Η 21η Απριλίου 1967 δεν πάγωσε μόνο την πολιτική ζωή της χώρας. Πάγωσε και το αθλητικό της ημερολόγιο. Το προγραμματισμένο παιχνίδι της Εθνικής με την Αυστρία αναβλήθηκε, το ράλι ηθοποιών ματαιώθηκε, όμως το πιο βαρύ αποτύπωμα της δικτατορίας δεν ήταν οι πρώτες ακυρώσεις. Ήταν ο ασφυκτικός έλεγχος που ακολούθησε: νόμοι, διορισμένες διοικήσεις, κυβερνητικοί επίτροποι, διώξεις αθλητών και παρεμβάσεις ακόμη και στα αποδυτήρια.
Όσοι έζησαν τα γεγονότα θυμίζουν εύστοχα εκείνη την πρώτη εικόνα της εκτροπής: η Ελλάδα ετοιμαζόταν για ποδόσφαιρο και για ένα κοσμικό ράλι ηθοποιών, όταν το πραξικόπημα διέκοψε τα πάντα. Η UEFA ανέβαλε το Ελλάδα-Αυστρία, ενώ από το ραδιόφωνο των Ενόπλων Δυνάμεων ανακοινώθηκε ότι όλες οι αθλητικές εκδηλώσεις της Κυριακής αναβάλλονται. Την ίδια στιγμή, το πρωτάθλημα βρισκόταν σε εξέλιξη, με τον Ολυμπιακό στην κορυφή, πριν στεφθεί τελικά πρωταθλητής εκείνης της χρονιάς.
Αυτό, όμως, ήταν μόνο η αρχή. Η δικτατορία δεν αρκέστηκε στη διαχείριση της «πρώτης μέρας». Πολύ γρήγορα μετέτρεψε τον αθλητισμό σε πεδίο εποπτείας και προπαγάνδας. Με τον Αναγκαστικό Νόμο 127/1967 θεσμοθέτησε ένα πλαίσιο ασφυκτικού κρατικού ελέγχου στα σωματεία, ενώ μαρτυρίες και ιστορικές αναδρομές καταγράφουν διορισμένες διοικήσεις και κυβερνητικούς επιτρόπους, ιδίως στα μεγάλα σωματεία. Γι’ αυτό και ιστορικά είναι ακριβέστερο να μιλάμε όχι για «φορετούς επιτρόπους», αλλά για στρατιωτικούς ή κυβερνητικούς επιτρόπους που λειτουργούσαν ως τα μάτια και τα αυτιά του καθεστώτος μέσα στον αθλητισμό.
Η περίπτωση του Ολυμπιακού είναι από τις πιο χαρακτηριστικές. Σε πηγές της περιόδου της επταετίας και σε μεταγενέστερες ιστορικές αναδρομές εμφανίζεται ο αντισυνταγματάρχης Δημήτρης Παπαποστόλου ως άνθρωπος της χούντας μέσα στους «ερυθρόλευκους», είτε ως επίτροπος είτε ως γενικός αρχηγός, που παρενέβη καθοριστικά στη λειτουργία της ομάδας. Το όνομά του συνδέεται άμεσα με τον εξαναγκασμό σε αποχώρηση του Μάρτον Μπούκοβι, του προπονητή που είχε αλλάξει επίπεδο τον Ολυμπιακό, αλλά θεωρούνταν πολιτικά ανεπιθύμητος από το καθεστώς.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το περίφημο επεισόδιο με τον Βασίλη Μποτίνο. Οι διαθέσιμες μαρτυρίες συγκλίνουν ότι ο Παπαποστόλου, διορισμένος από τη χούντα στον σύλλογο, ήρθε σε σφοδρή σύγκρουση με τον ποδοσφαιριστή, σε μια υπόθεση που έμεινε ως εμβληματικό παράδειγμα της ωμής εξουσίας που επιχειρούσε να επιβληθεί ακόμα και πάνω στους σταρ των γηπέδων.
Για τον ίδιο τον Παπαποστόλου υπάρχουν μαρτυρίες ότι ήταν πρωταγωνιστής στην απόπειρα ανατροπής του Μακαρίου» το 1974.
Ο Ολυμπιακός δεν ήταν η μοναδική περίπτωση. Η δικτατορία προχώρησε σε ευρύτερες παρεμβάσεις στο ποδόσφαιρο, από συγχωνεύσεις συλλόγων μέχρι παραγκωνισμούς παικτών και απομακρύνσεις προσώπων που θεωρούνταν πολιτικά ύποπτα. Η ΕΡΤ έχει καταγράψει ότι το καθεστώς διόριζε διοικήσεις, επέβαλλε επιτρόπους στα μεγάλα σωματεία και επόπτευε τον χώρο ώστε να μη μετατραπεί σε εστία αντιδικτατορικής δράσης.
Ένα από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα εκτός Αθήνας ήταν η Θύελλα Πατρών. Έγγραφα και αναδρομές της εποχής καταγράφουν ότι το 1967 η χούντα επέβαλε συγχώνευση πολλών πατραϊκών σωματείων σε ένα νέο σχήμα, με την ονομασία «Πάτραι», δείχνοντας πώς το καθεστώς αντιμετώπιζε ακόμα και την αθλητική ταυτότητα των τοπικών κοινωνιών ως κάτι που μπορούσε να διαταχθεί από τα πάνω.
Αντίστοιχα, στην ΑΕΚ καταγράφονται πολιτικές παρεμβάσεις σε βάρος ποδοσφαιριστών. Κορυφαίος στόχος ο μέγιστος Στέλιος Σεραφίδης. Τον είχαν χαρακτηρίσει «Αριστερών φρονημάτων». Ο Τάσος Βασιλείου αναφέρεται ως μία περίπτωση παίκτη που βρέθηκε στο στόχαστρο του καθεστώτος, ενώ σε ευρύτερο επίπεδο η χούντα πίεζε όσους αθλητές κουβαλούσαν «λάθος» πολιτικό ή οικογενειακό υπόβαθρο. Το ίδιο κλίμα συναντά κανείς και σε άλλους συλλόγους ή ακόμη και σε άλλα αθλήματα, με χαρακτηριστική την περίπτωση του Κώστα Πολίτη στον Παναθηναϊκό στο μπάσκετ.
Η ιστορική εικόνα, επομένως, είναι σαφής: η 21η Απριλίου στον αθλητισμό δεν είναι απλώς μια ιστορία αναβληθέντων αγώνων. Είναι η αρχή μιας επταετίας στην οποία το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός χρησιμοποιήθηκαν ως μηχανισμός ελέγχου, θεάματος και πολιτικής νομιμοποίησης. Οι στρατιωτικοί επίτροποι, οι διορισμένες διοικήσεις, οι εκκαθαρίσεις και οι πιέσεις σε αθλητές δεν ήταν υποσημειώσεις. Ήταν ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο η δικτατορία ήθελε να δείξει ότι τίποτα, ούτε καν το γήπεδο, δεν μπορούσε να μείνει έξω από τον γύψο. Πάντως επί των ημερών της δικτατορίας ο παναθηναϊκός έφτασε μέχρι το Γουέμπλεϊ στα τελικά του ευρωπαϊκού κυπέλλου. Στο ματς που έχασε 2-0 από τον Άγιαξ. Και ήταν Απρίλιος 1968 που η ΑΕΚ στέφθηκε βασίλισσα της Ευρώπης στο μπάσκετ κερδίζοντας την Σλάβια Πράγας. Σε μια πεντακάθαρη και άξια νίκη που περιέγραφε από το μαρμάρινο παναθηναϊκό στάδιο ο αξέχαστος Βασίλης Γεωργίου