ΤΟ BLOG
06/07/2017 06:02 EEST | Updated 06/07/2017 15:39 EEST

Αν πούμε «Ναζίστρια τσούλα υποψήφια για τις γερμανικές εκλογές», είναι πολιτικά ορθό;

Sascha Schuermann via Getty Images

«Δεν μπορεί πλέον να συνεχιστεί η κατάσταση, [δηλαδή] οι άνθρωποι που εφιστούν την προσοχή στα προβλήματα της χώρας μας να αντιμετωπίζονται πιο σοβαρά από τα ίδια τα προβλήματα. Εμείς, ως δημοκράτες και πατριώτες, δεν θα σωπάσουμε, διότι η πολιτική ορθότητα ανήκει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας (Mülleimer der Geschichte)» είπε σε ομιλία της τον περασμένο Απρίλη η Αλίς Βάιντελ, η συνεπικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του υπερ-συντηρητικού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). Η τοποθέτηση αυτή αποτέλεσε «βούτυρο στο ψωμί» του Christian Ehring, κωμικού παρουσιαστή σατυρικής εκπομπής του Extra 3. «Ακριβώς!», είπε ο Ehring, «Ας βάλουμε ένα τέλος στην πολιτική ορθότητα. Η τσούλα Ναζίστρια (Nazi schlampe) έχει δίκιο. Ελπίζω αυτό να ακούστηκε αρκετά μη πολιτικά ορθό». Λίγους μήνες πριν τις εκλογές η Αλίς Βάιντελ αποφάσισε να δώσει δικαστική μάχη καθώς θεώρησε δυσφήμιση τον χαρακτηρισμό Nazi schlampe.

Το Δικαστήριο του Αμβούργου δικαίωσε τον κωμικό αλλά η Βάιντελ θα συνεχίσει μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο ανοίγοντας μια συζήτηση στην Γερμανία και την Ευρώπη (στην Ελλάδα το περιστατικό δεν αναδείχθηκε), όπως η Παγκόσμια Ελευθερία Έκφρασης του Πανεπιστημίου Κολούμπια και το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ελευθερία του Τύπου εν όψει των Γερμανικών εκλογών.


Nομολογία made in Germany: Ταύτιση καλλιτεχνικής και νομικής οπτικής


«Εκ πρώτης όψεως» μας λέει ο θεατρικός συγγραφέας του βραβευμένου πολιτικού έργου «Εκτός Ύλης» και νομικός Υπ. Διδάκτορας κ. Κώστας Λεϊμονής, «θα έλεγε κανείς ότι συντρέχει προσβολή της προσωπικότητας της πολιτικού». Ωστόσο, αντιλαμβανόμαστε τη συνθετότητα της περίπτωσης η χρήση του χαρακτηρισμού «Ναζί» στη χώρα που γεννήθηκε ο ναζισμός ενέχει κινδύνους καθώς οι Γερμανοί τρέφουν ακόμη ενοχικές σκέψεις για τον Β' ΠΠ. «Επομένως» παρατηρεί ο κ. Λεϊμονής, «μια τέτοια κατηγορία θα ήταν ανεκτή μόνο στο πλαίσιο της σάτιρας, πράγμα το οποίο κρίθηκε σωστά από το δικαστήριο και η αγωγή της πολιτικού απορρίφθηκε. Η νομική οπτική ταυτίζεται απόλυτα και με την καλλιτεχνική οπτική. Από τη στιγμή που αρχίζουν να μπαίνουν όρια στην καλλιτεχνική έκφραση και δημιουργία και η λογοκρισία να πλανάται απειλητικά, το δημοκρατικό πολίτευμα σημαίνει ότι δεν λειτουργεί σωστά». Ο θεατρικός συγγραφέας αναφέρει ότι η ευρωπαϊκή και -εν προκειμένω- γερμανική νομολογία προσπαθεί να αφήνει το πεδίο άσκησης κριτικής και σάτυρας αρκετά χαλαρό. «Αν ξεκινήσουν, έστω και δειλά στην αρχή, οι «δικαιώσεις» θιγομένων απέναντι σε εκφραστές της τέχνης, τότε εύκολα η μία απόφαση θα φέρει την άλλη και μπορεί η ελευθερία της (καλλιτεχνικής) έκφρασης, που αποτελεί θεμέλιο λίθο της δημοκρατίας, να συρρικνωθεί σε επικίνδυνο βαθμό».

Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρξε παραβίαση δικαιωμάτων ενάγουσας καθότι το Ναζίστρια τσούλα δεν είχε κυριολεκτική έννοια αλλά ήταν μια τυπική σατυρική υπερβολή. «Η μοναδική περίπτωση, όπου θα μπορούσε μία έκφραση να θεωρηθεί νομικά μη ανεκτή» παρατηρεί ο κ. Λεϊμονής, «είναι εκείνη κατά την οποία θα συντρέχει λόγος σοβαρής προσβολής της προσωπικότητας, όπως για παράδειγμα συκοφαντική δυσφήμιση κ.ά., οι οποίες γίνονται με αποκλειστικό σκοπό την σπίλωση της προσωπικότητας του θιγόμενου». Θυμίζουμε ότι η Βάιντελ έχει αποκαλέσει την Άνγκελα Μέρκελ τρελή.

Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου του Αμβούργου βασίστηκαν στα άρθρα του γερμανικού Συντάγματος περί προστασίας της καλλιτεχνικής έκφρασης και του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης. Το δικαστήριο έλαβε υπόψη το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο διατυπώθηκαν οι δηλώσεις καθώς όπως υπογραμμίζει ο κ. Λεϊμονής «πρέπει κάθε φορά (ad hoc και in concreto) να διαπιστώνεται από τα δικαστικά όργανα αν η εξεταζόμενη έκφραση ειπώθηκε ή γράφτηκε χωρίς να εξυπηρετεί καλλιτεχνικούς σκοπούς, έχοντας άμεσο προορισμό την εκτόνωση εμπαθούς συμπεριφοράς κατά του προσβαλλόμενου προσώπου». Η χρήση του χαρακτηρισμού «Ναζί» αιτιολογήθηκε από το δικαστήριο στη βάση ότι χρησιμοποιήθηκε από τον κωμικό επειδή το κόμμα της κ. Βάιντελ θεωρείται γενικά ως ακροδεξιό. «Μόνο, λοιπόν, σε ακραίες περιπτώσεις και αφού ο δικαστής πειστεί αναμφίβολα ότι οι πράξεις και τα κίνητρα του κατηγορουμένου ή εγκαλουμένου ήταν μη καλλιτεχνικά και δεν εξυπηρετούσαν την προαγωγή του αισθήματος τέχνης των θεατών ή ακροατών, θα μπορούσε να ευδοκιμήσει μία αγωγή ενώπιον της δικαστικής έδρας».

«Η αλήθεια είναι ότι τα όρια μεταξύ της τέχνης και της προσβολής της προσωπικότητας πολλές φορές συγχέονται. Σε νομικό επίπεδο και δη σε επίπεδο συνταγματικού δικαίου το ελληνικό από το γερμανικό νομικό σύστημα δεν διαφέρει καθόλου. Και στις δύο έννομες τάξεις η ελευθερία της τέχνης, ως ειδική έκφανση της ελευθερίας του λόγου, προστατεύεται απόλυτα. Οι όποιοι μάλιστα περιορισμοί, που αγγίζουν τα όρια της κολάσιμης ποινικά προσβολής (π.χ. εξύβριση), σχεδόν εκμηδενίζονται από την ελληνική και γερμανική νομολογία. Τα δικαστήρια σεβόμενα απολύτως τη δημοκρατία προσπαθούν να είναι φειδωλά στην επιβολή ποινής σε καλλιτέχνες που τολμούν με όπλο τη σάτυρα να προκαλέσουν/επιτεθούν σε δημόσια πρόσωπα», υπογραμμίζει ο Κώστας Λεϊμονής. Κατά το δικαστήριο εφόσον η Βάιντελ είναι πολιτικό πρόσωπο πρέπει να δεχτεί ορισμένη κριτική χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σχόλιο την ταυτίζει με τον εθνικοσοσιαλισμό.

Το δικαστήριο επίσης απέρριψε και τον ισχυρισμό της Βάιντελ ότι με το «τσούλα» οι τηλεθεατές θα σχημάτιζαν την εντύπωση της «ατακτούλας» και αμφιβόλου ηθικής γυναίκα. Δικαστικά η λέξη «τσούλα» έχει σεξουαλικό υπαινιγμό και «ήταν σαφές στους τηλεθεατές ότι η περιγραφή χρησιμοποιήθηκε επειδή ο καταγγέλλων είναι γυναίκα και ότι το σχόλιο δεν είναι σε καμία περίπτωση αληθές». Το δικαστήριο μάλιστα επέβαλλε στην Βάιντελ την κάλυψη των δικαστικών εξόδων ύψους 50.000 ευρώ.


Αλίς Βάιντελ: Τι γυρεύει μια λεσβία σε ένα «παραδοσιακό» κόμμα;


Πρώην εργαζόμενη της Goldman Sachs, έχοντας ζήσει για έξι χρόνια στην Κίνα όπου απέκτησε διδακτορικό τίτλο, η Δρ. Βάιντελ φαίνεται να πληροί τα προσόντα για να τραβήξει την δημόσια προσοχή αλλά και να συγκεντρώσει πυρά.

Η ομοφυλοφιλική κοινότητα της επιτίθεται διότι ενώ η ίδια είναι παντρεμένη με ομόφυλή της, έχοντας μάλιστα και δύο παιδιά, είναι μέλος κόμματος που υποστηρίζει την παραδοσιακή μορφή οικογένειας. Στο μεταναστευτικό, η Βάιντελ αντιτίθεται στην εισροή «αγράμματων μεταναστών», ενώ προτιμά τους μορφωμένους που θα φανούν περισσότερο χρήσιμοι στο ανεπτυγμένο βιομηχανικά γερμανικό κράτος, στα πρότυπα του Καναδά. Αν και παίρνει αποστάσεις από ακραίες θέσεις κάποιων κομματικών στελεχών, δεν σταματάει να κατακεραυνώνει την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ για την πολιτική «ανοιχτών θυρών» στο μεταναστευτικό η οποία όπως λέει ενθαρρύνει τις χώρες της Ε.Ε, όπως η Ελλάδα, να σταματήσουν να εξασφαλίζουν τα σύνορα τους στέλνοντας πρόσφυγες στην Γερμανία.

Η Βάιντελ προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε φιλελεύθερες και ακρο-δεξιές αρχές τη στιγμή που η ίδια η επικεφαλής του κόμματος, Φράουκε Πέτρι, δείχνει ανήμπορη να ανακόψει τον συνεχή εκφασισμό του ήδη συντηρητικού κόμματός της. Άραγε τι μπορεί να θέλει η φιλελεύθερη Βάιντελ στο AfD; Ίσως η απάντηση βρίσκεται σε συνέντευξή της πως «πολλοί άνθρωποι με πολύ διαφορετικά κίνητρα έχουν ενταχθεί στο κόμμα [...] επειδή μπορούν. Δεν πήγαν με το Κόμμα των Πειρατών επειδή δεν είναι ελκυστικό, δεν έχει καμία δύναμη.» Έτσι ακόμα και ένα εθνικιστικό κόμμα, εντάσσοντας στην ατζέντα του κάποιες ορθολογικές θέσεις, να είναι το ιδανικό όχημα προς την εξουσία.


Ουμπέρτο Έκο και η άλλη όψη


Ανάμεσα στα διάφορα κινήματα που αναπτύχθηκαν στις ΗΠΑ του 50' και 60' ως αντίδραση στον ρατσισμό της εποχής ήταν και εκείνο της πολιτικής ορθότητας (political correctness). Δηλαδή, ένας τρόπος εξαγνισμού της λεκτικής επικοινωνίας ώστε να αντικατασταθούν υποτιμητικοί χαρακτηρισμοί (π.χ. «Αφροαμερικανός» αντί «νέγρος»). Συχνά όμως, αυτή η πολιτική ορθότητα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες χρησιμοποιήθηκε ως επικοινωνιακό άλλοθι για να επικαλυφθούν οι ανεπάρκειες της πολιτική πρακτικής. Παραφράζοντας τον Ουμπέρτο Έκο, αντικαταστήσαμε μεν το «άτομα με διαφορετικές ικανότητες» με το «άτομα με αναπηρία», αλλά ράμπες πρόσβασης στους δημόσιους χώρους δεν κατασκευάσαμε, καταργώντας υποκριτικά την λέξη αλλά όχι το πρόβλημα. Έτσι όμως, η πολιτική ορθότητα «τείνει να γίνει μια καινούργια μορφή φονταμενταλισμού που επενδύει με τρόπο τελετουργικό και σχεδόν λειτουργικό την καθημερινή γλώσσα, που δουλεύει πάνω στο γράμμα δίχως να νοιάζεται και πολύ για το πνεύμα» (βλ. Παπαγιάννη Βούλα, «Προσεγγίσεις της ψευδοθεωρίας του ρατσισμού. Κριτήρια ανίχνευσης ρατσιστικών προτύπων», 2011).

Ο «ευρωπαϊστής» Χέλμουτ Κολ δεν χρησιμοποιούσε ρατσιστική γλώσσα, τουναντίον, ήταν μετρημένος στις λέξεις του. Άραγε αυτό τον καθιστούσε αυτόματα συνεπή στον εκδημοκρατισμό και στην κοινωνική ολοκλήρωση της Γερμανίας; Όταν το 1993 ο Πρόεδρος της Γερμανίας Ρίχαρντ φον Βάιτσεκερ πήρε την πρωτοβουλία να παραβρεθεί στο μνημόσυνο των πέντε γυναικών από την Τουρκία, θύματα εμπρηστικής επίθεσης νεο-ναζιστών, ο Κολ τον σνόμπαρε δηλώνοντας ότι δεν υπήρχε λόγος να παρουσιαστεί στην εκδήλωση κάνοντας μάλιστα λόγο για «συλλυπητήρια τουρισμού» (Beileids tourismus). Απεναντίας, ο Κολ τότε προσέφερε πολιτική κάλυψη στον εθνικιστή Στέφεν Χάιτμαν (Καθημερινή, 7/11/1993). Ο Πρόεδρος Χάρυ Τρούμαν την δεκαετία του 1940, αν και στις προσωπικές του επαφές χρησιμοποιούσε έντονα ρατσιστική γλώσσα για τους Αφροαμερικανούς, ωστόσο ήταν ο πρώτος Πρόεδρος που ενέταξε το ζήτημα των πολιτικών τους δικαιωμάτων στην προεδρική ατζέντα.

Ο Christian Ehring χειραγώγησε την κομματική ταυτότητα και την ελιτίστικη ξενοφοβία της Γερμανίδας πολιτικού σαμποτάροντας την ενδεχόμενη απόπειρά της να καταδείξει τους κινδύνους του πολιτικά ορθού. Ωστόσο, όσο η Αλίς Βάιντελ, πολιτεύεται με το AfD θα την περιμένουν πολλοί Christian Ehring στη γωνία...