Σε μια ακόμη επεισοδιακή κοινοβουλευτική σκηνή, η Ζωή Κωνσταντοπούλου εμφανίστηκε αποφασισμένη να μετατρέψει τη συζήτηση για τις άρσεις ασυλίας της σε πολιτικό και διαδικαστικό πεδίο σύγκρουσης. Αυτή τη φορά, στο επίκεντρο βρέθηκαν όχι μόνο οι καταγγελίες περί μεροληψίας, αλλά και… ένα φιλί γενεθλίων. Μαζί και οι σχετικές αγκαλιές.
Η Βουλή έχει ζήσει εντάσεις, προσωπικές αντιπαραθέσεις, σκληρές κουβέντες και στιγμές που δοκιμάζουν τα όρια της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Αυτό που συνέβη όμως με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Γιώργο Γεωργαντά μοιάζει να περνά σε άλλη κατηγορία.
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια για δύο υποθέσεις που αφορούν την άρση της βουλευτικής της ασυλίας, ζήτησε την εξαίρεση του Γιώργου Γεωργαντά από την έδρα, υποστηρίζοντας ότι έχει μεροληπτική στάση εναντίον της. Για να ενισχύσει τον ισχυρισμό της, κατέθεσε φωτογραφίες στις οποίες, εμφανίζεται ο Άδωνις Γεωργιάδης να αγκαλιάζει και να φιλά τον κ. Γεωργαντά.
Η απάντηση του βουλευτή της ΝΔ ήταν η φράση που, αναπόφευκτα, θα μείνει από τη συνεδρίαση: «Μην ποινικοποιείτε τα γενέθλια. Είχα γενέθλια και μου ευχήθηκε ο κ. Γεωργιάδης».
Και κάπως έτσι, μια θεσμική διαδικασία για την άρση ασυλίας μετατράπηκε σε συζήτηση για το αν μια αγκαλιά και ένα φιλί γενεθλίων μπορούν να αποτελέσουν ένδειξη πολιτικής διαπλοκής ή μεροληψίας.
Η κ. Κωνσταντοπούλου δεν έμεινε εκεί. Αμφισβήτησε ακόμη και τη χρονική συγκυρία των ευχών, λέγοντας ότι τα γενέθλια του κ. Γεωργαντά ήταν στις 7 Μαΐου, ενώ η επίμαχη συνάντηση έγινε αργότερα. «Μας είπατε ότι τα φιλιά ήταν αναδρομικά», φέρεται να είπε, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για «ομολογία» διαπλοκής και μηχανορραφίας.
Η εικόνα είναι, αν μη τι άλλο, εντυπωσιακή. Σε μια περίοδο όπου η κοινωνία ζητά σοβαρότητα, λογοδοσία και καθαρές απαντήσεις από το πολιτικό σύστημα, η Βουλή βρέθηκε να συζητά αν ένα φιλί για γενέθλια συνιστά τεκμήριο προκατάληψης.
Το ζήτημα, βέβαια, δεν είναι αν ένας πολιτικός μπορεί να αγκαλιάσει έναν συνάδελφό του. Το ζήτημα είναι πώς μια κοινοβουλευτική διαδικασία που αφορά σοβαρές υποθέσεις μπορεί να εκτρέπεται σε σκηνικό συνεχών ενστάσεων, προσωπικών αιτιάσεων και θεατρικών κορυφώσεων.
Η κ. Κωνσταντοπούλου καταγγέλλει ότι στην Επιτροπή Δεοντολογίας υπήρξε, όπως υποστηρίζει, «κακοποιητική συμπεριφορά», «τραμπουκισμοί» και παραβίαση της διαδικασίας. Από την άλλη πλευρά, κυβερνητικά στελέχη την κατηγορούν ότι επιχειρεί να αποφύγει τη συζήτηση επί της ουσίας, προβάλλοντας διαδικαστικά εμπόδια.
Οι δύο δικογραφίες που συζητούνται αφορούν, αφενός, μήνυση του Άδωνι Γεωργιάδη για συκοφαντική δυσφήμιση και, αφετέρου, μηνυτήρια αναφορά δικαστών της υπόθεσης των Τεμπών για διατάραξη της δίκης. Πρόκειται, δηλαδή, για υποθέσεις που δεν μπορούν να χαθούν κάτω από τον θόρυβο μιας κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης περί φιλιών, γενεθλίων και φωτογραφιών.
Η πολιτική ένταση είναι θεμιτή. Η σκληρή αντιπαράθεση, επίσης. Όμως άλλο πράγμα η υπεράσπιση θεσμικών δικαιωμάτων και άλλο η διαρκής μετατόπιση της συζήτησης σε εικόνες, υπαινιγμούς και προσωπικά επεισόδια.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου γνωρίζει όσο λίγοι το βάρος της κοινοβουλευτικής σκηνής. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά πώς να τραβά πάνω της τα φώτα. Αυτή τη φορά, όμως, το ερώτημα είναι αν το φως πέφτει στην ουσία ή αν απλώς φωτίζει μια ακόμη στιγμή υπερβολής.
Γιατί όταν η Βουλή φτάνει στο σημείο να συζητά αν ένα φιλί γενεθλίων είναι πολιτικό τεκμήριο, τότε κάτι έχει πράγματι ξεπεράσει τα όρια.