Ο νέος ΚΟΚ αλλάζει σημαντικά τη φιλοσοφία των ποινών, μεταφέροντας πλέον το βάρος της ευθύνης στον οδηγό και όχι στο όχημα. Η αυστηροποίηση των κυρώσεων, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των ελέγχων στους δρόμους όλης της χώρας και ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις, σηματοδοτεί μια νέα εποχή για την οδική ασφάλεια.
Η λογική της νέας νομοθεσίας δεν περιορίζεται στην επιβολή προστίμων. Στόχος είναι η ενίσχυση μιας κουλτούρας πρόληψης και υπευθυνότητας πίσω από το τιμόνι, με την οδήγηση να αντιμετωπίζεται ως πράξη που επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια όλων των χρηστών του δρόμου.
Η αναθεώρηση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας με τον Ν. 5209/2025 εισάγει μια σειρά σημαντικών αλλαγών, μεταξύ των οποίων και η δυνατότητα ψηφιακής αφαίρεσης της άδειας οδήγησης. Έτσι, σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι πλέον απαραίτητο οι αρχές να παρακρατούν το φυσικό δίπλωμα, καθώς η στέρηση μπορεί να καταχωρίζεται και ηλεκτρονικά.
Η αφαίρεση της άδειας οδήγησης προβλέπεται, κατά κανόνα, για παραβάσεις που εντάσσονται στις κατηγορίες Ε1-Β, Ε2-Β, Ε3-Β και Σ. Στις σοβαρές παραβάσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε στέρηση του διπλώματος περιλαμβάνονται η παραβίαση STOP και ερυθρού σηματοδότη, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, η επικίνδυνη οδήγηση και η συμμετοχή σε αυτοσχέδιους αγώνες, καθώς και οι επικίνδυνες προσπεράσεις.
Ιδιαίτερα αυστηρές είναι οι προβλέψεις και για την υπερβολική ταχύτητα. Η υπέρβαση του ορίου κατά 50 χλμ./ώρα και άνω, αλλά και η οδήγηση με ταχύτητα που ξεπερνά τα 200 χλμ./ώρα, μπορεί να επιφέρει αφαίρεση της άδειας οδήγησης.
Στο στόχαστρο της νέας νομοθεσίας βρίσκονται επίσης η χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση, η μη χρήση ζώνης ασφαλείας ή κράνους, η μη χρήση παιδικών καθισμάτων και η παράνομη χρήση της Λωρίδας Έκτακτης Ανάγκης. Αφαίρεση της άδειας προβλέπεται ακόμη για στάθμευση σε θέσεις ή ράμπες ΑμεΑ, αλλά και για ιδιαίτερα επικίνδυνες παραβάσεις, όπως η μη παραχώρηση προτεραιότητας ή η παραβίαση σιδηροδρομικής διάβασης.
Αυστηρότερο είναι το πλαίσιο και για τις περιπτώσεις υποτροπής. Για ορισμένες σοβαρές παραβάσεις, η επανάληψη της ίδιας ή άλλης επικίνδυνης συμπεριφοράς μέσα στα προβλεπόμενα χρονικά διαστήματα μπορεί να οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερη διάρκεια στέρησης της άδειας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις προβλέπεται και επανεξέταση του οδηγού.
Στις παραβάσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε καθεστώς υποτροπής περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ ή ουσιών, η παραβίαση STOP και ερυθρού σηματοδότη, η επικίνδυνη οδήγηση, οι αυτοσχέδιοι αγώνες, η υπερβολική ταχύτητα, η χρήση κινητού τηλεφώνου, η μη χρήση ζώνης ή κράνους, η παράνομη χρήση της Λ.Ε.Α. και η στάθμευση σε χώρους ΑμεΑ.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται παραβάσεις που έχουν ακόμη σοβαρότερες συνέπειες, όπως η πρόκληση τροχαίου λόγω παραβίασης σηματοδότη ή STOP, η χρήση κινητού τηλεφώνου που οδηγεί σε ατύχημα, η εγκατάλειψη σημείου τροχαίου δυστυχήματος και η οδήγηση χωρίς άδεια.
Για την επανεξέταση απαιτείται, σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, να έχει ολοκληρωθεί η περίοδος στέρησης της άδειας και να έχουν εξοφληθεί τα προβλεπόμενα διοικητικά πρόστιμα.
Στις πιο ακραίες περιπτώσεις, οι ποινές γίνονται ακόμη αυστηρότερες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εγκατάλειψη θύματος τροχαίου, καθώς σε περίπτωση τρίτης παράβασης μέσα σε διάστημα πέντε ετών από την αμέσως προηγούμενη, προβλέπεται ακόμη και δια βίου αφαίρεση της άδειας οδήγησης.
Με τον νέο ΚΟΚ, το μήνυμα της Πολιτείας είναι σαφές: οι σοβαρές παραβάσεις δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως απλές παρατυπίες. Η ευθύνη μεταφέρεται στον οδηγό και οι επαναλαμβανόμενες ή ιδιαίτερα επικίνδυνες συμπεριφορές μπορούν να οδηγήσουν από προσωρινή στέρηση του διπλώματος μέχρι και στην οριστική απώλεια του δικαιώματος οδήγησης.