Η Τουρκία πήγε στο Μουντιάλ με βλέψεις, αστέρια, φιλοδοξίες και μπόλικη εθνική υπερηφάνεια. Έφυγε με δύο ήττες, κανένα γκολ, κανέναν βαθμό και ένα ποδοσφαιρικό φέσι που αυτή τη φορά δεν κάθισε στο κεφάλι. Τους έφτασε μέχρι τον λαιμό.
Η ήττα με 1-0 από την Παραγουάη δεν ήταν απλώς ένα άσχημο αποτέλεσμα. Ήταν το τέλος μιας προσδοκίας που στην Τουρκία είχε φουσκώσει πολύ πριν αρχίσει η διοργάνωση. Η ομάδα του Βιντσέντσο Μοντέλα, με παίκτες που αγωνίζονται σε μεγάλα ευρωπαϊκά κλαμπ, έμεινε εκτός συνέχειας πριν καν παίξει το τελευταίο της παιχνίδι στον όμιλο.
Και το χειρότερο για τους Τούρκους; Η Παραγουάη προηγήθηκε σχεδόν με τη σέντρα, έμεινε με δέκα παίκτες πριν από το ημίχρονο και παρ’ όλα αυτά άντεξε μέχρι το τέλος. Η Τουρκία είχε την μπάλα, είχε την πίεση, είχε αριθμητικό πλεονέκτημα. Δεν είχε όμως αυτό που μετράει στο ποδόσφαιρο: γκολ.
Η «φλύαρη» Τουρκία, όπως εύστοχα αποτυπώθηκε και στον αθλητικό Τύπο, μιλούσε πολύ με την μπάλα στα πόδια, αλλά δεν είπε ποτέ την τελευταία λέξη. Και στο ποδόσφαιρο, όταν δεν σκοράρεις, ακούς τους άλλους να πανηγυρίζουν.
Στην Τουρκία, η αντίδραση των ΜΜΕ ήταν ένα μίγμα απογοήτευσης, αμηχανίας και πικρίας. Η Fanatik έγραψε λιτά ότι «η Τουρκία αποχαιρετά το Παγκόσμιο Κύπελλο». Η Fotomaç στάθηκε στην πικρία για την χαμένη ευκαιρία πρόκρισης και στο γεγονός ότι η εθνική ομάδα αποχαιρέτησε τη διοργάνωση πριν ολοκληρωθεί ο όμιλος. Το SporX εστίασε στην ψυχολογική κατάρρευση των παικτών, ενώ το beIN Sports υπογράμμισε πως η Τουρκία δεν μπόρεσε να ξεπεράσει ούτε το εμπόδιο της Παραγουάης, μένοντας η μόνη ομάδα του γκρουπ χωρίς βαθμό.
Και εκεί που τα τουρκικά πρωτοσέλιδα έψαχναν λέξεις, οι ίδιοι οι παίκτες είπαν τα πράγματα πιο ωμά.
Ο Αρντά Γκιουλέρ, το μεγάλο αστέρι της Ρεάλ Μαδρίτης και της εθνικής Τουρκίας, δεν κρύφτηκε. Ζήτησε συγγνώμη από τον τουρκικό λαό, μίλησε για ντροπή και παραδέχθηκε ότι μια ομάδα με παίκτες τέτοιου επιπέδου έπρεπε να έχει κάνει πολύ περισσότερα. «Σε δύο παιχνίδια δεν πετύχαμε ούτε ένα γκολ και αυτό δεν είναι αποδεκτό», ήταν η ουσία των δηλώσεών του.
Ο Μερίχ Ντεμιράλ κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος. «Δεν χρειάζεται να ψάχνουμε υπεύθυνο. Υπεύθυνοι είμαστε όλοι», είπε, ζητώντας συγγνώμη από τον τουρκικό λαό. Ο Κερέμ Ακτούρκογλου ήταν ακόμη πιο χαρακτηριστικός: μια ομάδα με τέτοια ποιότητα, είπε, θα έπρεπε να περάσει ως πρώτη από τον όμιλο. Αντί γι’ αυτό, έμεινε τελευταία.
Ο Μοντέλα, από την πλευρά του, μίλησε για «μεγάλη απογοήτευση». Επικαλέστηκε τα πολλά σουτ, την προσπάθεια των παικτών του, την ατυχία, ακόμη και το ότι «η μοίρα δεν ήταν με το μέρος μας». Όμως το ποδόσφαιρο δεν μετράει προθέσεις, ούτε στατιστικές παρηγοριές. Μετράει το ταμπλό. Και το ταμπλό έγραψε Τουρκία – Παραγουάη 0-1.
Η τουρκική αποτυχία έχει και μια ειρωνική πολιτική υποσημείωση. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν είναι απλώς ένας πρόεδρος που παρακολουθεί ποδόσφαιρο όταν παίζει η Εθνική του. Έχει χτίσει μέρος της δημόσιας εικόνας του και πάνω στο παλιό ποδοσφαιρικό του παρελθόν. Ως νέος έπαιξε ημιεπαγγελματικά, ενώ σε μια συνάντηση που είχα μαζί του στην Κωσταντινούπολη, ως υφυπουργός Εξωτερικών, παρουσία και του Μεβλέτ Τσαβούσογλου, του τότε υπουργού Εξωτερικών, στη σύνοδο κορυφής των παρευξεινίων χωρών, συζητώντας χαλαρά πριν τα πούνε επίσημα με τον τότε ΠτΔ Προκόπη Παυλόπουλο, μου είχε πει ότι ο πατέρας του δεν του επέτρεψε να κάνει το μεγάλο βήμα προς τη Φενέρμπαχτσε. Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο στην τοπική Κασίμπασα Σπορ, ομάδα της πόλης που γεννήθηκε, το 1969 σε ηλικία 15 χρονών πήρε 1000 λίρες για να πάρει μεταγραφή στην ομάδα Camialtı, αργότερα εντάχθηκε στην ομάδα του συγκοινωνιακού οργανισμού του δήμου της Κωνσταντινούπολης (ΙΕΤΤ) όπου ήδη εργάζονταν και η ποδοσφαιρική του καριέρα ολοκληρώθηκε όταν ήταν 26 χρόνων, στην ομάδα Εrokspor. Η Φενέρμπαχτσέ ήθελε από νωρίς να του κάνει συμβόλαιο, αλλά έπεσε επάνω στην πατρική άρνηση. Και να σημειώσω εδώ παρενθετικά ότι και ο Τσαβούσογλου είναι φανατικός οπαδός της Φενέρμπαχτσέ.
Όπως και να έχουν τα πράγματα είμαι βέβαιος ότι όντως «έσκασε» ο Ερντογάν από το κακό του, όπως θα λέγαμε ελληνικά και απολύτως ανθρώπινα. Ξέρω όμως ότι για έναν ηγέτη που αγαπά να ταυτίζεται με την ισχύ, την εθνική αυτοπεποίθηση και το ποδόσφαιρο ως λαϊκό πάθος, αυτός ο αποκλεισμός δεν χωνεύεται εύκολα.
Διότι η Τουρκία δεν αποκλείστηκε ηρωικά. Δεν έπεσε μαχόμενη απέναντι σε κάποιο μεγαθήριο. Έχασε από την Παραγουάη των δέκα παικτών. Δεν σκόραρε ούτε μία φορά σε δύο παιχνίδια. Και πήγε στο τρίτο ματς του ομίλου γνωρίζοντας ήδη ότι οι βαλίτσες της για την επιστροφή έχουν ουσιαστικά κλείσει.
Σημειώνω επίσης ότι όταν προκρίθηκε η εθνική Τουρκίας για το Μουντιάλ και πανηγύριζαν οι παίκτες στα αποδυτήρια, ο Ρετζέπ Ερντογάν πήρε τον προπονητή τους στο κινητό τηλέφωνο και σε ανοιχτή ακρόαση είπε σε όλους συγχαρητήρια. Άγνωστο εάν τους πήρε μετά το ματς με την Παραγουάη.
Έτσι, το τουρκικό Μουντιάλ τελείωσε πριν καλά καλά αρχίσει. Με παίκτες δακρυσμένους, ΜΜΕ απογοητευμένα, προπονητή που μιλάει για μοίρα και φιλάθλους που έμειναν με την πίκρα.
Και με ένα φέσι, ποδοσφαιρικό αυτή τη φορά, που δεν το πλήρωσαν στο ταμείο. Το φόρεσαν μέσα στο γήπεδο.