Στις σοβαρές επιπτώσεις που έχει το αλκοόλ στην υγεία, ακόμη και όταν καταναλώνεται σε μικρές ποσότητες αναφέρεται σε κείμενό του το Cnn Health. Παρόλο που το ποτό συνδέεται συχνά με την κοινωνική ζωή, τη χαλάρωση και τη διασκέδαση, οι επιστημονικές έρευνες δείχνουν ότι μπορεί να βλάψει σημαντικά τον οργανισμό. Οι ειδικοί τονίζουν ότι το αλκοόλ είναι μια τοξική ουσία, η οποία χρησιμοποιείται ακόμη και για απολύμανση, και πλέον όλο και περισσότερες μελέτες υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει πραγματικά ασφαλής ποσότητα κατανάλωσης.

Σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα, το αλκοόλ συνδέεται άμεσα με 62 διαφορετικές ασθένειες. Ανάμεσα σε αυτές βρίσκονται καρδιακές παθήσεις, ψυχικές διαταραχές, γαστρίτιδα, έλκη, παγκρεατίτιδα, λιπώδες ήπαρ, κίρρωση και το σύνδρομο εμβρυϊκού αλκοολισμού. Οι ειδικοί εξηγούν ότι αυτές οι ασθένειες δεν θα υπήρχαν χωρίς την κατανάλωση αλκοόλ. Επιπλέον, το ποτό συμβάλλει και στην εμφάνιση άλλων σοβαρών προβλημάτων, όπως ο καρκίνος, τα εγκεφαλικά επεισόδια, ο διαβήτης, η άνοια και οι καρδιοπάθειες.

Advertisement
Advertisement

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επίδραση του αλκοόλ στο ανοσοποιητικό σύστημα. Ακόμη και ένα μόνο ποτό μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να μειώσει την άμυνα του οργανισμού απέναντι σε ιούς και μικρόβια. Το αλκοόλ επηρεάζει βασικά κύτταρα του ανοσοποιητικού που προστατεύουν το σώμα από λοιμώξεις και καρκινικά κύτταρα. Ένα επεισόδιο υπερβολικής κατανάλωσης μπορεί να επηρεάσει το ανοσοποιητικό για ολόκληρο το επόμενο 24ωρο. Η χρόνια κατανάλωση είναι ακόμη πιο επικίνδυνη, επειδή μπορεί να καταστρέψει σημαντικά κύτταρα άμυνας και να κάνει το άτομο πιο ευάλωτο σε ασθένειες όπως η πνευμονία, η φυματίωση και ο HIV.

Το κείμενο αναφέρεται επίσης στη σχέση του αλκοόλ με τον καρκίνο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες θεωρείται η τρίτη σημαντικότερη αιτία καρκίνου που μπορεί να προληφθεί, μετά το κάπνισμα και την παχυσαρκία. Υπολογίζεται ότι προκαλεί περίπου 100.000 περιστατικά καρκίνου και 20.000 θανάτους κάθε χρόνο. Το αλκοόλ προκαλεί βλάβες στο DNA και αυξάνει τις φλεγμονές στον οργανισμό. Στις γυναίκες αυξάνει κυρίως τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού, ενώ στους άνδρες σχετίζεται περισσότερο με τον καρκίνο του παχέος εντέρου.

Οι επιστήμονες εξηγούν ότι η διακοπή του ποτού μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στο μέλλον, αν και δεν μπορεί να εγγυηθεί πλήρη προστασία, επειδή ο καρκίνος αναπτύσσεται αργά και ίσως έχει ήδη ξεκινήσει πριν κάποιος σταματήσει να πίνει. Μάλιστα, ένας ερευνητής παρομοιάζει κάθε ποτό με ένα τσιγάρο, θέλοντας να δείξει πόσο σοβαρός είναι ο κίνδυνος.

Σημαντικές είναι και οι επιπτώσεις στον εγκέφαλο. Παλιότερα πίστευαν ότι το αλκοόλ σκοτώνει τα εγκεφαλικά κύτταρα, όμως σήμερα γνωρίζουμε ότι κυρίως καταστρέφει τις συνδέσεις μεταξύ των νευρώνων. Αυτό οδηγεί σε συρρίκνωση του εγκεφάλου, ειδικά σε περιοχές που σχετίζονται με τη μνήμη και τη λήψη αποφάσεων.Έρευνες δείχνουν ότι ακόμη και τρία ποτά την εβδομάδα αυξάνουν τον κίνδυνο άνοιας. Η διακοπή του αλκοόλ μπορεί να βοηθήσει τον εγκέφαλο να ανακάμψει σε κάποιο βαθμό, ιδιαίτερα αν η κατανάλωση δεν ήταν μακροχρόνια. Ωστόσο, η χρόνια υπερβολική κατανάλωση μπορεί να προκαλέσει μόνιμες βλάβες.

Τέλος, το άρθρο εξετάζει τη σχέση του αλκοόλ με την καρδιά. Παρόλο που παλαιότερες μελέτες έδειχναν ότι μικρές ποσότητες ίσως προστατεύουν την καρδιά, οι νεότερες έρευνες δείχνουν ότι ακόμη και ένα ποτό την ημέρα μπορεί να αυξήσει την αρτηριακή πίεση. Επιπλέον, το ποτό αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο ηπατικής βλάβης, ιδιαίτερα σε άτομα με υπέρταση, διαβήτη ή παχυσαρκία. Για αυτό πολλοί ειδικοί πλέον συμβουλεύουν τους ανθρώπους είτε να πίνουν όσο το δυνατόν λιγότερο είτε να αποφεύγουν εντελώς το αλκοόλ.

Κι ακόμα κάτι σημαντικό: Σύμφωνα με μελέτη που έχει δημοσιευτεί στο «BMJ Evidence-Based Medicine» εξετάζοντας, μεταξύ άλλων, τα γενετικά δεδομένα από 45 μελέτες άνοιας σε 2,4 εκατομμύρια άτομα και συγκρίνοντας γενετικούς δείκτες που σχετίζονται με τη χρήση αλκοόλ καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, η υψηλότερη γενετική προδιάθεση συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο άνοιας, με γραμμική αύξηση του κινδύνου όσο υψηλότερη ήταν η κατανάλωση αλκοόλ.

Με πληροφορίες από: Cnn health , onlinelibrary.wiley.com , BMJ Evidence-Based Medicine