Υπάρχουν καλλιτέχνες που κάνουν καριέρα. Και υπάρχουν άνθρωποι που γίνονται, χωρίς να το επιδιώξουν, σύμβολα μιας εποχής. Ο Νικόλας Άσιμος ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 20 Αυγούστου 1949 ως Νικόλαος Ασημόπουλος και μεγάλωσε στην Κοζάνη. Στα νεανικά του χρόνια ασχολήθηκε ακόμη και με τον αθλητισμό, διακρινόμενος στο άλμα εις ύψος, ενώ είχε δεχθεί πρόταση και από την ποδοσφαιρική ομάδα της Κοζάνης.
Όμως ο δρόμος του ήταν αλλού.
Το 1967 μπήκε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Ασχολήθηκε με το φοιτητικό θέατρο, τη δημοσιογραφία και, αυτοδίδακτος πλέον, με την κιθάρα και το τραγούδι. Το «Άσιμος», που χρησιμοποίησε αρχικά ως ψευδώνυμο σε δημοσιογραφικό κείμενο, έγινε τελικά η ταυτότητά του.
Από τις μπουάτ στα Εξάρχεια
Το 1973 εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη και κατέβηκε στην Αθήνα. Οι μπουάτ της Πλάκας έγιναν ένα από τα πρώτα πεδία έκφρασής του. Δεν παρουσίαζε απλώς τραγούδια. Έστηνε παραστάσεις με μουσική, θέατρο, κείμενα και πολιτική σάτιρα, μονίμως απέναντι σε κάθε μορφή κατεστημένου.
Το 1975 κυκλοφόρησε το πρώτο του 45άρι, με τα τραγούδια «Ρωμιός» και «Μηχανισμός». Κυρίως όμως επέλεξε έναν δρόμο που σήμερα θα τον λέγαμε… ανεξάρτητη παραγωγή. Ηχογραφούσε μόνος του κασέτες και τις πουλούσε ο ίδιος στα Προπύλαια, στο Πολυτεχνείο, στο Μοναστηράκι και στα Εξάρχεια.
Δεν ήθελε μεσάζοντες. Δεν ήθελε μηχανισμούς. Ήθελε το τραγούδι του να πηγαίνει κατευθείαν στον άνθρωπο.
Και πλήρωσε την ανυπακοή του. Το 1977 φυλακίστηκε για δύο μήνες μαζί με άλλους εκδότες και συγγραφείς. Το 1981 έγραψε το βιβλίο «Αναζητώντας Κροκανθρώπους» και έναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε τον μεγάλο δίσκο «Ξαναπές το», με συμμετοχές του Βασίλη Παπακωνσταντίνου και της Χαρούλας Αλεξίου.
https://www.youtube.com/watch?v=MOKKO3p2NHo
Ο «Μπαγάσας» έμεινε
Ο Άσιμος δεν ήταν εύκολος άνθρωπος ούτε εύκολος καλλιτέχνης. Δεν χωρούσε άνετα ούτε στην Αριστερά, ούτε στον αναρχικό χώρο, ούτε στη δισκογραφική βιομηχανία. Απέρριπτε ουσιαστικά την ανάγκη να του κολλούν πολιτικές και κοινωνικές ετικέτες.
Τα Εξάρχεια έγιναν ο φυσικός του χώρος. Στην Καλλιδρομίου δημιούργησε τον περίφημο «Χώρο Προετοιμασίας», που ήταν μαζί σπίτι, εργαστήριο, μαγαζί και τόπος δημιουργίας. Εκεί έγραφε, συνέθετε και πουλούσε τις κασέτες του.
Η ζωή του όμως οδηγήθηκε σε μια τραγική κατάληξη. Το 1987 κατηγορήθηκε για βιασμό, υπόθεση που, σύμφωνα με τη βιογραφική πηγή του «Σαν Σήμερα», δεν τεκμηριώθηκε. Προφυλακίστηκε και αργότερα αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση. Στις 17 Μαρτίου 1988 βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του. Ήταν μόλις 38 ετών.
Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν έργα του που έκαναν ακόμη μεγαλύτερο το αποτύπωμά του. Και τραγούδια όπως ο «Μπαγάσας», το «Αγαπάω κι αδιαφορώ», το «Γιουσουρούμ» και τόσα άλλα πέρασαν στις επόμενες γενιές, συχνά μέσα από τη φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της ιστορίας του Νικόλα Άσιμου: ένας άνθρωπος που πολέμησε με πάθος κάθε «μηχανισμό» έγινε μετά τον θάνατό του μέρος της συλλογικής μνήμης.
Ο «Μπαγάσας» έφυγε νωρίς.
Τα τραγούδια του, όμως, αρνήθηκαν να φύγουν μαζί του.