Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Ο Μπεν Τζόνσον πέτυχε παγκόσμιο ρεκόρ στα 100 μέτρα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ το 1988, αλλά αποβλήθηκε 60 ώρες μετά λόγω χρήσης αναβολικών.
  • Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή αφαίρεσε το χρυσό μετάλλιο και το ρεκόρ του, προκαλώντας τεράστιο σκάνδαλο που οδήγησε σε εθνική έρευνα στον Καναδά.
  • Ο αθλητής παραδέχθηκε τη χρήση ουσιών από το 1981, χάνοντας επιπλέον διακρίσεις, ενώ μετά την επιστροφή του από την τιμωρία βρέθηκε ξανά θετικός σε έλεγχο το 1993.
  • Η καριέρα του Τζόνσον σημαδεύτηκε από τη διαρκή αντιπαλότητα με τον Καρλ Λιούις και τη μεταγενέστερη εμπλοκή του σε ασυνήθιστες αθλητικές και επαγγελματικές δραστηριότητες.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Για 60 ώρες ο Μπεν Τζόνσον ήταν ο ταχύτερος άνθρωπος στον κόσμο.

Είχε μόλις νικήσει τον μεγαλύτερο αντίπαλό του, τον Καρλ Λιούις, στον τελικό των 100 μέτρων στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ. Το χρονόμετρο είχε σταματήσει στο απίστευτο για την εποχή 9.79. Παγκόσμιο ρεκόρ. Χρυσό μετάλλιο. Θρίαμβος.

Advertisement
Advertisement

Ο Καναδάς πανηγύριζε. Ο πρωθυπουργός της χώρας, Μπράιαν Μαλρόνεϊ, είχε επικοινωνήσει μαζί του για να τον συγχαρεί. Ο Τζόνσον είχε γίνει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα εθνικός ήρωας.

Ύστερα ήρθε η 26η Σεπτεμβρίου 1988.

Μπεν Τζόνσον

Το δείγμα του βρέθηκε θετικό στη στανοζολόλη, ένα συνθετικό αναβολικό στεροειδές. Η εικόνα του θριαμβευτή που περνούσε τη γραμμή του τερματισμού με σηκωμένα τα χέρια μετατράπηκε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες στην ιστορία του αθλητικού ντόπινγκ.

Την επόμενη ημέρα η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή ανακοίνωσε επίσημα την αφαίρεση του χρυσού μεταλλίου. Το παγκόσμιο ρεκόρ ακυρώθηκε. Ο Καρλ Λιούις πήρε το χρυσό.

Ο Μπεν Τζόνσον χρειάστηκε μόλις δυόμισι ημέρες για να περάσει από την απόλυτη κορυφή στην αποκαθήλωση.

Advertisement

Και η ιστορία του δεν τελείωσε εκεί.

Το παιδί από την Τζαμάικα που ήθελε να γίνει σπρίντερ

Ο Τζόνσον γεννήθηκε στην Τζαμάικα. Η μητέρα του μετακόμισε στον Καναδά μαζί με τρία από τα παιδιά της, ενώ ο πατέρας του παρέμεινε πίσω, συνεχίζοντας να εργάζεται στην εταιρεία τηλεφωνίας.

Στα 14 του, ο Μπεν βρήκε καταφύγιο στο γυμναστήριο. Ήταν ένας τρόπος να αντιμετωπίσει το καινούργιο περιβάλλον και τις δυσκολίες της προσαρμογής. Πολύ σύντομα φάνηκε ότι διέθετε κάτι ξεχωριστό.

Advertisement

Στη ζωή του εμφανίστηκε και ο άνθρωπος που θα γινόταν ο μοναδικός προπονητής του. Ο πρώην Καναδός σπρίντερ Τσάρλι Φράνσις ανέλαβε να δουλέψει μαζί του και να εξελίξει το ταλέντο του.

Ο Τζόνσον έκανε το μεγάλο ξεπέταγμα το 1982, όταν σε ηλικία 21 ετών κατέκτησε δύο ασημένια μετάλλια στους Αγώνες της Κοινοπολιτείας.

Το 1984, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες, πήρε το χάλκινο στα 100 μέτρα και ακόμη ένα χάλκινο στη σκυταλοδρομία 4×100 μ. Τα δύο μετάλλια παραμένουν στην κατοχή του.

Advertisement

Στο μεταξύ, όμως, ένας άλλος σπρίντερ είχε ήδη γίνει το πρόσωπο του παγκόσμιου στίβου.

Ο Καρλ Λιούις.

Η κόντρα τους θα εξελισσόταν σε μία από τις πιο διάσημες αντιπαλότητες στην ιστορία των 100 μέτρων.

Advertisement

Ρώμη, Σεούλ και ένας αγώνας που άλλαξε τα πάντα

Στις πρώτες τους μεγάλες αναμετρήσεις ο Λιούις είχε το πάνω χέρι. Ο Τζόνσον, όμως, δεν άργησε να απαντήσει.

Advertisement

Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Ρώμης, το 1987, ο Καναδός κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο και ταυτόχρονα έκανε παγκόσμιο ρεκόρ με 9.83.

Η συνέχεια γράφτηκε στη Σεούλ.

Στον τελικό των 100 μέτρων ο Τζόνσον έκανε μία από τις πιο εντυπωσιακές κούρσες που είχαν δει μέχρι τότε οι θεατές. Τερμάτισε σε 9.79, αφήνοντας τον Λιούις στο 9.92.

Advertisement

Ο Καναδός σήκωσε τα χέρια ψηλά. Είχε νικήσει τον μεγάλο του αντίπαλο στην κορυφαία αθλητική σκηνή του κόσμου.

Λίγες ώρες αργότερα άρχισαν οι έλεγχοι.

Και περίπου 60 ώρες μετά τον τερματισμό, το όνειρο είχε τελειώσει.

Ο Τζόνσον βρέθηκε θετικός στη στανοζολόλη. Το χρυσό μετάλλιο αφαιρέθηκε και το 9.79 διαγράφηκε από τα ρεκόρ.

Η υπόθεση πήρε τεράστιες διαστάσεις στον Καναδά. Δεν αφορούσε πλέον μόνο έναν αθλητή. Είχε μετατραπεί σε εθνικό ζήτημα.

Ο Καναδάς μπροστά στις τηλεοράσεις

Μετά την επιστροφή του Τζόνσον στη χώρα, συστάθηκε η Επιτροπή Ντάμπιν, με αντικείμενο τη διερεύνηση της υπόθεσης και γενικότερα του προβλήματος του ντόπινγκ στον καναδικό αθλητισμό.

Για τρεις μήνες οι καταθέσεις μεταδίδονταν ζωντανά και εκατοντάδες χιλιάδες Καναδοί παρακολουθούσαν τις εξελίξεις. Η έρευνα κόστισε περίπου 5 εκατομμύρια δολάρια.

Ο ίδιος ο Τζόνσον είχε παραδεχθεί χρήση απαγορευμένων ουσιών από το 1981. Έτσι, δεν έχασε μόνο το χρυσό της Σεούλ, αλλά και το χρυσό μετάλλιο στα 100 μέτρα από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Ρώμης.

Κι όμως, δεν εγκατέλειψε.

Η δεύτερη ευκαιρία που κράτησε ακόμη λιγότερο

Το 1991 ολοκληρώθηκε η τιμωρία του. Ο Τζόνσον ήταν πλέον 30 ετών και επιχείρησε να επιστρέψει.

Δεν κατάφερε να προκριθεί στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Τόκιο, αλλά πήρε θέση στην καναδική ομάδα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης.

Στην Ισπανία έφτασε μέχρι τα ημιτελικά των 100 μέτρων. Τερμάτισε τελευταίος στη σειρά του και 15ος στη συνολική κατάταξη.

Το 1993 φάνηκε να επιστρέφει ξανά.

Στη Γκρενόμπλ της Γαλλίας έτρεξε τα 50 μέτρα σε 5.65 και η επίδοσή του δημιούργησε συζητήσεις για ένα νέο come back. Το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα κλειστού στίβου θα γινόταν στο Τορόντο και όλα έμοιαζαν να είναι έτοιμα για την επιστροφή του.

Μόνο που συνέβη ξανά το ίδιο.

Ο Τζόνσον βρέθηκε θετικός σε απαγορευμένη ουσία και αποβλήθηκε διά βίου από τον στίβο.

Από τον Μαραντόνα στον γιο του Καντάφι

Από εκεί και μετά, η ζωή του έξω από τον στίβο έγινε σχεδόν εξίσου παράξενη με την αθλητική του καριέρα.

Το 1997 ανέλαβε να προπονήσει τον Ντιέγκο Μαραντόνα. Την ίδια περίοδο ασχολήθηκε και με τον Μουαμάρ Καντάφι, ο οποίος ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής.

Ο Τζόνσον κυκλοφόρησε τη δική του σειρά ρούχων με το μότο «Catch Me» («Πιάσε με»), χωρίς ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία. Έγραψε επίσης την αυτοβιογραφία του, «From Seoul to Soul».

Και το 1998, σε ηλικία 37 ετών, συμμετείχε σε έναν από τους πιο αλλόκοτους αγώνες που έχουν γίνει.

Έτρεξε εναντίον δύο αλόγων και ενός αυτοκινήτου σε φιλανθρωπική διοργάνωση στον Καναδά. Ο Τζόνσον κάλυψε 80 μέτρα, ενώ τα άλογα είχαν να διανύσουν 100 και 120 μέτρα αντίστοιχα και το αυτοκίνητο 140.

Έχασε από τα άλογα.

Κέρδισε, όμως, το αυτοκίνητο, το οποίο αντιμετώπισε προβλήματα στην εκκίνηση και την επιτάχυνση λόγω της βροχής.

Η «πιο βρώμικη κούρσα» και η κόντρα με τον Λιούις

Ο τελικός της Σεούλ εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις πιο αμφιλεγόμενες κούρσες στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων.

Από τους οκτώ σπρίντερ που συμμετείχαν, ακόμη τέσσερις συνδέθηκαν κατά τη διάρκεια της καριέρας τους με υποθέσεις απαγορευμένων ουσιών: ο Λίνφορντ Κρίστι, ο Ντένις Μίτσελ, ο Ντεσάι Γουίλιαμς και ο Ρέι Στιούαρτ.

Ο Καρλ Λιούις βρέθηκε επίσης στο επίκεντρο μιας διαφορετικής υπόθεσης χρόνια αργότερα, όταν το 2003 αποκαλύφθηκε στις ΗΠΑ ότι αθλητές είχαν βρεθεί θετικοί σε απαγορευμένες ουσίες πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά τους είχε επιτραπεί να συμμετάσχουν. Ο Λιούις είχε υποστηρίξει ότι στη δική του περίπτωση επρόκειτο για φάρμακο για το κρυολόγημα και δεν έχασε τα μετάλλιά του.

Ο Τζόνσον, πάντως, συνέχισε να υποστηρίζει ότι είχε πέσει θύμα σκευωρίας.

Σε συνέντευξή του στο CBS το 2013 εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στον Λιούις, υποστηρίζοντας ότι γνώριζαν πως είχε βρεθεί θετικός πριν από τους Ολυμπιακούς και ότι προστατεύτηκε επειδή ήταν Αμερικανός.

Οι δύο άνδρες δεν σταμάτησαν ποτέ να κουβαλούν εκείνον τον τελικό.

Ο Τζόνσον είναι πλέον 65 ετών. Ζει στην ευρύτερη περιοχή του Οντάριο, ασχολείται με επιχειρήσεις και κάνει ατομικές προπονήσεις fitness.

Και παρότι έχουν περάσει 38 χρόνια, η Σεούλ εξακολουθεί να τον ακολουθεί.

Γιατί στην περίπτωση του Μπεν Τζόνσον, η ιστορία δεν είναι μόνο η κούρσα των 9.79.

Είναι οι 60 ώρες που μεσολάβησαν από τη στιγμή που σήκωσε τα χέρια ψηλά ως τη στιγμή που του τα κατέβασαν απότομα.

Και ίσως γι’ αυτό, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το όνομά του εξακολουθεί να προκαλεί ενδιαφέρον στον Καναδά, με τη νέα χιουμοριστική ταινία-ντοκιμαντέρ «Hate the Player: The Ben Johnson Story» να επαναφέρει στο προσκήνιο την ιστορία του ανθρώπου που για λίγο έμοιαζε ανίκητος και μέσα σε δύο ημέρες έγινε το πρόσωπο ενός από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα ντόπινγκ στην ιστορία του αθλητισμού.