Σε μια εκτενή και τεκμηριωμένη παρουσίαση προχώρησε ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις στο σκάνδαλο των υποκλοπών. Η συνέντευξη Τύπου επικεντρώθηκε στην απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κ. Τζαβέλλα, να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, παρά τα νέα δεδομένα που προέκυψαν από τη δικαιοσύνη.

Όπως επισημάνθηκε, στο δικαστήριο του Στρασβούργου, σύμφωνα με πρόσφατα ευρωπαϊκά κριτήρια, υπάρχει βάση για να ευδοκιμήσει μια προσφυγή κατά της πράξης του κ. Τζαβέλλα για την μη ανάσυρσης της δικογραφίας της υπόθεσης των υποκλοπών από το αρχείο.

Advertisement
Advertisement

Ο Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου, Κώστας Καρέτσος, άνοιξε τη διαδικασία των τοποθετήσεων περιγράφοντας την υπόθεση ως ένα «δυσώδες σκάνδαλο που υπονομεύει την Κοινοβουλευτική μας Δημοκρατία». Αναφερόμενος στη σύγκρουση δικαστικών κρίσεων, τόνισε: «Η ιστορική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών άνοιξε το δρόμο για την πραγματική διερεύνηση, κρίνοντας ότι έγινε χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού κατά κρατικών αξιωματούχων. Αντίθετα, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποφάσισε να μην ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο, χωρίς ουσιαστική έρευνα, χωρίς εξέταση μαρτύρων και χωρίς έλεγχο κρίσιμων αποδεικτικών μέσων».

Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος του ΔΣΑ, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, υπογράμμισε την ομοφωνία του δικηγορικού σώματος. «Η παρουσία του Προεδρείου καταδεικνύει την ενότητα του Σώματος και την ταυτόσημη άποψη όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης», ανέφερε χαρακτηριστικά. Σχολιάζοντας την πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου της 27ης Απριλίου 2026, δήλωσε: «Μας βρίσκει κατηγορηματικά αντίθετους, καθόσον προσκρούει στο ποινικό δόγμα, στο Κράτος Δικαίου και στην παγία νομολογία του ΕΔΔΑ. Δεν πρέπει να εκφεύγει της προσοχής μας ότι ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός επόπτευε την ΕΥΠ κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και μολαταύτα δεν απείχε από το χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης».

Η Αντιπρόεδρος του Συλλόγου, Χριστίνα Τσαγκλή, εξήγησε το σκεπτικό πίσω από τη σκληρή στάση του ΔΣΑ. «Τα μέλη της πλειοψηφίας είμαστε απόλυτα και κατά συνείδηση πεπεισμένοι ότι εν προκειμένω αντιμετωπίζουμε μια πρωτοφανή απόπειρα συγκάλυψης που κλονίζει τα θεμέλια του πολιτεύματος», τόνισε. Διευκρίνισε μάλιστα ότι η πρόσκληση προς τον Εισαγγελέα να παραιτηθεί «δεν επελέγη ούτε αβασάνιστα, ούτε πρόχειρα, αλλά υπαγορεύθηκε ως ανάλογη απάντηση στο μέγεθος της θεσμικής προσβολής και αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς. Η άρνησή του να εκπληρώσει το καθήκον του σε μια τόσο σημαντική υπόθεση αποτελεί θεσμική εκτροπή».

O ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Νίκος Αλιβιζάτος, ανέλυσε τις κινήσεις στο ευρωπαϊκό επίπεδο, σημειώνοντας ότι «αυτή τη στιγμή εκκρεμούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου δύο ελληνικές υποθέσεις γενικότερου ενδιαφέροντος: η υπόθεση των Ανεξάρτητων Αρχών και η υπόθεση των υποκλοπών». Για την πρώτη, εξήγησε ότι ο ΔΣΑ προσέφυγε στο ΕΔΔΑ μετά την απόρριψη της αίτησής του από το ΣτΕ, το οποίο έκρινε ότι ο Σύλλογος δεν είχε έννομο συμφέρον, «παρά τη ρητή πρόβλεψη του Κώδικα Δικηγόρων». Για τη δεύτερη, ανέφερε την προσφυγή του Ν. Ανδρουλάκη για τη μη συμμόρφωση της κυβέρνησης σε απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, υπογραμμίζοντας ότι «η υπόθεση έχει χαρακτηρισθεί από το ΕΔΔΑ ως μείζονος προτεραιότητας».

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Αλιβιζάτος και στην αρνητική πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν δύο πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), που αποκτούν κρίσιμη σημασία για την αξιολόγησή της. Η πρώτη απόφαση, όπως εξήγησε, αφορά στην υπόθεση της πρώην Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλικής Θάνου, η οποία είχε κινήσει τη διαδικασία πειθαρχικής δίωξης κατά της εισαγγελέως Γεωργίας Τσατάνη. Ο κ. Αλιβιζάτος τόνισε ότι το ΕΔΔΑ προχώρησε σε ένα σημαντικό βήμα στη νομολογία του, καθώς εξέτασε αυτοτελώς, εάν κατά την προδικασία τηρήθηκαν οι εγγυήσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με άλλα λόγια, όπως ανέφερε, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να εξετάζεται, αν το όργανο που είναι επιφορτισμένο με την προδικασία, διαθέτει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το ζήτημα συνδέθηκε με τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, καθώς, όπως υπογράμμισε ο κ. Αλιβιζάτος, «δεν υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη όπου η επιλογή των προεδριών των ανωτάτων δικαστηρίων και της ηγεσίας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου».

Η δεύτερη απόφαση που επικαλέστηκε αφορά σε καταδίκη της Βουλγαρίας από το ΕΔΔΑ, για την άρνηση της βουλγαρικής υπηρεσίας πληροφοριών να ενημερώσει πολίτη αν είχε τεθεί υπό παρακολούθηση ή όχι. Πρόκειται, όπως είπε, για την υπόθεση Kanev and Bulgarian Helsinki Committee κατά Βουλγαρίας, η οποία εκδόθηκε πριν από περίπου 10 ημέρες. Σύμφωνα με τον κ. Αλιβιζάτο, οι δύο αυτές αποφάσεις δημιουργούν ένα σημαντικό ευρωπαϊκό υπόβαθρο ελέγχου αντίστοιχων πρακτικών και στην ελληνική υπόθεση. «Αυτές οι δύο αποφάσεις με κάνουν να πιστεύω ότι υπάρχει βάση ότι η πράξη του κ. Τζαβέλλα είναι ελεγκτέα με ευρωπαϊκά κριτήρια», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι πρέπει να μελετηθούν «πολύ προσεκτικά».

Advertisement

Ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Αντώνης Ρουπακιώτης έθεσε ζήτημα συνταγματικής αναθεώρησης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη θεσμικών αλλαγών στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Όπως ανέφερε, «ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος θα πρέπει να πιεστούν οι πολιτικοί φορείς», προκειμένου να εξεταστεί εκ νέου το ισχύον πλαίσιο, τονίζοντας ιδιαίτερα ότι η αναθεώρηση πρέπει να αφορά «ιδίως στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης».

Ο δικηγόρος Βασίλης Χειρδάρης (δεν παραβρέθηκε αλλά διαβάστηκε η τοποθέτησή του) υπογράμμισε τη θεσμική υποχρέωση του Δικηγορικού Συλλόγου να παρεμβαίνει ως «δημόσιος φύλακας» για την προάσπιση του Κράτους Δικαίου, τονίζοντας ότι η υπόθεση των υποκλοπών αποτελεί κρίσιμη δοκιμασία για τα θεμέλια της δημοκρατίας. Επικαλούμενος τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επισήμανε ότι η δικαστική έρευνα πρέπει να είναι ουσιαστική και ενδελεχής και όχι τυπική ή εικονική, ενώ χαρακτήρισε την αρχειοθέτηση χωρίς πλήρη διερεύνηση ως πλήγμα στη δημοκρατική λειτουργία. Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι η αδράνεια των θεσμικών οργάνων μπροστά σε τέτοια φαινόμενα δεν συνιστά ουδετερότητα αλλά «θεσμική υποχώρηση», καθιστώντας επιτακτική τη διεκδίκηση της λογοδοσίας και της διαφάνειας.

Ο Θανάσης Καμπαγιάννης, μέλος του Δ.Σ. του ΔΣΑ, χαρακτήρισε την παρέμβαση του Συλλόγου ως στάση θεσμικής ευθύνης, στηρίζοντας παράλληλα τη θέση του Συλλόγου ότι η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου συνιστά «θεσμική εκτροπή».

Advertisement

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Θεόδωρος Μαντάς, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ΔΣΑ, ανέφερε ότι ο Σύλλογος έχει καθήκον να παρεμβαίνει, όταν ανακύπτουν ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της λειτουργίας των θεσμών. Υπερασπίστηκε την επιλογή του ΔΣΑ να ζητήσει την παραίτηση του κ. Τζαβέλλα, επισημαίνοντας ότι η δημόσια τοποθέτηση του Συλλόγου δεν εξαντλεί τις ενέργειές του, αλλά σηματοδοτεί την έναρξη μιας ευρύτερης κινητοποίησης για την αντιμετώπιση του σοβαρού ζητήματος που έχει προκύψει.