Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Για πολλά χρόνια, η Γερμανία υπήρξε ίσως η πιο προβλέψιμη πολιτικά χώρα της Ευρώπης. Σταθερές κυβερνήσεις, ισχυρό πολιτικό κέντρο, οικονομική αυτοπεποίθηση, θεσμική συνέχεια. Σήμερα, σχεδόν τίποτε από αυτά δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο.

Το Alternative für Deutschland (AfD) βρίσκεται πλέον σε επίπεδα εκλογικής επιρροής που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητα. Στη Σαξονία-Άνχαλτ, ενόψει των εκλογών της 6ης Σεπτεμβρίου 2026, η εκλογική του δύναμη δημιουργεί ακόμη και το ενδεχόμενο να διεκδικήσει για πρώτη φορά την εξουσία σε επίπεδο κρατιδίου. Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ιστορική τομή για τη μεταπολεμική Γερμανία.

Advertisement
Advertisement

Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο πόσο ισχυρό έχει γίνει το AfD. Είναι τι ακριβώς είναι σήμερα και ποια Γερμανία προτείνει.

Το κόμμα δεν γεννήθηκε με τη σημερινή του φυσιογνωμία. Ιδρύθηκε το 2013, μέσα στην κρίση του ευρώ, ως μια κατά βάση ευρωσκεπτικιστική δύναμη, με έντονο οικονομικό και εθνικοσυντηρητικό προσανατολισμό. Στους κόλπους του συνυπήρξαν οικονομικά φιλελεύθεροι και δημοσιονομικά συντηρητικοί, κοινωνικά και εθνικά συντηρητικοί, ευρωσκεπτικιστές, αλλά και οπορτουνιστές πολιτικοί που αντιλήφθηκαν γρήγορα το πολιτικό κεφάλαιο που μπορούσε να δημιουργήσει η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια απέναντι στο κατεστημένο και επένδυσαν σε μια ολοένα πιο δημαγωγική και συγκρουσιακή ρητορική.

Σταδιακά, όμως, το κόμμα άλλαξε χαρακτήρα. Το οικονομικό ζήτημα υποχώρησε και στο κέντρο της πολιτικής του ταυτότητας πέρασαν η μετανάστευση, η εθνική κυριαρχία, η γερμανική πολιτισμική ταυτότητα, η αντίθεση στην περαιτέρω ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και μια πολύ πιο επιθετική μορφή εθνικισμού. Από ένα ευρωσκεπτικιστικό κόμμα διαμαρτυρίας, το AfD εξελίχθηκε σε ένα πολύ πιο σύνθετο και ριζοσπαστικό πολιτικό φαινόμενο.

Η διάκριση αυτή έχει σημασία. Δεν είναι κάθε κριτική στη μεταναστευτική πολιτική ακροδεξιά. Δεν είναι κάθε προσπάθεια υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας αντιδημοκρατική. Δεν είναι κάθε συντηρητική θέση εξτρεμιστική. Το κρίσιμο ζήτημα είναι τι συμβαίνει όταν όλα αυτά εντάσσονται σε μια συνολικότερη αντίληψη για το έθνος, την κοινωνία και την πολιτική κοινότητα.

Ποια «Γερμανία» θέλει το AfD;

Εδώ βρίσκεται ίσως το κρισιμότερο στοιχείο για να καταλάβει κανείς όχι μόνο την πολιτική του AfD, αλλά και τη βαθύτερη ιδεολογική σύγκρουση που εξελίσσεται σήμερα στη Γερμανία.

Το AfD προτάσσει την έννοια της Deutsche Leitkultur, μιας κυρίαρχης ή καθοδηγητικής γερμανικής κουλτούρας, απέναντι στο μοντέλο της πολυπολιτισμικότητας. Η γερμανική γλώσσα, η ιστορία, οι πολιτισμικές παραδόσεις και οι αξίες αντιμετωπίζονται ως συστατικά μιας ιδιαίτερης εθνικής ταυτότητας που πρέπει να διαφυλαχθεί.

Advertisement

Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι το ίδιο το κόμμα αντιπαραθέτει αυτή την αντίληψη στον συνταγματικό πατριωτισμό (Verfassungspatriotismus): στην αντίληψη, δηλαδή, σύμφωνα με την οποία η πολιτική κοινότητα και η νομιμοφροσύνη προς αυτήν θεμελιώνονται πρωτίστως στην προσήλωση στο Σύνταγμα, στο κράτος δικαίου, στις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας και στον σεβασμό των θεμελιωδών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων — και όχι στην προϋπόθεση μιας κοινής εθνοτικής καταγωγής ή πολιτισμικής ομοιογένειας.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το δύσκολο όριο μεταξύ συνταγματικού πατριωτισμού και ανελεύθερου εθνικισμού.

Στη Γερμανία η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερο ιστορικό και πολιτικό βάρος. Μετά τη φρίκη του ναζισμού και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία αναζήτησε μια δημοκρατική αντίληψη πολιτικής ταυτότητας που να μην εδράζεται σε έναν αποκλειστικό εθνοτικό εθνικισμό. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκε μεταγενέστερα και η έννοια του Verfassungspatriotismus: η ιδέα ότι η πολιτική νομιμοφροσύνη μπορεί να θεμελιώνεται στις αρχές και στους θεσμούς μιας συνταγματικής δημοκρατίας και όχι στην απαίτηση εθνοπολιτισμικής ομοιογένειας.

Advertisement

Η σημερινή αντιπαράθεση, επομένως, δεν είναι μια αφηρημένη θεωρητική συζήτηση. Αφορά ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα: τι σημαίνει να ανήκει κανείς στη γερμανική πολιτική κοινότητα;

Είναι καθοριστική η ιδιότητα του πολίτη και η αποδοχή του Συντάγματος, της δημοκρατικής έννομης τάξης, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων; Ή η πλήρης ένταξη στη γερμανική εθνική κοινότητα προϋποθέτει επιπλέον την ενσωμάτωση σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο γερμανικής πολιτισμικής ταυτότητας;

Ακριβώς γι’ αυτό η μεταναστευτική πολιτική αποκτά για το AfD σημασία πολύ μεγαλύτερη από μια διαφωνία για τον αριθμό των μεταναστών ή για την αυστηρότητα του συστήματος ασύλου. Συνδέεται με μια βαθύτερη αντίληψη για το έθνος, την ταυτότητα και τους όρους συμμετοχής στην πολιτική κοινότητα.

Advertisement

Η υπεράσπιση της γλώσσας, της ιστορίας και των πολιτισμικών παραδόσεων μιας χώρας δεν αποτελεί από μόνη της εθνικισμό. Ούτε κάθε αυστηρή μεταναστευτική πολιτική είναι εξτρεμιστική. Το κρίσιμο όριο εμφανίζεται όταν η πολιτική κοινότητα αρχίζει να ορίζεται όχι πρωτίστως από την κοινή συνταγματική και δημοκρατική τάξη, αλλά από την απαίτηση μιας συγκεκριμένης εθνοπολιτισμικής ταυτότητας.

Σε αυτή την αντιπαράθεση αναδεικνύεται το κρίσιμο όριο μεταξύ συνταγματικού πατριωτισμού και ανελεύθερου εθνικισμού.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, υπό αυτό το πρίσμα, και η σχέση ορισμένων κορυφαίων στελεχών του AfD με το γερμανικό ιστορικό παρελθόν. Στη Γερμανία αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια οποιαδήποτε ιδεολογική υπερβολή. Ο Björn Höcke, μία από τις ισχυρότερες φυσιογνωμίες της ριζοσπαστικής πτέρυγας του AfD, έχει καταδικαστεί για τη χρήση απαγορευμένου ναζιστικού συνθήματος. Ο Alexander Gauland, από τις ιστορικές ηγετικές μορφές του κόμματος, είχε προκαλέσει σάλο όταν υποβάθμισε τη ναζιστική περίοδο σε μια μικρή παρένθεση μέσα σε περισσότερο από μία χιλιετία γερμανικής ιστορίας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αν το AfD βρίσκεται «πιο δεξιά» από το CDU. Είναι αν, και σε ποιο βαθμό, ισχυρά τμήματα του κόμματος έχουν μετακινηθεί από τον συντηρητικό πατριωτισμό προς έναν ανελεύθερο εθνικισμό, στον οποίο η εθνοπολιτισμική ταυτότητα αποκτά αυξημένο βάρος έναντι της συνταγματικής αντίληψης της πολιτικής κοινότητας.

Advertisement

Μια φιλελεύθερη δημοκρατία δεν εξαντλείται στη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών. Προϋποθέτει κράτος δικαίου, διάκριση των εξουσιών, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, πολιτικό πλουραλισμό και σεβασμό των θεμελιωδών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Advertisement

Και αυτό είναι τελικά ένα από τα βαθύτερα ερωτήματα που θέτει η άνοδος του AfD: αν η γερμανική πολιτική κοινότητα θα εξακολουθήσει να ορίζεται πρωτίστως από τη συνταγματική δημοκρατία και τις αρχές της ή αν θα επαναπροσδιοριστεί ολοένα περισσότερο με όρους εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας.

Και ποια Ευρώπη;

Η αντίληψη αυτή για τη γερμανική ταυτότητα συνδέεται άμεσα με την αντίληψη του AfD για την Ευρώπη.

Το κόμμα δεν περιορίζεται σε μια κριτική της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. Αμφισβητεί βασικά στοιχεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ζητεί επιστροφή σημαντικών αρμοδιοτήτων στα κράτη και προτάσσει την εθνική κυριαρχία απέναντι στην περαιτέρω μεταφορά εξουσίας σε υπερεθνικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Advertisement

Στον πυρήνα αυτής της αντίληψης βρίσκεται μια Ευρώπη κυρίαρχων εθνικών κρατών, με περιορισμένη υπερεθνική εξουσία — ένα μοντέλο που αντιστρέφει ουσιαστικά την πορεία και τη λογική πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό εγχείρημα: τη σταδιακή υπέρβαση του αμιγώς διακρατικού συστήματος μέσα από κοινά θεσμικά όργανα και κοινή άσκηση κυριαρχίας.

Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη στοιχείο που δεν πρέπει να περνά στα ψιλά γράμματα: το AfD θέτει ζήτημα εξόδου της Γερμανίας από το ευρώ.

Δεν πρόκειται απλώς για κριτική στους δημοσιονομικούς κανόνες ή στον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η αμφισβήτηση αφορά το ίδιο το κοινό νόμισμα. Η εγκατάλειψη του ευρώ και η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα βρίσκονται στον πυρήνα της ευρωσκεπτικιστικής παράδοσης από την οποία γεννήθηκε το κόμμα και εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της πολιτικής του ατζέντας.

Και εδώ η κλίμακα αλλάζει εντελώς. Μια έξοδος της Γερμανίας από το ευρώ δεν θα αποτελούσε απλώς μια ακόμη κρίση της Ευρωζώνης. 

Γι’ αυτό η συζήτηση για το AfD παύει εδώ να είναι αποκλειστικά γερμανική.

Η Ρωσία και η εξωτερική πολιτική

Υπάρχει και μια τρίτη διάσταση: η γεωπολιτική.

Το AfD επιδιώκει επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία, αμφισβητεί τη σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στη Μόσχα και τάσσεται υπέρ μιας πολύ διαφορετικής στάσης ως προς τη γερμανική και ευρωπαϊκή υποστήριξη προς την Ουκρανία.

Μια Γερμανία στην οποία το AfD θα αποκτούσε ουσιαστική επιρροή στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής θα ήταν, επομένως, μια διαφορετική Γερμανία και γεωπολιτικά: περισσότερο εθνικά προσανατολισμένη, λιγότερο πρόθυμη να ακολουθήσει την υφιστάμενη ευρωπαϊκή γραμμή έναντι της Ρωσίας και πολύ περισσότερο επιφυλακτική απέναντι στην περαιτέρω ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Όλα αυτά εξηγούν τι είναι το AfD. Δεν εξηγούν ακόμη γιατί τόσοι Γερμανοί στρέφονται προς αυτό.

Και εκεί βρίσκεται ίσως το δυσκολότερο μέρος της συζήτησης.

Το AfD είναι σύμπτωμα, όχι η αρχική αιτία

Η άνοδος του κόμματος δεν συμβαίνει σε μια Γερμανία που βρίσκεται στο απόγειο της οικονομικής και πολιτικής αυτοπεποίθησής της. Συμβαίνει την ώρα που η χώρα περνά μια βαθιά περίοδο οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αβεβαιότητας.

Η γερμανική οικονομία έχει περάσει έξι χρόνια ισχνής ανάπτυξης. Παραδοσιακά ισχυροί βιομηχανικοί κλάδοι πιέζονται από τον κινεζικό ανταγωνισμό, τους αμερικανικούς δασμούς, το ενεργειακό κόστος, αλλά και από δικές τους στρατηγικές επιλογές. Το πολιτικό κέντρο δείχνει όλο και περισσότερο αδύναμο να προχωρήσει στις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται, ενώ στην κοινωνία συσσωρεύεται η αίσθηση της στασιμότητας.

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο για να κατανοήσει κανείς τι συμβαίνει σήμερα στη Γερμανία:

η δύναμη του AfD είναι σύμπτωμα, όχι η αρχική αιτία της κρίσης.

Το κόμμα δεν εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά. Βρήκε χώρο μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα που εδώ και χρόνια δυσκολεύεται να απαντήσει σε πραγματικές ανασφάλειες: τη μετανάστευση, την οικονομική στασιμότητα, την ενεργειακή μετάβαση, την απώλεια βιομηχανικής ισχύος, την εξάρτηση από την Κίνα, τον πόλεμο στην Ουκρανία και, τελικά, την αίσθηση ότι το παλιό γερμανικό μοντέλο δεν λειτουργεί πλέον όπως λειτουργούσε.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι, επειδή οι αιτίες της δυσαρέσκειας είναι πραγματικές, κάθε πολιτική απάντηση σε αυτές είναι εξίσου θεμιτή.

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ευθύνη των παραδοσιακών κομμάτων.

Αν αντιμετωπίσουν όλους τους ψηφοφόρους του AfD ως εξτρεμιστές, θα αποτύχουν να κατανοήσουν το μήνυμα που στέλνει ένα μεγάλο τμήμα της γερμανικής κοινωνίας. Αν όμως, φοβούμενα την εκλογική του άνοδο, αρχίσουν να υιοθετούν τη γλώσσα και το πολιτικό του πλαίσιο, μπορεί να πετύχουν κάτι πολύ χειρότερο: να κανονικοποιήσουν ακριβώς τις ιδέες που υποτίθεται ότι θέλουν να αναχαιτίσουν.

Αυτό είναι ήδη ένα πραγματικό δίλημμα για το CDU.

Η περίφημη Brandmauer, το «τείχος προστασίας» που αποκλείει οποιαδήποτε συνεργασία με το AfD, εξακολουθεί επισήμως να ισχύει. Όσο όμως το AfD ενισχύεται και οι παραδοσιακοί κυβερνητικοί συνδυασμοί γίνονται δυσκολότεροι, τόσο αυξάνονται και οι φωνές που αμφισβητούν εάν αυτή η στρατηγική μπορεί να διατηρηθεί.

Γιατί αφορά ολόκληρη την Ευρώπη

Αν ένα γερμανικό κρατίδιο αποκτήσει πρωθυπουργό από το AfD, η σημασία του γεγονότος δεν θα περιοριστεί στο Βερολίνο.

Η Γερμανία δεν είναι μια οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα. Είναι η μεγαλύτερη οικονομία της Ένωσης, το πολυπληθέστερο κράτος-μέλος της και, μαζί με τη Γαλλία, συγκρότησε για δεκαετίες τον γαλλογερμανικό άξονα που λειτούργησε ως η βασική πολιτική ατμομηχανή του ευρωπαϊκού ενοποιητικού εγχειρήματος.