Δεν πρόκειται φυσικά για τα πασίγνωστα λογοτεχνικά έργα του Μ. Καραγάτση «Χίμαιρα» (1936) και «Μεγάλη Χίμαιρα» (1953), τα οποία έχουν αξιολογηθεί, η δε «Μεγάλη Χίμαιρα» έχει παιχτεί με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο και πρόσφατα, λόγω της τηλεοπτικής μεταφοράς της, έχουν ανάψει οι συζητήσεις και αντεγκλήσεις γύρω απ αυτήν και τον συγγραφέα της.
Με αφορμή όμως την τηλεοπτική απόδοση της «Μεγάλης Χίμαιρας» του Καραγάτση, έχει ενδιαφέρον να θυμηθούμε μία άλλη «Χίμαιρα» που δεν είχε την ίδια τύχη της ευρείας αποδοχής, όμως δημιούργησε στην εποχή της μεγάλο θόρυβο. Πρόκειται για το θεατρικό έργο που έγραψε το 1907 ένας νέος ποιητής, ο Αχιλλέας Νέης, με τις καλύτερες προθέσεις. Τις χίμαιρες όμως δεν πρέπει να τις υποτιμάς! τις κυνηγάς προσδοκώντας να τις πιάσεις αλλά πρέπει να υπολογίζεις ότι είναι σκληρές και απροσδόκητες, αλλιώς τί χίμαιρες θα ήταν;
Ποιος ήταν όμως ο Αχιλλέας Νέης;
Ο Νέης ήταν ένα νέος που ήρθε από την Μυτιλήνη στην Αθήνα στα τέλη του 19oυ αιώνα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κωνσταντινίδης, αλλά από τότε που έφτασε στην Αθήνα και άρχισε την συγγραφή ποιημάτων, χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Νέης, που το σκαρφίστηκε από το όνομα ενός ανατολίτικου μουσικού οργάνου, είδος φλάουτου, το Νέυ.
Υπήρξε ένας περίεργος τύπος, τουλάχιστον εμφανισιακά. Όλα επάνω του ήταν σε υπερθετικό βαθμό. Πολύ ψηλός, πολύ αδύνατος, με μαλλιά και γένια άφθονα και μακριά. Φορούσε μεγάλα γυαλιά, τεράστιο καπέλο και το χειμώνα πάντα μία μακριά κάπα ριγμένη στις πλάτες του.
O Nέης ήταν ο «ποιητής των Ατθίδων». Δηλαδή, έγραφε στίχους και μάλιστα σονέτα γεμάτα από παράφορο ενθουσιασμό και υπερβολικές εκφράσεις, που τ΄ αφιέρωνε στην ομορφιά γνωστών κυριών και δεσποινίδων της προπολεμικής Αθήνας. Τα ποιήματα αυτά τα δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά και τα τύπωνε σε λευκώματα που τα ονόμαζε «Ατθίδες». Τα λευκώματα είχαν μέσα εικόνες γνωστών ατθίδων και πλάι σκίτσα αφιερωμένα στην καθεμιά. Το αξιοπερίεργο είναι ότι ούτε τα ποιήματα ούτε οι εικόνες είχαν σημειωμένα τα ονόματα των γυναικών αυτών. «Ο Νέης υπήρξε ένα είδος…έμμετρου Πλουτάρχου των Ατθίδων, έγραψε ο Δημήτριος Λαμπίκης.
Κάποια στιγμή αποφάσισε να συγγράψει ένα θεατρικό έργο που το ονόμασε «Χίμαιρα». Η παράσταση ήταν μία τρίπρακτη συμβολική τριλογία, «εκτός τόπου και χρόνου», όπως ανέφερε και το πρόγραμμα, θέλοντας να δηλώσει ότι πρόκειται για ένα δράμα που δεν συμβαίνει σε συγκεκριμένο τόπο και σε ορισμένο χρονικό πλαίσιο. Οι προϋποθέσεις ήταν θετικές για την επιτυχία της παράστασης. Σκηνοθέτης ο Θωμάς Οικονόμου, ο πρώτος Έλληνας σκηνοθέτης που ήρθε το 1895 από την Γερμανία μετά από πρόσκληση του βασιλιά να διδάξει την δραματική τέχνη στο Βασιλικό Θέατρο. Η παράσταση πλαισιώθηκε με μουσική των Μπετόβεν και Γκλουκ και φαντασμαγορικό σκηνικό κατάλληλο για τις απαιτήσεις της γ΄ πράξης «Τα Ηλύσια των νεκρών». Οι πρόβες διήρκησαν πάνω από μήνα, γεγονός σπάνιο για παραστάσεις εκείνων των καιρών. Μάλιστα κάποιοι ηθοποιοί δαπάνησαν δικά τους χρήματα για εμπλουτισμό της θεατρικής γκαρνταρόμπας του ρόλου τους. Ο πρωταγωνιστής, Ευάγγελος Δελενάρδος, ως Ερωτόκριτος –‘Ερως, δαπάνησε 250 δρχ. για την αμφίεση του.
Η παράσταση δόθηκε τελικά στις 17 Σεπτεμβρίου 1907 στο θέατρο «Αθήναιον» στην συμβολή των οδών Κυκλοβόρου (Μάρνη) και Πατησίων. Εκεί που βρισκόταν από το 1895 μέχρι το 2019 και σήμερα ερειπωμένο, περιμένει την τύχη του. Αλλά αυτή είναι άλλη κουβέντα, πικρή.
Να πώς μας περιγράφει ο Τσοκόπουλος την υπόθεση του ποιητικού αυτού δράματος.
«Ο Ποδογλύφτης» Έρωτας, ο Πειρασμός, ο Θάνατος, ο Χρόνος, το Χρήμα, όλες οι δυνάμεις οι εντός του ανθρώπου και υπεράνω του ανθρώπου, τα αισθήματα και τα στοιχεία καταδιώκοντα και ποθούντα και στριφογυρίζοντα γύρω από το Κάλλος, της Χείμαιρας – το αιώνιο της ανθρωπότητος ίνδαλμα. Εις τα Ηλύσια των νεκρών εμφανίζονται τρία φαντάσματα: της Ελένης, της Περσεφόνης, της Αρετούσας. Ποίησιν το έργον έχει πολλήν, αλλά μειώνουν το ποιητικόν αυτό περιβάλλον μερικαί φράσεις χυδαίαι. Αι τρεις πράξεις είνε πολλαί διά την υπόθεσιν· μία ίσως θα ήρκει. Διάλογοι τινές υπενθυμίζουν την φρασεολογίαν Σαίξπηρ»
Παρ όλη την προετοιμασία, η πρεμιέρα υπήρξε επεισοδιακή και μαξιλαρώθηκε αγρίως.
Πώς εξελίχθηκαν τα επεισόδια
Στο μεταξύ της β΄ και γ΄ πράξης διάλειμμα ξεκίνησε το πρώτο μαξιλάρι, το οποίο αφού διέγραψε ένα κύκλο, προσγειώθηκε στα πόδια του «Έρωτος». Ο «Έρως» μπέρδεψε τα λόγια του, ενώ ο «Χάρος» έχασε εντελώς τα δικά του. Η «Χίμαιρα» ή «γλυκειά Γλυκέρα», την οποία υποκρινόταν η κυρία Θεοδώρου, που παρίστανε την νεκρή, από ένα μαξιλάρι που την βρήκε στο δόξα πατρί, παραδόξως … όχι μόνο «ανασταίνεται» αλλά τρέπεται σε άτακτη φυγή. Ο εκσφενδονισμός μαξιλαριών πύκνωσε και δεν έφτανε αυτό, έσβησαν και τα φώτα του θεάτρου, διότι ως γνωστόν, ενός κακού μυρία έπονται. Την πλήρωσαν βέβαια και οι καπελαδούρες των κυριών. Τα επεισόδια επεκτάθηκαν και στους διαδρόμους καθώς δεν ήταν όλοι οι θεατές υπέρ της «μαξιλαρώσεως» του έργου. Η αστυνομία επεμβαίνει και συλλαμβάνει τον πρώτο «μαξιλαρορίπτη» που άνοιξε μάλιστα και την μύτη ενός θεατή. Επικράτησε πανδαιμόνιο. Η παράσταση δεν ήταν δυνατόν να συνεχιστεί.
«Στην «Χίμαιρα» οι στίχοι ήταν πεζοί και η δράση χαλαρωτάτη. Οι διάλογοι ατέλειωτοι, τα επίθετα παράδοξα και η τραγικότης φαιδρά. Πρέπει να ομολογήσουμε όμως ότι υπήρχε ευγένεια εμπνεύσεως και η απόφαση του μαξιλαρώματος είναι πάντα κρίση ταπεινωτική», γράφει ο Τσοκόπουλος.
Κάποιοι θεωρούν ότι την πλήρωσε ο «αγαθότατος» Νέης, λόγω του ιδιαίτερου παρουσιαστικού του και όχι τόσο το έργο του. Πολλοί πήγαιναν τότε στο θέατρο προδιατεθειμένοι να μαξιλαρώσουν και να κάνουν χαβαλέ.
Γράφει ο «Διαβάτης» (Ι. Κονδυλάκης) στο Εμπρός: «Φαίνεται ότι στην Αθήνα δεν μπορεί να εννοηθεί θεατρική περίοδος χωρίς μαξιλάρωμα και οι συχνάζοντες στο θέατρο, Αθηναίοι μεταβαίνουν όχι σπάνια με την πρόθεση να μαξιλαρώσουν αδιαφόρως εάν το έργο θα είναι καλό. Και απόδειξη το παράδειγμα του κ. Νέη, γεγονός που σημαίνει ότι είναι επικίνδυνο στην Ελλάδα οι θεατρικοί συγγραφείς να έχουν πάρα πολύ υψηλό ανάστημα και πάρα πολλά μαλλιά. Το κοινό είχε έρθει για να μαξιλαρώσει».
Παρ όλο το μαξιλάρωμα της πρεμιέρας, το έργο παίχτηκε ακόμα τέσσερις φορές και μάλιστα μετά από παράκληση διαφόρων Αθηναίων οι οποίοι λόγω «διακοπών στην Κηφισιά» (sic), δεν είχαν την ευκαιρία να δουν την παράσταση και προφανώς, ο θόρυβος που ξέσπασε, κίνησε σε πολλούς το ενδιαφέρον. Στις επόμενες παραστάσεις πάντως το κοινό παρακολούθησε την παράσταση με προσοχή. Επίσης ανακοινώθηκε στον Τύπο ότι κάποιος ονόματι Νίτσας Κουρτζής, Γενικός Επιθεωρητής των υποκαταστημάτων της Τραπέζης Μυτιλήνης, «ομογενής», (η Λέσβος ήταν υπο Οθωμανική κυριαρχία ακόμα), προθυμοποιήθηκε να εκδώσει τον επόμενο χρόνο με δικά του έξοδα την Χίμαιρα. Το βιβλίο κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά, με το πραγματικό επώνυμο του ποιητή της, σε ιδιαίτερης αισθητικής έκδοση: Χίμαιρα. Φαντασμαγορία εκτός τόπου και χρόνου εις πράξεις τρεις υπό Α. Η. Κωνσταντινίδου.
Λίγα λόγια για το Μαξιλάρωμα
Στα τέλη του 19ου ανέτειλε μία νέα μορφή γιουχαϊσματος για να δείξουν οι θεατές την αποδοκιμασία τους για το έργο ή τους ηθοποιούς στις θεατρικές παραστάσεις, η οποία προέκυψε τυχαίως αλλά διήρκεσε περίπου σαράντα χρόνια. Το μαξιλάρωμα.
Οι θεατές σε εκείνα τα πρώτα θερινά θέατρα καθόντουσαν σε πάγκους από σανίδες και για να γίνεται υποφερτό το κάθισμα, πουλιόντουσαν μαξιλάρια, τα οποία, σημειωτέον, ήταν βρωμερά στην όψη και με «ψύλλους στ΄ άχυρα». Δεν έφτανε αυτό όμως. Από την χρήση ξηλώνονταν και φεύγαν και τ΄ άχυρα. Η τιμή των μαξιλαριών αρχικά ήταν έξτρα και η πώλησή τους γινόταν κατά την διάρκεια της παράστασης προς μία δεκάρα το ένα. Το φαινόμενο δηλαδή ο πωλητής φορτωμένος μαξιλάρια να περνά ανάμεσα στους θεατές και ο ένας να τον ρωτά φωναχτά «ε! ψιτ! λιμοκοντόρε, πόσο πάει το μαξιλάρι;» ή «θέλω ρέστα!!» και ο μαξιλαροπώλης να του απαντά με την ίδια στεντόρεια φωνή, ήταν σύνηθες.
Πότε και πώς ξεκίνησε το μαξιλάρωμα
Το 1882, στο θερινό θέατρο «Απόλλων», η Ιταλίδα καλλιτέχνης Εμμα Μαράτση, ελληνικής καταγωγής, θα έδινε μία πολλά υποσχόμενη παράσταση με ακροβατικές ασκήσεις. Τα ακροβατικά θα τα εκτελούσε πίσω από λευκό σεντόνι που κρεμόταν στη σκηνή, αλά Καραγιόζ μπερντέ, το οποίο φωτιζόταν από πίσω αμυδρώς. Όμως λόγω αέρα δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί η παράσταση παρά τις προσπάθειες των τεχνικών να επιλύσουν το πρόβλημα. Μετά από ώρα προσπαθειών οι θεατές άρχισαν να δυσανασχετούν και όταν ανακοινώθηκε ότι η παράσταση ακυρώνεται, κάποιος εξ αυτών ονόματι Χαριάτης, δικηγόρος, εκνευρισμένος πέταξε το μαξιλάρι του προς τη σκηνή. Αυτό ήταν! Αμέσως τον μιμήθηκαν και οι υπόλοιποι. Από τότε έγινε συνήθεια και διήρκησε για πολλά χρόνια η πρακτική αυτή γιουχαΐσματος. Το μαξιλάρωμα επεκτάθηκε και προς τα κεφάλια των συγγραφέων και φυσικά των θεατών μεταξύ τους. Αρκετές παραστάσεις ανέβηκαν έκτοτε και για πολλά χρόνια με την παρουσία της αστυνομίας, ακριβώς γιαυτό το λόγο. (Χριστίνα Φίλιππα, Πανάγος Μελισσιώτης, ο κουρέας θεατρικός συγγραφέας, η συναρπαστική ζωή και τα έργα του, εκδόσεις Ηδύφωνο, 2023).
«Ο φόρος του Δημοσίου και τα μαξιλάρια εις βάρος των θεατών» έγραφαν τα προγράμματα
Αργότερα η τιμή του μαξιλαριού ενσωματώθηκε στο εισιτήριο, για να μην γίνεται αυτό το πανδαιμόνιο εν ώρα παράστασης και η τιμή τους αυξήθηκε σε δέκα λεπτά. Για να καταργηθεί ούτε λόγος. Oπότε, ήθελε δεν ήθελε μαξιλάρι ο θεατής, ήταν υποχρεωμένος να το πληρώσει. Έκτοτε τα μαξιλάρια απέκτησαν μία καλύτερη ποιότητα αλλά το «μαξιλάρωμα» δεν αποφεύχθηκε.
Πρώτος ο Χρηστομάνος, του οποίου επίσης το έργο «ο Κοντορεβυθούλης» είχε μαξιλαρωθεί αγρίως τον Μάρτιο του 1909, κατασκεύασε κάτι κομψοτεχνήματα με το μονόγραμμα της «Νέας Σκηνής» και αντί να τα τοποθετήσει απλώς στα καθίσματα, τα έδεσε επάνω τους με κουμπί και κουμπότρυπα. Λίγο αργότερα η πρακτική αυτή εξελίχθηκε και τα μαξιλάρια ταπετσαρίστηκαν στο κάθισμα με αποτέλεσμα να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του και να έχουν πλέον την μορφή σωστών «φωτείγ» (πολυθρόνες θεάτρου). Σιγά σιγά ακολούθησαν και τα υπόλοιπα θέατρα. Μέχρι το 1916 τα μαξιλάρια είχαν καταργηθεί. Έτσι το μαξιλάρι πέρασε στην ιστορία και όπως γράφει ο Ξενόπουλος «στην ιστορία του….Ν. Λάσκαρη».