Δύο διαφορετικές ιστορικές στιγμές συνδέονται με τη 19η Ιουλίου. Το 1989 η υπόθεση Κοσκωτά έφτανε στην καρδιά της ελληνικής πολιτικής ζωής, ενώ εννέα χρόνια νωρίτερα άνοιγε στη Μόσχα η αυλαία των πιο πολιτικοποιημένων Ολυμπιακών Αγώνων της μεταπολεμικής περιόδου.
1989: Η υπόθεση Κοσκωτά φτάνει στη Βουλή
Η μαραθώνια συνεδρίαση της Βουλής άρχισε στις 18 Ιουλίου 1989 και ολοκληρώθηκε τις πρώτες ώρες της επομένης. Η απόφαση άνοιξε τον δρόμο για την άσκηση ποινικής δίωξης και τη διεξαγωγή προανάκρισης σε βάρος του πρώην πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και κορυφαίων υπουργών του ΠΑΣΟΚ για τις πολιτικές πτυχές του σκανδάλου Κοσκωτά. Η οριστική παραπομπή τους στο Ειδικό Δικαστήριο θα ερχόταν δύο μήνες αργότερα. (Πρακτικά της Βουλής)
Η χώρα είχε μόλις βγει από τις εκλογές του Ιουνίου και κυβερνιόταν από την κυβέρνηση συνεργασίας του Τζαννή Τζαννετάκη, την οποία στήριζαν η Νέα Δημοκρατία και ο Συνασπισμός. Κεντρική δέσμευση της νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ήταν η «κάθαρση». Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη πλευρά, μιλούσε για πολιτική δίωξη και για οργανωμένη προσπάθεια εξόντωσης του ιδρυτή του.
Το σκάνδαλο είχε ως κεντρικό πρόσωπο τον τραπεζίτη και εκδότη Γιώργο Κοσκωτά, ο οποίος κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση περίπου 32 δισεκατομμυρίων δραχμών από την Τράπεζα Κρήτης. Η ραγδαία επιχειρηματική του άνοδος, η επέκτασή του στα μέσα ενημέρωσης και η σχέση του με κρατικούς μηχανισμούς είχαν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μίγμα οικονομικής και πολιτικής διαπλοκής.
Στο πολιτικό σκέλος της υπόθεσης περιλήφθηκαν, εκτός από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο Μένιος Κουτσόγιωργας, ο Δημήτρης Τσοβόλας, ο Γιώργος Πέτσος και ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης. Η δίκη άρχισε τον Μάρτιο του 1991 και μεταδόθηκε τηλεοπτικά, καθηλώνοντας τη χώρα. Ο Κουτσόγιωργας κατέρρευσε μέσα στη δικαστική αίθουσα και πέθανε μία εβδομάδα αργότερα.
Τον Ιανουάριο του 1992 ο Ανδρέας Παπανδρέου αθωώθηκε με ψήφους 7-6, ενώ ο Δημήτρης Τσοβόλας και ο Γιώργος Πέτσος καταδικάστηκαν. Η υπόθεση άφησε βαθύ αποτύπωμα: για τη μία πλευρά ήταν «κάθαρση», για την άλλη το «βρώμικο ’89».
1980: Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του πρωτοφανούς μποϊκοτάζ
Στις 19 Ιουλίου 1980, στο επιβλητικό στάδιο Λένιν της Μόσχας, ο σοβιετικός ηγέτης Λεονίντ Μπρέζνιεφ κήρυξε την έναρξη των 22ων Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων. Ήταν οι πρώτοι Αγώνες που διοργανώνονταν σε κομμουνιστική χώρα, αλλά αντί για γιορτή παγκόσμιας ενότητας εξελίχθηκαν σε πεδίο αντιπαράθεσης του Ψυχρού Πολέμου.
Η εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν, τον Δεκέμβριο του 1979, είχε προκαλέσει την οργή της Δύσης. Ο Αμερικανός πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ ζήτησε την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων και, όταν η Μόσχα αρνήθηκε, οι ΗΠΑ ηγήθηκαν διεθνούς μποϊκοτάζ. Περισσότερες από 60 χώρες δεν πήραν μέρος, ανάμεσά τους ο Καναδάς, η Δυτική Γερμανία, η Ιαπωνία, η Κίνα, η Νορβηγία και η Κένυα.
Μόλις 80 χώρες και περίπου 5.255 αθλητές συμμετείχαν, ο μικρότερος αριθμός εθνικών αποστολών από το 1956. Η Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Αυστραλία επέτρεψαν στους αθλητές τους να αποφασίσουν οι ίδιοι, με αρκετούς να αγωνίζονται υπό την ολυμπιακή σημαία και χωρίς εθνικούς ύμνους.
Παρά τις μεγάλες απουσίες, δεν έλειψαν οι σπουδαίες επιδόσεις. Οι Βρετανοί Σεμπάστιαν Κόου και Στιβ Όβετ μοιράστηκαν τα χρυσά μετάλλια στα 800 και 1.500 μέτρα, ενώ η Σοβιετική Ένωση κυριάρχησε με 195 μετάλλια.
Η Ελλάδα συμμετείχε με 43 αθλητές και κατέκτησε τρία μετάλλια. Ο Στέλιος Μυγιάκης πήρε το χρυσό στην ελληνορωμαϊκή πάλη, ο Γιώργος Χατζηιωαννίδης το χάλκινο στην ελευθέρα πάλη και οι Τάσος Μπουντούρης, Τάσος Γαβρίλης και Αριστείδης Ραπανάκης το χάλκινο στην ιστιοπλοΐα.
Το μποϊκοτάζ δεν οδήγησε στην αποχώρηση των Σοβιετικών από το Αφγανιστάν. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η Μόσχα και οι σύμμαχοί της απάντησαν μποϊκοτάροντας τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες. Τον βαρύτερο λογαριασμό πλήρωσαν τελικά οι αθλητές, που είδαν μια ολόκληρη ζωή προετοιμασίας να θυσιάζεται στον βωμό της γεωπολιτικής.