Fake news ή fake democracy; Το ερώτημα που αφήνει πίσω της η απόφαση Τραμπ
Υπάρχει κάτι βαθύτερο που εξυφαίνεται από άλλο ένα επεισόδιο στη σειρά σύγκρουσης του Ντόναλντ Τράμπ με τα μέσα ενημέρωσης. Πίσω από την απόφαση του Αμερικανού προέδρου να απαγορεύσει την πρόσβαση δημοσιογράφων του CNN, του MS NOW και του Politico στον Λευκό Οίκο αχνοφαίνεται ένα σκοτεινότερο και επικίνδυνο, συνάμα, μήνυμα.
Είναι το νέο πρόσωπο μιας δημοκρατίας στην οποία η ηγεσία δεν περιορίζεται πλέον στο να αμφισβητεί απλά την είδηση αυτή καθαυτή. Διεκδικεί το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος δημοσιογράφος δικαιούται να βρίσκεται απέναντί της.
Στις 18 Σεπτεμβρίου τ.έ., ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι τα τρία μέσα δεν θα έχουν πλέον πρόσβαση στον Λευκό Οίκο, κατηγορώντας τα για fake news και υποστηρίζοντας ότι δημοσιεύουν φαντασίες και ψέματα για τον ίδιο και την κυβέρνησή του. Την επoμένη, η απόφαση εφαρμόστηκε στην πράξη. Δημοσιογράφοι των τριών οργανισμών προσήλθαν στον Λευκό Οίκο και τα διαπιστευτήριά τους είχαν ανακληθεί. Τα πρακτορεία έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο δικαστικής προσφυγής, επικαλούμενα την προστασία της ελευθερίας του Τύπου, δυνάμει της 1ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος.
Το περιστατικό είναι μεγάλης κλίμακας και αναντίρρητο. Το ερώτημα που θέτει, όμως, είναι πολύ μεγαλύτερο ακόμα και από αυτό. Τι συμβαίνει όταν ο χαρακτηρισμός των ειδήσεων ως fake news αποτελεί το κριτήριο πρόσβασης στην εξουσία και πρόφαση άρνησης της συμμεροχής στη διαδικασία της πραγματικής off script λογοδοσίας;
Ασφαλώς και κανένας δημοσιογραφικός όμιλος δεν είναι αλάνθαστος. Τουναντίον δεν είναι σκοπός του γράφοντα να παρουσιάσει κάτι τόσο εξιδανικευμένο. Οι δημοσιογράφοι κάνουν λάθη, οι εφημερίδες ανασκευάζουν δημοσιεύματα, τα τηλεοπτικά δίκτυα μπορεί να παρουσιάσουν ελλιπή ή λαθεμένη πληροφόρηση. Η αξιοπιστία κάθε μέσου πρέπει να κρίνεται από το περιεχόμενο της δουλειάς που παράγει, από τα ποιοτικά στοιχεία που παρουσιάζει και από τη δυνατότητά του να ελέγχεται δημόσια με πλήρη διαφάνεια.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην κριτική της δημοσιογραφίας και στην τιμωρία της.
Μια κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να θεωρεί ότι ένα δημοσίευμα είναι ανακριβές. Μπορεί να απαντήσει, να διαψεύσει, να προσκομίσει στοιχεία ή μελέτες, να ζητήσει διόρθωση, ακόμη και να προσφύγει στη δικαιοσύνη όταν θεωρεί ότι παραβιάζεται το θεμελιώδες δικαίωμα του πολίτου για αντικειμενική κάλυψη των γεγονότων.
Το θεσμικά απρεπές είναι να ισχυριστεί πως επειδή θεωρεί ότι το τάδε μέσο δημοσιεύει fake news, δεν θα του επιτρέψει πλέον να βρίσκεται στην κάλυψη συντακτών.
Εκεί αλλάζει η φύση της σχέσης. Γιατί τότε το κράτος δεν αντιπαρατίθεται απλώς με μια δημοσιογραφική άποψη ή με τον τρόπο που αυτή παρουσιάστηκε. Δημιουργεί έναν μηχανισμό, μέσω του οποίου μπορεί να επηρεάσει ποιος έχει πρόσβαση στην πηγή της πρωτογενούς πληροφορίας. Και αυτό είναι πολύ πιο σοβαρό από μια ακόμη διαμάχη του Trump με τον Τύπο.
Η δημοσιογραφία δεν είναι ο μοναδικός θεσμός που ελέγχει την εξουσία. Είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων οι πολίτες ενημερώνονται για το τι κάνει η κυβέρνηση, τι αποφασίζει και τι απαντά όταν κρίνεται. Γι’ αυτό η πρόσβαση των δημοσιογράφων στην εκτελεστική εξουσία δεν είναι απλώς ένα κλαδικό προνόμιο. Είναι μέρος της αρχιτεκτονικής, όπως έχουμε δομήσει στο δυτικό πολιτισμό, της κυβερνητικής λογοδοσίας.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον αν δούμε τι έχει προηγηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2025, η κυβέρνηση Τραμπ επέδειξε και τότε «δημοκρατικά αντανακλαστικά» όταν απέκλεισε το Associated Press από το press pool, μετά την απόφαση του πρακτορείου να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την (διεθνώς αναγνωρισμένη) ονομασία «Gulf of Mexico», αντί της ονομασίας «Gulf of America» που είχε υιοθετήσει η κυβέρνηση του, με προεδρικό διάταγμα. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος είχε αναλάβει τον καθορισμό των δημοσιογράφων που συμμετέχουν στο presidential press pool, αντί της προηγούμενης κατάστασης που στηριζόταν σε επιλογή και εναλλαγή των διαπιστευμένων από την ανεξάρτητη Ένωση Ανταποκριτών του Λευκού Οίκου (WHCA).
Το ερώτημα που αναδύεται από τη προβληματική αυτή πλέον σχέση εξάρτησης, είναι απλό. Μπορεί η εκτελεστική εξουσία να επιλέγει τους ανθρώπους που θα την ελέγχουν;
Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε δημιουργείται το εξής παράδοξο μα και γκρίζο συνάμα: Η κυβέρνηση αποκτά τη δύναμη να ελέγχει όχι μόνο το μήνυμα που εκπέμπει, αλλά και το ποιος θα έχει πρόσβαση για να το αμφισβητήσει.
Και τότε η έννοια των fake news αποκτά μια νέα, πολύ πιο επικίνδυνη διάσταση. Δεν είναι πλέον απλώς μια κατηγορία που αφορά τη εγκυρότητα του περιεχομένου. Μπορεί να γίνει κριτήριο συμμετοχής στη διαδικασία απόκτησης της πρωτόλειας πληροφορίας. Και σε αυτό η δημοκρατία μας πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική.
Γιατί είναι εξαιρετικά δύσκολο η δημόσια λογοδοσία να λειτουργήσει αποτελεσματικά αποκλειστικά με τους φιλικά προσκείμενα συντάκτες. Η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να απαντά στον Τύπο και αυτός να αμφισβητεί τα κυβερνητικά πεπραγμένα. Η ατέρμονη αυτή θεσμική αντιπαράθεση δεν είναι δυσλειτουργία της δημοκρατίας. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της λειτουργίας της.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το CNN, το Politico ή το MS NOW λειτουργούν άρτια και παρέχουν ποιοτική ενημέρωση. Ούτε αν ο Τραμπ δικαιούται να ασκεί κριτική στο πως παρουσιάζουν τα μέσα ενημέρωσης, τα υπ’αυτού λεχθένα ή καμωμένα. Φυσικά και δικαιούται. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος πρέπει να έχει την αξιολογική κρίση, και υπό ποίους όρους, για το ποιος δικαιούται να βρίσκεται απέναντι από την εκάστοτε εξουσία και να θέτει προβληματισμούς.
Αυτό δεν είναι ένα ερώτημα που αφορά μόνο την Ουάσιγκτον. Αφορά κάθε δημοκρατία. Και αφορά ιδιαίτερα την Ευρώπη, όπου δεν μπορεί να αρκεστεί, ξανά, σε ρόλο παρατηρητή. Η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο από το πόσο ισχυρές είναι οι θεσμικές εγγυήσεις επί χάρτου αλλά και από το αν υπάρχουν εμπράγματες δικλείδες ασφαλείας απέναντι σε έκαστη απόπειρα πολιτικού ελέγχου της ενημέρωσης και της δημόσιας πληροφόρησης.
Ίσως, λοιπόν, αυτό που χρειάζονται οι δημοκρατίες μας είναι κάτι πολύ πιο μετρήσιμο από μια ακόμη διακήρυξη για την ελευθερία του Τύπου από έναν ανεξάρτητο οργανισμό. Χρειάζεται να καθοριστούν σαφείς και διαφανείς κανόνες πρόσβασης των δημοσιογράφων στην εκτελεστική εξουσία, αντικειμενικά κριτήρια και ανεξάρτητοι μηχανισμοί προσφυγής όταν αυτοί οι κανόνες παραβιάζονται.
Γιατί η ελευθερία του Τύπου δεν δοκιμάζεται μόνο όταν απαγορεύεται η έκδοση μιας φυλλάδας. Δοκιμάζεται και όταν η πολιτική ηγεσία αποφασίζει ποιος δημοσιογράφος θα έχει το δικαίωμα άσκησης του λειτουργήματος του.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική μετάβαση από τα fake news στη fake democracy. Όχι όταν η εξουσία ισχυρίζεται ότι μια είδηση είναι ψευδής, αλλάζοντας κατ΄ουσίαν την έννοια του παραγόμενου μηνύματος, αλλά όταν αποκτά τη δύναμη να αποφασίζει, κατά κρίση, ποιος έχει δικαίωμα να της ασκεί την κριτική που δεν θέλει να δεχθεί.