Μια λιτή αλλά εξαιρετικά αιχμηρή παρέμβαση της Έρης Ρίτσου ήρθε να προσθέσει νέα διάσταση στη δημόσια αντιπαράθεση που ξέσπασε μετά την απαγόρευση παρουσίασης έργων του Μάνου Χατζιδάκι σε συναυλία-αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο.
Η κόρη του Γιάννη Ρίτσου δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στον Γιώργο Χατζιδάκι. Ωστόσο, το νόημα της ανάρτησής της δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Μίλησε για τα «τραγελαφικά των κληρονόμων», για ανθρώπους που οφείλουν να αποδεικνύουν την προσωπική τους αξία μέσα από τις δικές τους πράξεις και όχι να στηρίζουν την παρουσία τους στη δημιουργία και την προσφορά των διάσημων γονιών τους.
«Χωρίς συμπλέγματα»
Η Έρη Ρίτσου έγραψε ότι αισθάνεται ευτυχισμένη επειδή είχε δύο εξαιρετικά καλούς γονείς, από τους οποίους εισέπραξε απεριόριστη αγάπη. Θεωρεί, όπως σημείωσε, ότι αυτή η αγάπη τη βοήθησε να εξελιχθεί σε έναν ισορροπημένο άνθρωπο, χωρίς συμπλέγματα.
Το ουσιαστικότερο σημείο της παρέμβασής της βρίσκεται, όμως, αμέσως μετά. Η ίδια εξηγεί πως προσπαθεί να αποδεικνύει ότι αξίζει να υπάρχει μέσα από τις πράξεις της και όχι εξαιτίας της δημιουργίας και της προσφοράς των γονιών της.
Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, επισημαίνει ουσιαστικά, ανήκε πρωτίστως στον ίδιο και στο αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθυνόταν. Όπως αντίστοιχα το έργο της μητέρας της, που ήταν γιατρός, ανήκε στους ασθενείς τους οποίους φρόντιζε. Και καταλήγει με την ευθεία βολή για τα «διάφορα τραγελαφικά των “κληρονόμων”».
Η υπόθεση που άναψε τη φωτιά
Η διαμάχη ξεκίνησε όταν, στη συναυλία προς τιμήν του Νίκου Γκάτσου στο Δίον, δεν επετράπη να παρουσιαστούν τραγούδια με μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Ο Μανώλης Μητσιάς, αντί να τραγουδήσει τον «Γιάννη τον φονιά», επέλεξε να απαγγείλει τους στίχους του Γκάτσου, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από το κοινό.
Ο Γιώργος Χατζιδάκις απάντησε ότι ουδέποτε απαγόρευσε προσωπικά στον Μανώλη Μητσιά να ερμηνεύει το συγκεκριμένο τραγούδι. Υποστήριξε ότι η απαγόρευση αφορούσε αποκλειστικά την εταιρεία παραγωγής και τη συγκεκριμένη σειρά συναυλιών, για την οποία, όπως ανέφερε, δεν είχε παραχωρηθεί άδεια χρήσης των έργων του πατέρα του.
Τόνισε ακόμη ότι τα μουσικά έργα δεν ανήκουν στους ερμηνευτές ούτε αποτελούν αυτομάτως κοινό κτήμα, αλλά ανήκουν στους δημιουργούς και σε όσους εκείνοι έχουν ορίσει ως εκπροσώπους τους.
Νομιμότητα και ηθική δεν είναι πάντοτε το ίδιο
Στο καθαρά νομικό επίπεδο, οι κληρονόμοι και οι διαχειριστές ενός έργου διαθέτουν δικαιώματα και αρμοδιότητες που δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει. Στο ηθικό και πολιτιστικό πεδίο, όμως, το ερώτημα είναι πολύ πιο σύνθετο.
Μπορεί ένα τραγούδι που έχει τραγουδηθεί επί δεκαετίες, έχει περάσει στη συλλογική μνήμη και έχει συνδεθεί με τη φωνή ενός σπουδαίου ερμηνευτή να αντιμετωπίζεται μόνο ως αντικείμενο διαχείρισης και αδειοδότησης;
Μπορούν οι κληρονόμοι να προστατεύουν το έργο χωρίς να το φυλακίζουν; Να υπερασπίζονται την επιθυμία του δημιουργού χωρίς να δημιουργούν την εντύπωση ότι υψώνουν φράχτες ανάμεσα στην τέχνη και το κοινό;
Η παρέμβαση της Έρης Ρίτσου δεν ακυρώνει τα πνευματικά δικαιώματα. Θέτει, όμως, ένα βαθύτερο ζήτημα: άλλο η νόμιμη διαχείριση μιας πνευματικής κληρονομιάς και άλλο η οικειοποίησή της ως προσωπικού τίτλου εξουσίας.
Γιατί οι μεγάλοι δημιουργοί αφήνουν ασφαλώς τα έργα τους στους απογόνους τους. Τα αφήνουν, όμως, ταυτόχρονα και σε έναν ολόκληρο λαό. Και αυτή η δεύτερη κληρονομιά είναι ίσως η σημαντικότερη από όλες.