Υπάρχουν πληγές που ο χρόνος δεν τις γιατρεύει. Τις σκεπάζει μακροχρόνια, θα έλεγε κανείς, με μια απόλυτη σιωπή. Για περισσότερα από 50 χρόνια, εκατοντάδες γυναίκες στην Κύπρο κουβαλούσαν έναν σιωπηρό σταυρό. Για πολλές από αυτές, ο σταυρός ήταν ίσως ένα επτασφράγιστο μυστικό, που κουβάλησαν ή θα κουβαλήσουν μέχρι τον θάνατό τους. Ήταν και είναι οι κοπέλες, οι μανάδες, οι γιαγιάδες, ακόμα και άντρες και αγόρια, που το μαύρο καλοκαίρι του 1974 είδαν την αξιοπρέπειά τους να ποδοπατείται, με τη βία, με το όπλο στον κρόταφο, διά της απειλής, μέσα στα χωριά τους, στα σπίτια τους, πέφτοντας θύματα σεξουαλικής βίας από τους Τούρκους στρατιώτες που εισέβαλαν εκείνη τη μαύρη μέρα στο νησί μας.
Πρόσφατα, αυτό το τείχος της σιωπής επιτέλους έσπασε. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με μια ιστορική ψηφοφορία και με εισηγήτρια την ευρωβουλευτή Ελεονώρα Μελέτη, υιοθέτησε ένα ψήφισμα-σταθμό. Για πρώτη φορά, οι γυναίκες της Κύπρου αναγνωρίζονται επισήμως από την Ευρώπη ως θύματα εγκλημάτων πολέμου.
Αυτό το ψήφισμα δεν είναι μια απλή πολιτική διακήρυξη. Είναι μια κραυγή για δικαιοσύνη. Η Τουρκία οφείλει, έστω και μισό αιώνα μετά, να απολογηθεί. Έχει την ηθική και νομική υποχρέωση να ζητήσει μια ειλικρινή, επίσημη συγγνώμη από τις επιζήσασες και τις οικογένειές τους. Όχι πως θα το τολμήσει, όπως δεν τόλμησε και για άλλες χώρες να παραδεχτεί το οτιδήποτε…
Με το συγκεκριμένο ψήφισμα, αναγνωρίζεται ότι ο πόνος των θυμάτων ήταν και είναι υπαρκτός. Και τα εγκλήματα πολέμου, όπως θύμισε η Ευρωβουλή στην Τουρκία, δεν παραγράφονται ποτέ.
Συχνά, στην προσπάθεια εξίσωσης των ευθυνών, ακούγεται το επιχείρημα ότι «έγιναν κακές πράξεις και από τις δύο πλευρές». Είναι αλήθεια και, ναι, είναι ιστορικά καταγεγραμμένο. Κατά τις διακοινοτικές ταραχές του ’63-’64 και κατά το 1974, διαπράχθηκαν αποτρόπαια εγκλήματα. Οι συνέπειες, επίσης, της βίας εκείνο το καλοκαίρι του ’74 λειτούργησαν σαν μια εφιαλτική, αλυσιδωτή αντίδραση.
Από την πρώτη κιόλας ημέρα, στην πρώτη φάση της εισβολής, καθώς επίσης και στη δεύτερη φάση της εισβολής, ο τουρκικός στρατός άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, προβαίνοντας σε μαζικούς βιασμούς Ελληνοκυπρίων γυναικών σε ορισμένα χωριά, όπως Βώνη, Μαραθόβουνο, Βιτσάδα, Γύψου, Κυθρέα.
Αυτή η πρωτόγονη βία πυροδότησε τυφλά, παραστρατιωτικά αντίποινα εβδομάδες αργότερα. Στις 14 Αυγούστου 1974, με την έναρξη του «Αττίλα ΙΙ», ένοπλοι της ΕΟΚΑ Β’ ξέσπασαν στα τουρκοκυπριακά χωριά Αλόα, Μαράθα και Σανταλάρη.
Από τη μία πλευρά, είχαμε τη δράση παράνομων παραστρατιωτικών ομάδων. Εγκλήματα μίσους και αντεκδίκησης, που έγιναν στο περιθώριο και δεν αποτελούσαν επίσημη γραμμή κανενός κράτους.
Από την άλλη πλευρά, χιλιάδες Ελληνοκύπριοι βρέθηκαν αντιμέτωποι και, κυρίως, ανυπεράσπιστοι με έναν οργανωμένο τουρκικό στρατό.
Παρόλο που ο πόνος είναι ο ίδιος, ανεξαρτήτως εθνικότητας, εντούτοις υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στο μεμονωμένο, αποτρόπαιο έγκλημα ενός ή ορισμένων παραστρατιωτικών και στο να μετατρέπονται ολόκληρα χωριά σε μόνιμα στρατόπεδα συγκέντρωσης και κράτησης αμάχων από έναν επίσημο στρατό με χιλιάδες στρατιώτες.
Από τον Αύγουστο, σύμφωνα με πηγές, μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 1974, στη Βώνη, στη Γύψου, στον Μαραθόβουνο, στη Βιτσάδα και στην Κυθρέα, οι Τούρκοι εισβολείς εγκλώβισαν μαζικά τον πληθυσμό σε σχολεία και εκκλησίες. Εκεί, στρατιώτες και αξιωματικοί εισέβαλλαν καθημερινά, επιλέγοντας κορίτσια και γυναίκες κάθε ηλικίας για συστηματικούς και ομαδικούς βιασμούς. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε στην πορεία των στρατευμάτων στα χωριά, με απώτερο σκοπό να εκδιώξουν τον κόσμο από τα χωριά τους.
Η σκληρή γλώσσα των αριθμών αποτυπώνει, δυστυχώς, το μέγεθος της ασύμμετρης αυτής τραγωδίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Αν αθροίσουμε τα θύματα σεξουαλικής βίας και από τις δύο περιόδους των συγκρούσεων —δηλαδή το ’63 και το ’74—, η αναλογία διαμορφώνεται περίπου σε 9 προς 1. Για κάθε μία Τουρκοκύπρια που έπεσε θύμα κακοποίησης, αντιστοιχούν κατά μέσο όρο εννέα Ελληνοκύπριες γυναίκες. Οι επίσημες εκτιμήσεις που κατατέθηκαν στην Ευρωβουλή ανεβάζουν τον αριθμό των Ελληνοκυπρίων θυμάτων μεταξύ 700 και 1.500 γυναικών και κοριτσιών, την ίδια ώρα που οι αντίστοιχες καταγραφές για την τουρκοκυπριακή κοινότητα αφορούν μερικές δεκάδες περιπτώσεις.
Για του λόγου το αληθές, η πιο τρανή, αλλά αδιάψευστη, απόδειξη αυτής της μαζικότητας βρίσκεται στα ιατρικά αρχεία εκείνων των ημερών. Το φθινόπωρο του 1974, η Εκκλησία της Κύπρου, αναγνωρίζοντας το μέγεθος της τραγωδίας, έλαβε μια ιστορική και πρωτοφανή απόφαση: έδωσε κατ’ εξαίρεση άδεια για τη διενέργεια εκατοντάδων αμβλώσεων σε Ελληνοκύπριες γυναίκες και νεαρά κορίτσια που είχαν μείνει έγκυες από τους ομαδικούς βιασμούς των εισβολέων. Ένα γεγονός που μαρτυρά από μόνο του το βιβλικό μέγεθος του εγκλήματος.
Η σεξουαλική βία χρησιμοποιήθηκε συνειδητά ως εργαλείο πολέμου, σχεδιασμένο να σπείρει τον τρόμο, να ταπεινώσει το ηθικό ενός ολόκληρου λαού και να αναγκάσει τις οικογένειες να εγκαταλείψουν τη γη τους για να σωθούν. Αυτό ονομάζεται έγκλημα πολέμου.
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δικαιώνει, έστω και μετά από πενήντα χρόνια, τον αγώνα των γυναικών αυτών, που για χρόνια προτιμούσαν να «πεθάνουν» μέσα στη σιωπή τους, για να γλιτώσουν το κοινωνικό στίγμα.
Χρέος μας ως κράτος να αγκαλιάσουμε, να στηρίξουμε τα θύματα και να μην ξεχάσουμε ποτέ το μαρτύριό τους.
Ηρωίδες, λοιπόν, όσες γυναίκες βρήκαν το θάρρος και μίλησαν στους ευρωβουλευτές.
Ηρωίδες, επίσης, όσες δεν μίλησαν, κουβαλώντας τον δικό τους σταυρό όλα αυτά τα χρόνια μόνες.
Ηρωίδες όσες εγκαταλείφθηκαν χωρίς καν να φταίνε.
Ηρωίδες όσες πέθαναν επί τόπου εκείνη τη μαύρη ώρα.
Σε αυτήν την καημένη, πονεμένη και όμορφη πατρίδα, η ειρήνη και η συμφιλίωση δεν μπορούν ποτέ να χτιστούν πάνω σε πρόχειρα θαμμένα μυστικά και σε άρνηση της πραγματικότητας. Η Τουρκία πρέπει να απολογηθεί. Όχι για να αλλάξει το χθες, αλλά για να δείξει ότι σέβεται την ανθρώπινη ζωή στο αύριο.
Σημείωση: Τα στοιχεία και οι πληροφορίες για το συγκεκριμένο άρθρο αντλήθηκαν από τις πρόσφατες επίσημες εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το ψήφισμα της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών (FEMM), με εισηγήτρια την Ελ. Μελέτη, καθώς και από τα ιστορικά αρχεία και τις καταθέσεις θυμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πηγές / Αναφορές:
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2026): Ψήφισμα της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (FEMM) σχετικά με τη σεξουαλική βία κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στην Κύπρο. Εισηγήτρια: Ελεονώρα Μελέτη.
Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων – ΚΥΠΕ (2026): Επίσημες δηλώσεις και πορίσματα της αποστολής της Επιτροπής FEMM στην Κύπρο για τα θύματα του 1974.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (1976): Έκθεση για την προσφυγή της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά της Τουρκίας (υποθέσεις συστηματικών βιασμών από τον τακτικό στρατό εισβολής).
Εθνικός Μηχανισμός για τα Δικαιώματα της Γυναίκας & Παρατηρητήριο Βίας (Κυπριακή Δημοκρατία): Αρχείο επίσημων καταθέσεων εγκλωβισμένων γυναικών και μαρτυριών για τα στρατόπεδα κράτησης αμάχων (Βώνη, Γύψου, Μαραθόβουνος, Βιτσάδα, Κυθρέα).
Διεθνής Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΕΣ – 1974): Ιατρικά δελτία και εκθέσεις φροντίδας αποδεσμευθέντων αμάχων και εγκλωβισμένων γυναικών.
Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών (UNFICYP – 1974): Ιστορικά στοιχεία και καταγραφές για τις σφαγές και τις βιαιότητες αμάχων στα χωριά Μαράθα, Σανταλάρη και Αλόα.
Ίδρυμα «ZOE vs War Violence» (2025-2026): Στοιχεία και μελέτες για τη σεξουαλική βία ως όπλο πολέμου στην Κύπρο και το ιστορικό ανέγερσης του Μνημείου στη Λευκωσία.