Επανεξελέγη βουλευτής ο επικεφαλής του αντιμεταναστευτικού κόμματος Reform UK Νάιτζελ Φάρατζ, κερδίζοντας την αναπληρωματική εκλογή που ο ίδιος προκάλεσε για να ενισχύσει τη θέση του μετά το σκάνδαλο για δωρεές χρημάτων που δεν έχει δηλώσει, με τον κύριο αντίπαλό του, έναν κωμικό που εμφανίστηκε ντυμένος σαν κάδος σκουπιδιών, να κερδίζει πάνω από το ένα τέταρτο των ψήφων.
Παρά το γεγονός ότι ο Φάρατζ κέρδισε την εκλογική διαδικασία, η επιτροπή δεοντολογίας του κοινοβουλίου θα συνεχίσει την έρευνά της στις φορολογικές του δηλώσεις, μόλις επιστρέψει στο κοινοβούλιο. Στο κέντρο της έρευνας είναι το άν θα έπρεπε να είχε δηλώσει το δώρο 5 εκατομμυρίων στερλινών σε κρυπτονομίσματα.
Βάσει του κανονισμού του κοινοβουλίου, τα μέλη του κοινοβουλίου πρέπει να δηλώνουν οποιεσδήποτε από έναν δισεκατομμυριούχο με έδρα την Ταϊλάνδη πριν από τις εθνικές εκλογές του 2024.
Συνολικά, η έρευνα του κοινοβουλίου εξετάζει δωρεέςδωρεές λαμβάνουν κατά το έτος που προηγείται των εκλογών μέσα σε διάστημα ενός μήνα αφότου αναλάβουν καθήκοντα. Ο Φάρατζ έχει παραδεχθεί πως πήρε τα χρηματα χωρίς να τα δηλώσει, υποστηρίζοντας ότι δεν έκανε κάτι λάθος επειδή ήταν προσωπικό δώρο.
Σύμφωνα με τους Times, φέρεται να έχει λάβει άλλη μια δωρεά που δεν έχει δηλώσει, αυτή τη φορά από τον Τζορτζ Κοτρέλ, επίσης επιχειρηματία των κρυπτονομισμάτων που είχε καταδικασθεί το 2017 στις ΗΠΑ για απάτη.
Αν οι αρχές του κοινοβουλιου -η έρευνα των οποίων είχε διακοπεί μετά την παραίτηση του Φάρατζ από την έδρα του, αλλά θα επαναληφθεί τώρα, μετά την επανεκλογή του- καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι παραβίασε τους κανόνες, η συμμετοχή του στο κοινοβούλιο μπορεί να ανασταλεί και να διεξαχθούν νέες εκλογές για να διατηρήσει την έδρα του, στις οποίες τα κύρια κόμματα πιθανότατα θα καταβάσουν υποψηφίους.
Και νέα «παράσταση» από τον Φάρατζ
Ο Φάρατζ, που ενορχύστρωσε το Brexit, δεν εμφανίσθηκε στην καταμέτρηση των ψήφων στην πόλη Κλάκτον, λέγοντας ότι η αστυνομία τον συμβούλευσε υποστηρίζοντας ότι διεξάγεται εκστρατεία για να υπάρξει αναστάτωση κατά την ανακοίνωση του αποτελέσματος.
«Να με πάρει ο διάολος αν πρόκειται να σταθώ σε μια σκηνή, έχοντας πετύχει μια ηχηρή νίκη… και να υποστώ απαξίωση και ταπείνωση από τιποτένιους», είπε ο Φάρατζ σε υποστηρικτές του σε πάρτι που έκανε πριν από την ανακοίνωση του αποτελέσματος.
Η αναπληρωματική εκλογή προκλήθηκε αφού ο Φάρατζ παραιτήθηκε τον περασμένο μήνα από βουλευτής για να επιδιώξει μια νέα εντολή από τους ψηφοφόρους, ισχυριζόμενος ότι διεξάγει πόλεμο εναντίον του κατεστημένου, το οποίο θέλει να τον δυσφημήσει επειδή πήρε δώρα από δωρητές χωρίς να τα δηλώσει.
Τα κύρια κόμματα της Βρετανίας μποϊκόταραν αυτή την αναπληρωματική εκλογή, χαρακτηρίζοντάς την ιδιοτελές επικοινωνιακό κόλπο, με αποτέλεσμα ο κύριος αντίπαλος του Φάρατζ να καταλήξει να είναι ο Κόμης Σκουπιδοπρόσωπος (Count Binface), μια περσόνα που δημιούργησε ο κωμικός Τζόναθαν Χάρβεϊ, ο οποίος έχει γίνει μόνιμη πηγή διασκέδασης και σάτιρας στις βρετανικές εκλογές.
Ενώ ο Φάρατζ έλαβε το 62,8% των ψήφων, ο Κόμης Σκουπιδοπρόσωπος, οι πολιτικές του οποίου περιλαμβάνουν την επιβολή ανώτατης τιμής στο παγωτό χωνάκι, την «εθνικοποίηση» της τραγουδίστριας Αντέλ και την υποχρεωτική στρατολόγηση στις ένοπλες δυνάμεις όσων μιλούν δυνατά στο κινητό τους στα μέσα μαζικής μεταφοράς, εξασφάλισε 26,7%.
Αφού είχε για καιρό προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, το Reform UK (Κόμμα Μεταρρύθμισης του Ηνωμένου Βασιλείου) είδε τη δημοτικότητά του να μειώνεται, εν μέρει λόγω κατηγοριών σε βάρος του Φάρατζ για τη χρηματοδότηση του κόμματος.
Αφού υπογράμμισαν πως η απόφασή του να προκαλέσει την αναπληρωματική εκλογή στο Κλάκτον δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας ελιγμός για να αποσπάσει την προσοχή από τις κατηγορίες αυτές, τα άλλα βρετανικά κόμματα αποσύρθηκαν από την κούρσα, με αποτέλεσμα ακόμα και μερικοί από τους πιο θερμους υποστηρικτές του Φάρατζ να αναρωτιούνται μήπως ο βετεράνος πολιτικός έκανε λάθος.
Η Λόρα Ρίτσαρντς-Γκρέι, λέκτορας πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μπίρκμπεκ του Λονδίνου, λέει πως η απουσία αντιπάλων από τα μεγάλα κόμματα υπονόμευσε την απόπειρά του να μετατρέψει την εκλογική αναμέτρηση σ’ αυτό που αποκάλεσε αγώνα «του λαού εναντίον του κατεστημένου», προσθέτοντας ότι μερικοί ψηφοφόροι είδαν την εκλογή αυτή σαν «χάσιμο χρόνου και χρημάτων».