Κάθε εργασία, ακόμη και η πιο απλή, όταν θέλουμε να γίνει σωστά, την αναθέτουμε σε επαγγελματίες. Δεν εμπιστευόμαστε έναν ερασιτέχνη να τοποθετήσει ένα κλιματιστικό, ή να επισκευάσει το αυτοκίνητό μας . Γιατί λοιπόν να μην ισχύει το ίδιο και στην πολιτική, δηλαδή στον τομέα που επηρεάζει περισσότερο από κάθε άλλον την καθημερινότητα, τις ευκαιρίες και το μέλλον μας;
Η απάντηση είναι λιγότερο προφανής απ’ όσο φαίνεται.
Μεταξύ έμπειρων πολιτικών κυκλοφορούν εδώ και δεκαετίες δύο κυνικές διαπιστώσεις. Η πρώτη λέει ότι ο βουλευτής έχει ένα μόνο καθήκον και αυτό είναι απέναντι στον εαυτό του: να επανεκλεγεί. Η δεύτερη ότι απέναντι στους ψηφοφόρους χρειάζεται να πετυχαίνει κυρίως ένα πράγμα: να δείχνει ότι νοιάζεται.
Πρόκειται ασφαλώς για υπερβολές. Κάθε γενίκευση αδικεί ανθρώπους που εργάζονται με συνέπεια και αίσθημα ευθύνης. Ωστόσο, όπως συμβαίνει με πολλά πολιτικά στερεότυπα, οι συγκεκριμένες φράσεις επιβιώνουν επειδή περιέχουν έναν πυρήνα αλήθειας που οι πολίτες αναγνωρίζουν.
Οι επαγγελματίες πολιτικοί διαθέτουν πείρα. Γνωρίζουν τους θεσμούς, τους συσχετισμούς δυνάμεων, τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Έχουν μάθει να επικοινωνούν αποτελεσματικά, να διαχειρίζονται κρίσεις, να διαβάζουν τις πολιτικές ισορροπίες, να αποφεύγουν κακοτοπιές και να επιβιώνουν. Έχουν επιφανειακή γνώση κάποιων θεμάτων, τόση ώστε να μπορούν να πείσουν ότι ασχολούνται σοβαρά με τα προβλήματα των πολιτών χωρίς, κατά κανόνα, να εκτίθενται. Είναι άνθρωποι που, πάνω από όλα, γνωρίζουν πώς λειτουργεί το πολιτικό σύστημα.
Το ερώτημα όμως είναι: προς ποια κατεύθυνση χρησιμοποιούν αυτή τη γνώση;
Η δυσπιστία των πολιτών δεν γεννιέται επειδή οι πολιτικοί είναι επαγγελματίες. Γεννιέται όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι το κύριο αντικείμενο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας δεν είναι η επίλυση προβλημάτων αλλά η διατήρηση της θέσης τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι μετακινήσεις βουλευτών από κόμμα σε κόμμα αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν πρόκειται φυσικά για νέο φαινόμενο. Η πολιτική ιστορία είναι γεμάτη από μεταγραφές, αποχωρήσεις, ανεξαρτητοποιήσεις και επανεντάξεις. Τα τελευταία χρόνια όμως το φαινόμενο φαίνεται να έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα.
Όταν τα πράγματα δυσκολέψουν, βουλευτές που εξελέγησαν με συγκεκριμένες πολιτικές σημαίες εμφανίζονται για λίγους μήνες ως δήθεν ανεξάρτητοι – το απαραίτητο στάδιο πριν τη μεταπήδησή τους στο επόμενο κόμμα. Πολιτικοί που κατακεραύνωναν έναν πολιτικό χώρο καταλήγουν να τον υπηρετούν. Άλλοι, νυν και τέως, εγκαταλείπουν κόμματα στα οποία πέρασαν ολόκληρη την πολιτική τους διαδρομή όταν διαπιστώνουν ότι οι εκλογικές τους προοπτικές περιορίζονται.
Δεν είναι όλες αυτές οι περιπτώσεις ίδιες. Υπάρχουν μετακινήσεις που υπαγορεύονται από πραγματικές ιδεολογικές διαφωνίες ή από ζητήματα πολιτικής συνείδησης. Όταν όμως το φαινόμενο γίνεται μαζικό, οι πολίτες δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι όλοι κινούνται από υψηλά κίνητρα.
Έτσι ενισχύεται η αίσθηση ότι για πολλούς το βασικό ζητούμενο δεν είναι η υπεράσπιση αρχών αλλά η πολιτική επιβίωση. Και όταν αυτή η αίσθηση παγιώνεται, η εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα διαβρώνεται.
Απέναντι στους επαγγελματίες πολιτικούς εμφανίζεται συχνά ως αντίβαρο η φιγούρα του «αντισυστημικού» ή του πολιτικού ερασιτέχνη. Του αγνού ανθρώπου που δεν έχει περάσει από κομματικούς μηχανισμούς, δεν γνωρίζει τις τεχνικές της πολιτικής επικοινωνίας και προβάλλει ως αυθεντικός επειδή ακριβώς δεν είναι μέρος του συστήματος.
Η γοητεία αυτής της επιλογής είναι κατανοητή. Πολλοί πολίτες θεωρούν ότι ένας άνθρωπος χωρίς πολιτική προϋπηρεσία θα είναι πιο έντιμος, πιο κοντά στην κοινωνία και λιγότερο εγκλωβισμένος σε μικροπολιτικούς υπολογισμούς και συμφέροντα.
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του νομίσματος.
Η καλή πρόθεση δεν αρκεί για να διοικήσεις μια Χώρα. Η διακυβέρνηση απαιτεί γνώσεις, διοικητική επάρκεια, κατανόηση σύνθετων ζητημάτων, διαπραγματευτική ικανότητα και πολιτική σκέψη. Η πολιτική δεν είναι μόνο ηθική στάση, είναι και τεχνική επάρκεια.
Έτσι καταλήγουμε συχνά σε ένα παράδοξο που πολλοί πολίτες αισθάνονται αλλά δυσκολεύονται να εκφράσουν. Από τη μία υπάρχουν επαγγελματίες πολιτικοί που γνωρίζουν το σύστημα αλλά συχνά δίνουν την εντύπωση ότι ενδιαφέρονται πρωτίστως για την αναπαραγωγή του. Από την άλλη υπάρχουν άνθρωποι με ειλικρινή διάθεση προσφοράς που όμως στερούνται της εμπειρίας και των δεξιοτήτων που απαιτεί η άσκηση εξουσίας.
Με απλά λόγια, αυτοί που μπορούν δεν φαίνεται πάντα να νοιάζονται και αυτοί που νοιάζονται δεν φαίνεται πάντα να μπορούν.
Το πραγματικό πρόβλημα της δημοκρατίας μας δεν είναι ότι διαθέτουμε πολλούς επαγγελματίες πολιτικούς. Είναι ότι έχουμε μάθει να θεωρούμε φυσιολογικό τον διαχωρισμό ανάμεσα στην ικανότητα και την ακεραιότητα. Σαν να πρόκειται για δύο ιδιότητες που δεν μπορούν να συνυπάρξουν στο ίδιο πρόσωπο.
Όμως, η κοινωνία δεν χρειάζεται ούτε επαγγελματίες της πολιτικής που αντιμετωπίζουν την εξουσία ως επάγγελμα ζωής, ούτε ερασιτέχνες που ανακαλύπτουν την πραγματικότητα αφού εκλεγούν. Χρειάζεται ανθρώπους που συνδυάζουν γνώση με ακεραιότητα, εμπειρία με ανεξαρτησία, αποτελεσματικότητα με αίσθημα ευθύνης.
Η δημοκρατία δεν θα βελτιωθεί όταν αντικαταστήσουμε τους επαγγελματίες πολιτικούς με ερασιτέχνες. Θα βελτιωθεί όταν απαιτήσουμε από όσους ζητούν την ψήφο μας να αποδεικνύουν ότι διαθέτουν και επάρκεια και ακεραιότητα.
Μέχρι τότε, πολλοί πολίτες θα συνεχίσουν να αισθάνονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε δύο εξίσου προβληματικές επιλογές: σε εκείνους που ξέρουν πώς παίζεται το παιχνίδι, όμως λειτουργούν για το δικό τους, ατομικό συμφέρον και σε μαθητευόμενους μάγους που μόλις τώρα μαθαίνουν τους κανόνες του. Δυστυχώς, για τον απλό πολίτη και οι δύο δρόμοι είναι αδιέξοδοι.