξελίξεις, οφείλει να βρίσκεται μέσα στο γήπεδο.

Η δεύτερη ισχυρή ατάκα ήταν το «δεν μας αφορά ποιος θα είναι δεύτερος». Με αυτή τη φράση ο πρωθυπουργός επιχείρησε να επαναφέρει τη ΝΔ στη θέση του κυρίαρχου παίκτη, αγνοώντας την αντιπολιτευτική αριθμητική και προβάλλοντας το δίλημμα της επόμενης κάλπης ως επιλογή διακυβέρνησης. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η αναφορά του ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027, επιχειρώντας να κλείσει τα σενάρια πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.

Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι ο ίδιος αναγνώρισε την ύπαρξη προβληματισμού. Μίλησε για «υγιή προβληματισμό», για την ανάγκη να διορθωθούν αστοχίες και για ένα κόμμα που δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στην αυτοαναφορικότητα. Αυτό δείχνει ότι το συνέδριο δεν ήταν απολύτως ανέφελο. Οι επικριτικές φωνές δεν πήραν τη μορφή μετωπικής αμφισβήτησης, αλλά υπήρξαν ως υπόστρωμα: αγωνία για τη φθορά, για την απόσταση από κοινωνικά στρώματα που στήριξαν τη ΝΔ, για την ακρίβεια, για την εικόνα εξουσίας και για την ανάγκη ανανέωσης χωρίς αποκοπή από την κομματική ταυτότητα.

Ο Μητσοτάκης προσπάθησε να απαντήσει σε όλα αυτά με δύο κινήσεις. Πρώτον, με επίκληση στα πεπραγμένα: οικονομία, έργα, Ταμείο Ανάκαμψης, απασχόληση, διεθνής εικόνα της χώρας. Δεύτερον, με ιδεολογική οριοθέτηση: η ΝΔ ως δύναμη σταθερότητας, μεταρρυθμίσεων και ευρωπαϊκού προσανατολισμού, απέναντι στον λαϊκισμό, την παροχολογία και την «εσωτερική τοξικότητα».

Η πιο πολιτική φράση του συνεδρίου, ωστόσο, ίσως ήταν άλλη: «Δεν έχουμε face control στην είσοδο». Με αυτή την αποστροφή ο πρωθυπουργός θέλησε να παρουσιάσει τη ΝΔ ως ανοιχτό οργανισμό, όχι ως κλειστό μηχανισμό εξουσίας. Το ερώτημα είναι αν αυτή η εικόνα αρκεί για να πείσει όσους νιώθουν ότι η παράταξη απομακρύνθηκε από τα παραδοσιακά της αντανακλαστικά.

Το αποτέλεσμα του συνεδρίου, λοιπόν, δεν ήταν μια νέα γραμμή, αλλά η επιβεβαίωση της υπάρχουσας: Μητσοτάκης μέχρι το 2027, τρίτη θητεία ως στόχος, συσπείρωση ως ανάγκη, εσωκομματικές ενστάσεις υπό έλεγχο. Η απουσία Καραμανλή υπενθύμισε ότι η ενότητα δεν είναι αυτονόητη. Η παρουσία Μεϊμαράκη έδειξε ότι δεν έχει χαθεί. Και ο Μητσοτάκης επέλεξε να απαντήσει με μία φράση που συμπυκνώνει όλο το πολιτικό νόημα του συνεδρίου: στην επόμενη μάχη μετρούν μόνο όσοι θα είναι παρόντες.