Ένα ερώτημα κυκλοφορεί τώρα τελευταία όλο και πιο συχνά στους πολιτικούς διαδρόμους: πότε θα γίνουν εκλογές. Και η απάντηση είναι μία: όποτε συμφέρει την κυβέρνηση. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν το γνωρίζει ακόμα ούτε ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Γιατί στην πολιτική σκακιέρα, ο χρόνος δεν είναι ποτέ ουδέτερη μεταβλητή. Αντίθετα, αποτελεί το ισχυρότερο όπλο στα χέρια του εκάστοτε πρωθυπουργού, ο οποίος διατηρεί το αποκλειστικό προνόμιο να ανακατέψει την τράπουλα τη στιγμή που ο ίδιος κρίνει ότι ο συσχετισμός δυνάμεων τον ευνοεί. Η προκήρυξη των επόμενων εθνικών εκλογών δεν θα αποτελέσει εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Δεν θα είναι το αποτέλεσμα μιας θεσμικής αυτονόητης συνέχειας, αλλά το προϊόν μιας εξαιρετικά ψυχρής, ορθολογικής και πολυπαραγοντικής εξίσωσης, που ήδη επεξεργάζεται το κυβερνητικό επιτελείο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως έμπειρος διαχειριστής της πολιτικής συγκυρίας, γνωρίζει καλά ότι ο δρόμος προς τις κάλπες είναι γεμάτος παγίδες και αστάθμητους παράγοντες. Το βλέμμα του Μαξίμου αυτή τη στιγμή είναι στραμμένο σε τέσσερα συγκεκριμένα μέτωπα, τα οποία θα καθορίσουν τον τελικό χρονισμό.
Το πρώτο είναι το διεθνές περιβάλλον. Η εξέλιξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή και ο βαθμός που μπορεί να επηρεάσει την ελληνική οικονομία. Μια κλιμάκωση, ή έστω συνέχισή του, με άμεσο αντίκτυπο στις εγχώριες τιμές ενέργειας και καυσίμων, μπορεί να επιτείνει το πρόβλημα της ακρίβειας – τον υπ’ αριθμόν ένα εχθρό της κυβερνητικής δημοφιλίας, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις.
Το δεύτερο μέτωπο είναι η εξέλιξη του καλοκαιριού. Η κλιματική κρίση έχει μετατρέψει τους θερινούς μήνες σε μια διαρκή άσκηση διαχείρισης κρίσεων. Η κυβέρνηση θα μετρήσει τις αντοχές του κρατικού μηχανισμού απέναντι στην απειλή των μεγάλων πυρκαγιών. Η αποτελεσματικότητα ή η αποτυχία σε αυτό το πεδίο θα επηρεάσει καταλυτικά την εικόνα της κοινής γνώμης για αυτήν.
Το τρίτο πεδίο είναι η «βαριά βιομηχανία» της χώρας. Οι επιδόσεις του τουρισμού θα καθορίσουν το μέγεθος των δημοσιονομικών εσόδων. Από το «ταμείο» του Σεπτεμβρίου θα εξαρτηθεί το «καλάθι» των παροχών που θα μπορέσει να πάρει μαζί του ο πρωθυπουργός στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Το τέταρτο αφορά την εφαρμογή μιας απόλυτα μεθοδευμένης στρατηγικής, ενός πολιτικού «crash test» σε τρία στάδια:
- Η πρώτη μέτρηση: Πριν από τη ΔΕΘ, οι κυλιόμενες δημοσκοπήσεις θα καταγράψουν την αφετηρία, την πραγματική φθορά και τις τάσεις του εκλογικού σώματος.
- Η επικοινωνιακή προετοιμασία: Τα σχεδιαζόμενα μέτρα, παροχές και ελαφρύνσεις, πριν την επίσημη ανακοίνωσή τους, θα διαρρεύσουν σε φιλικά προσκείμενα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, προκειμένου να δημιουργηθεί κλίμα προσμονής και να δοκιμαστούν οι πρώτες αντιδράσεις της κοινωνίας.
- Το τελικό crash test: Αμέσως μετά τις διαρροές, θα ακολουθήσει μια δεύτερη, καθοριστική δημοσκόπηση. Αυτή θα δείξει αν και κατά πόσο το πακέτο παροχών μεταφράζεται σε ικανοποιητική βελτίωση της πρόθεσης ψήφου για την κυβέρνηση.
Αν το αποτέλεσμα αυτού του υπολογισμού είναι θετικό, ο πρωθυπουργός θα πατήσει το κουμπί του αιφνιδιασμού για το φθινόπωρο. Σε μια τέτοια περίπτωση, η διαδικασία θα τρέξει στο ελάχιστο χρονικό διάστημα που επιτρέπει η νομοθεσία. Στόχος: Να συμπιεστεί ο πολιτικός χρόνος, να μην προλάβει η αντιπολίτευση να οργανώσει την αντεπίθεσή της και, κυρίως, να ελαχιστοποιηθεί το ρίσκο κάποιου απρόβλεπτου γεγονότος –όπως ένα νέο σκάνδαλο ή μια ξαφνική κρίση– που θα μπορούσε να αλλάξει την ατζέντα εις βάρος της κυβέρνησης.
Πολλοί θεωρούν ότι οι πρόσφατες ελεγχόμενες διαρροές από φιλικά ΜΜΕ για «εκλογικό αιφνιδιασμό το φθινόπωρο» ήταν απλώς δημοσιογραφικές πληροφορίες. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα μεθοδευμένο πολιτικό δόλωμα με σκοπό να προκληθεί η αίσθηση του επείγοντος στους νέους πολιτικούς σχηματισμούς που κυοφορούνταν στο παρασκήνιο ώστε να εξαναγκαστούν σε έναν «πρόωρο τοκετό» πριν προλάβουν να οργανωθούν.
Το κόλπο πέτυχε εν μέρει. Η Μαρία Καρυστιανού, μετά το πρώτο λάθος της να αναγγείλει βιαστικά πέρυσι, την πρόθεσή της να ιδρύσει κόμμα, υπέπεσε και σε δεύτερο: παρασύρθηκε από το αίσθημα του επείγοντος που τεχνηέντως δημιουργήθηκε και ίδρυσε επίσημα το κόμμα της, μπαίνοντας πρόωρα στην αρένα των δημοσκοπήσεων. Τώρα, προσπαθεί να αποφύγει την έκθεση στα ΜΜΕ που καραδοκούν και δίνει μόνο η ίδια συνεντεύξεις καλά προετοιμασμένες και ελεγχόμενες.
Αντίθετα, ένας έμπειρος παίκτης όπως ο Αντώνης Σαμαράς, που επίσης προετοιμάζει τη δική του κίνηση, είδε αμέσως τη μπλόφα, απέφυγε την παγίδα και κράτησε κλειστά τα χαρτιά του, αποφεύγοντας τη φθορά και διατηρώντας το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού για αργότερα.
Από την άλλη, ο Αλέξης Τσίπρας έδειξε ότι ξέρει πολύ καλά πού βαδίζει. Η «ΕΛ.Α.Σ.», που ήδη εμφανίζεται σταθερά στη 2η θέση των δημοσκοπήσεων, δεν ήταν απροετοίμαστη. Οργανώθηκε αμέσως επικοινωνιακά, ορίζοντας μια βασική εκπρόσωπο Τύπου και τέσσερις αναπληρωτές. Είναι σαφές: ο Τσίπρας γνωρίζει ότι μπαίνει σε έναν αδυσώπητο επικοινωνιακό πόλεμο φθοράς και έστησε έγκαιρα γραμμή άμυνας.
Το Δίκοπο Μαχαίρι της ΔΕΘ: Κίνητρο ή Έμμεσος Εκβιασμός;
Το τρίτο στάδιο του κυβερνητικού σχεδιασμού, εμπεριέχει ένα τεράστιο πολιτικό ρίσκο. Οι παροχές που θα εξαγγελθούν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης αποτελούν παραδοσιακά ένα δίκοπο μαχαίρι με απρόβλεπτη ψυχολογική επίδραση στο εκλογικό σώμα.
Από τη μία πλευρά, λειτουργούν ως ισχυρό θετικό κίνητρο για κάποιους ψηφοφόρους, εφόσον κρίνουν τις εξαγγελίες ικανοποιητικές για την τσέπη τους. Από την άλλη όμως, ελλοχεύει ο κίνδυνος η κοινωνία να εισπράξει αυτές τις παροχές ως έναν έμμεσο, πολιτικό εκβιασμό: «Αν δεν μας ψηφίσετε, ξεχάστε τις παροχές που υποσχεθήκαμε».
Αυτή η λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην επιβράβευση και την πολιτική ομηρία είναι που θα κρίνει τη δεύτερη, κρίσιμη δημοσκόπηση. Αν το κοινό αντιδράσει αντανακλαστικά απέναντι στην αίσθηση του εκβιασμού, το κυβερνητικό αφήγημα θα δεχθεί ισχυρό πλήγμα.
Αν, συνεπώς, οι μετρήσεις δείξουν ότι το κλίμα είναι βαρύ και οι παροχές δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα, το Μαξίμου θα επιλέξει τη στρατηγική της αναμονής. Οι κάλπες θα μετατεθούν για αργότερα, με πιθανότερο ορίζοντα τον Μάρτιο του 2027. Αλλά ακόμη και τότε, η επιλογή της ακριβούς ημερομηνίας θα γίνει με την ίδια λογική του «ελάχιστου επιτρεπτού χρόνου» ώστε να ελαχιστοποιηθεί το ρίσκο απρόβλεπτων αρνητικών γεγονότων.
Σε αυτή την περίπτωση θα ενεργοποιηθεί το σχέδιο του «ξεφουσκώματος». Αφήνοντας τις εκλογές για το 2027, ο Μητσοτάκης θα εξωθήσει τους νέους παίκτες να μπουν στην αρένα της πολιτικής αντιπαράθεσης δίνοντάς τους χρόνο και τηλεοπτική έκθεση ώστε να ξεκινήσει η αποδόμηση. Μέχρι τον Μάρτιο του 2027, ο αρχικός ενθουσιασμός του κοινού για το «νέο» μοιραία θα ατονήσει. Τα άπειρα στελέχη των νέων κομμάτων θα αναγκαστούν να περνάνε καθημερινά από πολιτικές τηλεοπτικές εκπομπές, εκθέτοντας την απειρία τους – και κυρίως το κόμμα τους – απέναντι σε έμπειρους δημοσιογράφους που ξέρουν πολύ καλά να στήνουν επικοινωνιακές παγίδες. Το Μαξίμου ποντάρει στο ότι η καθημερινή τριβή των νέων κομμάτων θα απογοητεύσει τους ψηφοφόρους, ενώ η κυβέρνηση θα εμφανίζεται ως ο μοναδικός εγγυητής της σταθερότητας και υπευθυνότητας απέναντι σε μια «ανώριμη» και ανέτοιμη να κυβερνήσει, αντιπολίτευση.
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος των εκλογών δεν κρίνεται από ρομαντικές διακηρύξεις περί θεσμικότητας και «εξάντλησης της τετραετίας», αλλά από τους ψυχρούς αριθμούς των δημοσκοπήσεων και τη διαχείριση του πολιτικού ρίσκου. Στην συγκεκριμένη, η νίκη δεν κρίνεται μόνο από το πόσο γρήγορα τρέχεις, αλλά από το αν θα καταφέρεις να αναγκάσεις τον αντίπαλο να εξαντληθεί πριν φτάσει στη γραμμή του τερματισμού.