Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Όταν κάποιος δεν μπορεί να βρει μικρές χαρές στην καθημερινότητά του, είναι σαν να παίζει στο καζίνο. Ποντάρει όλη του τη χαρά στις διακοπές. Περιμένει με λαχτάρα αυτές τις μέρες, σαν να είναι υποχρεωμένες να τον αποζημιώσουν για τη μιζέρια μιας ολόκληρης χρονιάς.

«Οι μισοί Έλληνες δεν έχουν χρήματα για διακοπές», του είχε πει η γυναίκα του την προηγούμενη εβδομάδα. «Πρέπει να είμαστε πολύ ευγνώμονες».

Advertisement
Advertisement

Την ίδια ακριβώς φράση είχε ακούσει και από αρκετούς φίλους.

Κάτι, όμως, σε αυτό δεν του πήγαινε καλά. Ίσως, επειδή είναι πολύ προβληματικό ένα τόσο ευγενές συναίσθημα όσο η ευγνωμοσύνη να πρέπει να τρέφεται από τη δυστυχία των άλλων. Ή επειδή δεν ήξερε αν την επόμενη χρονιά θα ήταν κι ο ίδιος στους δυστυχισμένους αυτούς. Και πάλι, ο άντρας αυτής της ιστορίας δεν είχε ξεκαθαρίσει μέσα του αυτά τα θέματα. Δούλευε πολλές ώρες και είχε τα συνήθη οικογενειακά άγχη. Τα  βράδια κοιμόταν αμέσως χωρίς σκέψεις.

Την πρώτη ημέρα των διακοπών του, όταν πήγε να πάρει καφέ, είδε σε μια τηλεόραση μια κατακόκκινη φωτιά. Επειδή, όπως είπαμε, είχε ποντάρει πολλά στις διακοπές του, έκανε πως δεν την είδε.

Κι όταν στην πισίνα του ξενοδοχείου το μεσημέρι μπήκε στο διαδίκτυο από συνήθεια για να διαβάσει ειδήσεις και πετάχτηκαν κι άλλα βίντεο από τις καταστροφές δίπλα στους διάσημους που ποζάρουν με μαγιό, ένιωσε πως όλα αυτά ήταν σαν ψέμα. Γιατί η ευτυχία της διάσημης με το κοκτέιλ και το φανταχτερό παρεό ήταν σίγουρα ψεύτικη, αφού πριν τέσσερις μήνες εκείνη η ίδια μιλούσε δακρυσμένη για κάποιο ψυχικό τραύμα που την εμποδίζει στο σήμερα να χαίρεται.

 Έτσι σαν ψέμα, σαν σκηνές από ταινία φάνταζαν και οι εικόνες των ανθρώπων που έκλαιγαν έξω από τα σπίτια τους, των πυροσβεστών που πέθαναν εν ώρα καθήκοντος, των αμέτρητων δασών που κάηκαν με τα ζώα τους μέσα και τα πουλιά και τις φωλιές τους.

Τα παιδιά του είχαν μεγαλώσει και ήταν όλη την ώρα απορροφημένα από τα κινητά τους. Ενίοτε, γκρίνιαζαν.

Advertisement

«Ας έχουν τα κινητά όσο θέλουν», του είπε η γυναίκα του. «Έξι μέρες έχω, έξι μέρες μόνο. Δικαιούμαι να χαλαρώσω…»

Κι έτσι, το ζευγάρι προσπάθησε να χαλαρώσει στην πισίνα.

Μα όταν άνοιγε κι εκείνος το κινητό του και πετάγονταν οι φρικτές ειδήσεις των πυρκαγιών, κάτι σαν να τιναζόταν μέσα του.

Advertisement

«Μη διαβάσεις ειδήσεις!», του φώναξε η γυναίκα του. «Έξι μέρες έχουμε! Μπορεί ο κόσμος να συνεχίσει να γυρίζει και χωρίς το ενδιαφέρον σου. Όλα είναι άλλωστε τόσο καταθλιπτικά στις ειδήσεις…»

Η αλήθεια είναι ότι ο ήρωας της ιστορίας μας έβρισκε καταθλιπτικό και τον ίδιο του τον εαυτό απλωμένο στην ξαπλώστρα να κοιτάζει το κενό. Το μαγιό που του είχε πάρει η σύζυγος του φαινόταν κάπως νεανικό για την ηλικία του. Το αντηλιακό τον αηδίαζε, το ίδιο και η πισίνα που τη φανταζόταν με τρόμο γεμάτη παιδικά ούρα.

Αλλά είχε έξι μέρες για να χαλαρώσει.

Advertisement

Σε κάθε άνθρωπο αξίζει ένα διάλειμμα.

Και ήταν άλλωστε τόσο τυχερός που εκείνος πήγε διακοπές τη στιγμή που οι μισοί συμπολίτες του ήταν ασφυκτικά κλεισμένοι σε κάποιο διαμέρισμα.

Έτσι, έκλεισε το κινητό του και σκέφτηκε πως μπορεί να ήταν ωραίος με το νεανικό μαγιό του. Μια νεαρή τουρίστρια πέρασε και τον κοίταξε κι αυτό του έδωσε μεγάλο θάρρος.

Advertisement

Το βράδυ η οικογένεια βγήκε για φαγητό.

Advertisement

Όμως, ο ουρανός ήταν αλλόκοτα γκρίζος και η μυρωδιά του καμένου ήταν τόσο έντονη που ήταν σαν να μην υπήρχε οξυγόνο γύρω τους.

«Μήπως έπιασε φωτιά εδώ κοντά;», ρώτησε η γυναίκα του με αγωνία. Τώρα ήθελε εκείνη να δουν τις ειδήσεις.

Τα παιδιά του εκείνη την ώρα μάλωναν και τους είπε να σταματήσουν.

Advertisement

Άνοιξε ξανά το κινητό του.

Υπήρχαν πυρκαγιές στον νομό, αλλά ευτυχώς όχι στην περιοχή που βρίσκονταν.

Και πάλι ευγνωμοσύνη. Τι τυχεροί που είμαστε που δεν καιγόμαστε εμείς.

Όταν κάθισαν στο τραπέζι, είχε πάνω ένα στρώμα στάχτης.

Η γυναίκα του φώναξε εκνευρισμένη τον σερβιτόρο.

«Συγγνώμη, ξέχασα να καθαρίσω αυτό το τραπέζι!», είπε ο νεαρός αγχωμένος. «Μην το πείτε, σας παρακαλώ. Είναι η πρώτη μου μέρα στη δουλειά κι έχω κάνει ήδη τέσσερις γκάφες. Μου είπαν πως αν κάνω άλλο λάθος, θα με απολύσουν.»

Έφυγε τρέχοντας.

«Και καλά θα του κάνουν. Έξι μέρες έχουμε, πρέπει να είναι ωραία…», του είπε η γυναίκα του.

Ο σερβιτόρος επέστρεψε και καθάρισε το τραπέζι.

Παρήγγειλαν όλοι μπιφτέκια.

Προσπαθούσε να μην σκέφτεται πόσο πανάκριβη είναι ακόμη και μια ντομάτα.

Τα μπιφτέκια ήρθαν και τα χέρια του σερβιτόρου έτρεμαν, όταν ακουμπούσε τα πιάτα στο τραπέζι.

Η οικογένεια ξεκίνησε να τρώει.

Εκείνος ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι η στάχτη συνέχιζε να πέφτει και ο σερβιτόρος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτό.

Έτρωγαν μπιφτέκια με στάχτη.

Δεν είπε τίποτα, η γυναίκα του τα βρήκε πολύ νόστιμα.

Είχε έναν κόμπο στο στομάχι, αλλά όπως είπαμε, σε αυτόν τον άνθρωπο δεν ήταν πάντα πολύ ξεκάθαρο το τι σκεφτόταν.

Όμως, σίγουρα ήταν κάτι σαν θλίψη.

Πριν φύγουν, άφησε ένα πολύ γενναιόδωρο φιλοδώρημα στον σερβιτόρο. Ο νεαρός χαμογέλασε με έκπληξη κι αυτό του γλύκανε λίγο την ψυχή.