Σοβαρότατα ζητήματα συνταγματικότητας, ασφάλειας δικαίου και προστασίας των δικαιωμάτων των οφειλετών εγείρει η διάταξη του άρθρου 23 στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο «Ενίσχυση εποπτείας των υπό διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις … και λοιπές διατάξεις», όπου εισάγεται ρύθμιση με το λεκτικό «Προσθήκη άρθρου 63Ε στον ν.5072/2023», σύμφωνα με την οποία η σύμβαση ρύθμισης αποτελεί εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με την περ. ζ) της παρ.2 του άρθρου 904 του Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄182) για το σύνολο των ανωτέρω απαιτήσεων».
Πρόκειται για μια εξαιρετικά προβληματική νομοθετική επιλογή, η οποία μεταβάλλει ουσιωδώς την ισορροπία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, παρέχοντας στις τράπεζες και στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων τη δυνατότητα επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει ιδιωτικής σύμβασης, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη έκδοση διαταγής πληρωμής και ο αντίστοιχος δικαστικός έλεγχος των εγγράφων που θεμελιώνουν την απαίτηση.
Το πρώτο και κρισιμότερο ζήτημα προκύπτει από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η προτεινόμενη ρύθμιση καταργεί, για τις συγκεκριμένες συμβάσεις, ένα σημαντικό στάδιο προηγούμενου δικαστικού ελέγχου, επιτρέποντας την ενεργοποίηση του μηχανισμού αναγκαστικής εκτέλεσης χωρίς προηγούμενη δικαστική διαπίστωση των προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής. Η δυνατότητα μεταγενέστερης άσκησης ανακοπής κατά της εκτέλεσης δεν αναιρεί τον προβληματισμό ως προς την αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης προστασίας, ιδίως όταν ο οφειλέτης καλείται να αμυνθεί ενώ βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης.
Περαιτέρω, ανακύπτει ζήτημα συμβατότητας με την αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Η προνομιακή μεταχείριση συγκεκριμένης κατηγορίας πιστωτών, μέσω της απαλλαγής τους από διαδικαστικές επιβαρύνσεις και προϋποθέσεις που ισχύουν για άλλους δανειστές, απαιτεί ειδική και αντικειμενική δικαιολόγηση. Διαφορετικά, δημιουργείται κίνδυνος αδικαιολόγητης διαφοροποίησης υπέρ οικονομικά ισχυρών φορέων και εις βάρος των οφειλετών.
Εξίσου ουσιώδες είναι το ζήτημα της ασφάλειας δικαίου και της αρχής της αναλογικότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης προϋποθέτει σαφή προσδιορισμό της απαίτησης και αξιόπιστο τρόπο διαπίστωσης του πραγματικού ύψους της. Όταν δεν προβλέπονται επαρκείς εγγυήσεις για τον υπολογισμό του ανεξόφλητου υπολοίπου, τον συνυπολογισμό των καταβολών και τον έλεγχο τυχόν αμφισβητούμενων χρεώσεων, δημιουργείται σοβαρός κίνδυνος αυθαίρετης επιβάρυνσης του οφειλέτη.
Δεν μπορεί, άλλωστε, να παραγνωρίζεται ότι στις συμβάσεις ρύθμισης οφειλών υφίσταται συχνά έντονη διαπραγματευτική ανισότητα μεταξύ των συμβαλλομένων. Η τυπική συμβατική συναίνεση δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει την ουσιαστική προστασία του ασθενέστερου μέρους.
Ασφαλώς, η αποτελεσματική είσπραξη απαιτήσεων και η επιτάχυνση των διαδικασιών αποτελούν θεμιτούς νομοθετικούς σκοπούς. Δεν μπορούν, όμως, να δικαιολογούν οποιονδήποτε περιορισμό των δικονομικών εγγυήσεων ούτε να οδηγούν σε δυσανάλογη αποδυνάμωση της προστασίας της περιουσίας των πολιτών, την οποία κατοχυρώνουν το άρθρο 17 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Το κράτος δικαίου δεν επιτρέπει η ταχύτητα ικανοποίησης των οικονομικών απαιτήσεων να υπερισχύει άνευ ετέρου της ανάγκης ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου.
Η έντονη αντίδραση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και το αίτημα άμεσης απόσυρσης της διάταξης είναι, συνεπώς, απολύτως δικαιολογημένα.
Η νομοθετική εξουσία οφείλει να διασφαλίζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων πιστωτών και οφειλετών και όχι να θεσπίζει διαδικαστικά προνόμια που ενδέχεται να αποδυναμώνουν τις συνταγματικές εγγυήσεις δικαστικής προστασίας.
Η προστασία του οφειλέτη από την αυθαίρετη αναγκαστική εκτέλεση δεν αποτελεί νομοθετική παραχώρηση. Αποτελεί θεμελιώδη απαίτηση του κράτους δικαίου.