Ένα εξαιρετικά ανθεκτικό στέλεχος ενός μύκητα που ήδη αποτελεί σοβαρή απειλή για τα νοσοκομεία σε όλο τον κόσμο εντοπίστηκε στην Κένυα, προκαλώντας ανησυχία στους ειδικούς. Οι εργαστηριακές εξετάσεις έδειξαν ότι το συγκεκριμένο στέλεχος του Candidozyma auris είναι ανθεκτικό και στις τέσσερις βασικές κατηγορίες αντιμυκητιασικών φαρμάκων.
Πρόκειται για το πρώην Candida auris, έναν αναδυόμενο μυκητιακό παθογόνο που έχει εξαπλωθεί σε περισσότερες από 60 χώρες και στις έξι ηπείρους από τότε που περιγράφηκε για πρώτη φορά, το 2009.
Ο μύκητας έχει προκαλέσει νοσοκομειακές εξάρσεις και διεισδυτικές λοιμώξεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν καταγραφεί ποσοστά θνησιμότητας 30% έως 50%. Παράλληλα, μπορεί να παραμένει στο νοσοκομειακό περιβάλλον και να μεταδίδεται εύκολα μεταξύ ασθενών.
Για τον λόγο αυτό, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας τον χαρακτήρισε το 2022 ως παθογόνο μύκητα «κρίσιμης προτεραιότητας».
Το πρώτο τέτοιο περιστατικό στην Αφρική
Το νέο στέλεχος εντοπίστηκε σε μια 28χρονη γυναίκα, η οποία εμφάνισε λοίμωξη στο σημείο του χειρουργείου μετά από προγραμματισμένη επέμβαση σε νοσοκομείο του Ναϊρόμπι.
Από δείγμα που ελήφθη από το τραύμα της απομονώθηκε C. auris, ενώ η γονιδιωματική ανάλυση έδειξε ότι ανήκει σε μία από τις ομάδες στελεχών που έχουν συνδεθεί με υψηλά επίπεδα αντοχής στα αντιμυκητιασικά.
Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν το συγκεκριμένο στέλεχος «παν-ανθεκτικό» (pan-drug-resistant, PDR), καθώς παρουσίασε αντοχή σε αντιμυκητιασικά όπως η φλουκοναζόλη, η κασποφουνγκίνη, η μικαφουνγκίνη, η αμφοτερικίνη Β και η φλουκυτοσίνη.
Η περίπτωση είναι εξαιρετικά σπάνια. Σύμφωνα με τους ερευνητές, πρόκειται για το πρώτο PDR C. auris που εντοπίζεται στην Αφρική και μόλις το δεύτερο που έχει καταγραφεί παγκοσμίως. Το πρώτο είχε αναφερθεί στη Νέα Υόρκη το 2022.
Τι αποκάλυψε η ανάλυση του γονιδιώματος
Για να κατανοήσουν πώς αναπτύχθηκε η αντοχή του στελέχους, οι επιστήμονες ανέλυσαν ολόκληρο το γονιδίωμά του.
Εντόπισαν μεταλλάξεις σε γονίδια που έχουν ήδη συνδεθεί με αντοχή σε διαφορετικές κατηγορίες αντιμυκητιασικών. Μεταξύ αυτών ήταν αλλαγές στα ERG11 και CDR1, που σχετίζονται με την αντοχή στα φάρμακα της κατηγορίας των αζολών, καθώς και μια μεταβολή στο FKS1, το οποίο συνδέεται με την αντοχή στις εχινοκανδίνες.
Εντοπίστηκε επίσης μια μετάλλαξη στο FUR1, γονίδιο που συμμετέχει στην επεξεργασία της φλουκυτοσίνης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι μεταλλάξεις του στελέχους που εντοπίστηκε στην Κένυα διαφέρουν από εκείνες που είχαν καταγραφεί στο ανθεκτικό στέλεχος της Νέας Υόρκης.
Το εύρημα αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η παν-αντοχή να αναπτύχθηκε ανεξάρτητα στην Κένυα και να μην προήλθε από τη μεταφορά ενός ήδη ανθεκτικού στελέχους από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι επιστήμονες, ωστόσο, δεν μπορούν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο διαφορετικής προέλευσης.
Άγνωστο αν έπαιξε ρόλο η προηγούμενη θεραπεία
Παράλληλα, οι ερευνητές δεν είναι σε θέση να διαπιστώσουν εάν η προηγούμενη έκθεση της ασθενούς σε αντιμυκητιασικά φάρμακα συνέβαλε στην ανάπτυξη της αντοχής.
Το ιατρικό ιστορικό δείχνει ότι η 28χρονη έλαβε αρκετά αντιμυκητιασικά κατά τη διάρκεια της ασθένειάς της. Ωστόσο, δεν υπήρχαν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις δόσεις και τη διάρκεια των θεραπειών, ώστε να εξακριβωθεί εάν η χρήση τους συνέβαλε στην επιλογή των ανθεκτικών στελεχών.
Οι συγγραφείς της μελέτης χαρακτηρίζουν το εύρημα ανησυχητικό, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η πρόσβαση σε νεότερα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι περιορισμένη.
Ζητούν ενισχυμένη γονιδιωματική επιτήρηση των μυκητιασικών παθογόνων και ταχύτερη διάγνωση, προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση εξαιρετικά ανθεκτικών στελεχών του C. auris στα νοσοκομεία.
Προς το παρόν, πάντως, τα στελέχη του C. auris που εμφανίζουν παν-αντοχή παραμένουν εξαιρετικά σπάνια.
Η ανησυχία των επιστημόνων αφορά κυρίως το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος μύκητας έχει αποδείξει πως μπορεί να επιβιώνει στο νοσοκομειακό περιβάλλον, να μεταδίδεται μεταξύ ασθενών και να αποκτά αντοχή σε διαφορετικές θεραπείες.
Η νέα περίπτωση αποτελεί έτσι ακόμη μία ένδειξη της αυξανόμενης πρόκλησης που δημιουργούν οι ανθεκτικές μυκητιασικές λοιμώξεις για τη σύγχρονη ιατρική.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports.
Με πληροφορίες από το NewScientist