“Μεγάλη” Παρασκευή

Καμπάνες χτυπούν επίμονα

Advertisement
Advertisement

Σαν να θέλουν να αναδείξουνε τη γύμνια της ψυχής μας..

Στο μπαλκόνι μια αχτίδα, κυνηγάει τη σκιά μου επίμονα..

Νιώθει τη θλίψη της στιγμής, ή μήπως βλέπει μία κάποια λύση στις έντονες ανησυχίες μου;

Πόπολο που περπατά ήσυχα, μηχανικά πηγαίνοντας στον Επιτάφιο

Να δει περιφορά, Όχι επιταφίου αλλά ανθρώπων σκυμμένων..

Μήτε από κατάνυξη, μήτε από σέβας, αλλά από θλίψη ψυχής που δύσκολα ανασταίνεται..

Advertisement

Ακούγοντας “Adagio” πένθιμο πονάει το μέσα μου για λύτρωση..

Ψυχή που ανασηκώνεται την ώρα που σταυρώνεται..

Καμπάνες χτυπούν επίμονα..

Advertisement

Δημιουργούνε μέσα μου μια “συμφωνία” στην ασυμφωνία της ψυχής μας…” (Γιαννακόπουλος Γιώργος*, 8 Απριλίου 2026.)

Να και μία ευχάριστη έκπληξη. Έκπληξη ασυνήθιστη όχι μόνον για το περιεχόμενό της αλλά και για τον αντισυμβατικό της χαρακτήρα.

γνωρίζει δόξες με την ανταλλαγή ευχών που συνήθως συνοδεύεται          Τις μέρες αυτές (Μ. Εβδομάδα) η διαδικτυακή επικοινωνία από εικόνες ή ποιήματα γνωστών ποιητών ή και ρήσεις – αποφθέγματα  πνευματικών ανθρώπων.  

Advertisement

Είναι μία ευκαιρία να γνωρίσουμε ή να ξαναθυμηθούμε εκλεκτά έργα τόσο της ζωγραφικής όσο και της εκκλησιαστικής υμνογραφίας ή ακόμα και τον τρόπο με τον οποίο οι λογοτέχνες και οι πνευματικοί μας ταγοί ερμηνεύουν την πορεία του Θεανθρώπου προς το “Εκούσιον Πάθος”.

Η έκπληξη που προείπα ήταν διπλής αξίας γιατί ήρθε με την μορφή μιας ευχής από τον ανεψιό μου, που δεν τα πάει και τόσο καλά με την αποστολή ευχών (έχει κι αυτό την ιδιαιτερότητά του), αλλά και γιατί ξεστράτισε από την πεπατημένη των ημερών, αφού αντί για εικόνες ή ποιήματα και ρήσεις γνωστών λογοτεχνών μού κοινοποίησε ένα δικό του ποίημα που δεν το λες και συνηθισμένο τόσο ως προς τη θεματολογία του όσο και  ως προς την τεχνική του.

Να είπα μέσα μου, ξαφνιασμένος αλλά και  ενθουσιασμένος ταυτόχρονα, που η νέα γενιά με θυμάται και μου εύχεται τα δέονται με αφορμή τις άγιες αυτές μέρες. Περισσότερο, όμως, χάρηκα (αφού ξεπέρασα το αρχικό ξάφνιασμα)  επειδή η νέα γενιά γνωρίζει και τολμάει να βρει διαφορετικούς και δημιουργικούς τρόπους  να επικοινωνήσει με τα οικεία πρόσωπα.

Advertisement

Είναι σημαντικό ο καθένας μας πέρα από το τυπικό της παράδοσης και της πίστης μας τα μηνύματα του Θείου Πάθους να τα εσωτερικεύει και να τα εκφράζει   με το δικό του τρόπο. Γιατί αξία δεν έχει να μιμούμαστε άγονα και να επαναλαμβάνουμε επιδερμικά χωρίς εσωτερικό συγκλονισμό τα παραδοσιακά εορταστικά ειωθότα, αλλά να στοχαζόμαστε πάνω σε όσα διαβάζουμε ή βλέπουμε ως εικόνες σχετικά με την πορεία του Χριστού από το «Ωσαννά»  στο «Σταύρωσον αυτόν» και φυσικά έως στο «Ουκ έστιν ώδε» (ανάσταση).

Advertisement

Ίσως, όμως, το πιο σημαντικό είναι στα Πάθη του Χριστού να βρίσκουμε και ένα κομμάτι από τα δικά μας πάθη και τον τρόπο με τον οποίο τα διαχειριζόμαστε.

Θα έλεγα πως η βίωση των Παθών του Εσταυρωμένου συνιστά για όλους μας μία ευκαιρία και αφορμή για ενδοσκόπηση και αυτογνωσία. Μία αυτογνωσία που  στις μέρες μας  κατάντησε το πιο δύσκολο σπορ και εγχείρημα αφού τόσο ο αρρωστημένος ναρκισσισμός μας όσο και η καταναλωτική πλημμυρίδα αλλοίωσαν το πρόσωπό μας και τους στόχους μας.

Σίγουρα η “Σωτηρία της Ψυχής” μας είναι το διαχρονικό και μέγα ζητητέον όλων μας. Σίγουρο, επίσης, είναι πως η σωτηρία της ψυχής μας προϋποθέτει τη βαθύτατη γνώση όλων των παλμών και των άγνωστων πτυχών της. Εξάλλου η “Ψυχογνωσία” δεν συνιστά και από τα ευκολότερα έργα του ανθρώπου. Σε αυτήν την αναζήτηση χρειάζεται όχι μόνο μία βαθιά γνώση του περιβάλλοντός μας (ανθρωπογενούς και μη), αλλά και μία σαφή αντίληψη της “ισορροπίας” και της “συμφωνίας” του εσωτερικού μας κόσμου με αυτό (το περιβάλλον).

Advertisement

Το «Περίλυπος εστί η Ψυχή μου» του Χριστού στο κήπο της Γεσθημανής και το σπαρακτικό «Που να βρω την Ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ» του Ελύτη (“Άξιον Εστί”) για έναν απροσδιόριστο λόγο δυναστεύουν το θυμικό μου αυτές τις μέρες. Η “Θλίψη της Ψυχής” κυριαρχεί ως συναίσθημα και απενεργοποιεί κάθε μηχανισμό της λογικής που αναζητά το «Πώς» και το «Γιατί» της πορείας του Ιησού προς το Εκούσιον Πάθος.

Το άγχος και η αγωνία για τη «Σωτηρία της Ψυχής» κυριαρχεί και βασανίζει τον άνθρωπο εσαεί. Η Ψυχή που άλλοτε παραπέμπει στο πνευματικό στοιχείο του ανθρώπου κι άλλοτε στην ίδια τη ζωή. Γνωστή και άκρως διαφωτιστική είναι η περικοπή από την παραβολή του άφρονος πλουσίου:

“Άφρον ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σού. Ά δε ητοίμασας τίνι έσται;”

Και πώς να νιώσεις διαφορετικά βλέποντας τη Μεγάλη Παρασκευή πλήθος πιστών να ακολουθεί σιωπηλά την περιφορά του Επιταφίου, σαν να συμπάσχουν κι αυτοί στον πόνο του Ιησού. Κι είναι δύσκολο να ερμηνεύσεις την ειλικρίνεια της σιωπής του πλήθους σε αυτές τις στιγμές, αν είναι μία επιβεβλημένη υποκρισία ή μία στιγμή αυτογνωσίας και συνειδητής ταπείνωσης μπροστά στα Πάθη του Θεανθρώπου.                             

«Πόπολο που περπατά ήσυχα, μηχανικά πηγαίνοντας στον Επιτάφιο

Να δει περιφορά, Όχι επιταφίου αλλά ανθρώπων σκυμμένων…      

Μήτε από κατάνυξη, μήτε από σέβας, αλλά από θλίψη ψυχής που δύσκολα ανασταίνεται..».

Να, λοιπόν, που δικαιώνουμε όταν υποστηρίζω πως η αξία ενός ποιήματος δεν ανευρίσκεται στην αισθητική απόλαυση που σου χαρίζει η ανάγνωσή του, αλλά σε όλα εκείνα που σε “υπoχρεώνει” να σκεφτείς και να νιώσεις κατά την ανάγνωση ή μετά από αυτήν.

Γι αυτό οφείλω πολλά ευχαριστώ στις ποιητικές ευχές του ανεψιού μου, αφού με το ποίημά του με βοήθησε να σκεφτώ και να προβληματιστώ πάνω στην ανάγκη που νιώθει ο φθαρτός άνθρωπος για τη σωτηρία της Ψυχής του. Κι αυτό γιατί η θνητότητά του, έτσι κι αλλιώς, εξουσιάζει και προδιαγράφει το τέλος του σώματός του.

Η  σωτηρία της Ψυχής μας προϋποθέτει και συνεπάγεται τη θέωσή μας και την υποταγή μας στο λόγο του Θεανθρώπου. Σχετικά ο Ιησούς παραγγέλνει:

“Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν. Ος δε αν απολέσει την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν” (Ματθαίος, ιστ΄,25).

Αυτό που μάς έμεινε τελικά είναι η σωτηρία ψυχής που κατά έναν περίεργο τρόπο, όπως επισημαίνει και ο στίχος του ποιήματος του ανεψιού μου: 

 «Ψυχή που ανασηκώνεται την ώρα που σταυρώνεται..».

Κάπως έτσι θα ένιωσε και ο Έκτωρ που βλέποντας πως το τέλος του πλησιάζει μάς προτρέπει να πράξουμε κάτι μεγάλο ως παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές:

“Μη μαν ασπουδί γε και ακλειώς απολοίμην, αλλά μέγα ρέξας τι και εσσομένοισι πυθέσθαι”(Ας μην πάω χαμένος άδοξα και χωρίς καμία προσπάθεια. Κάτι μεγάλο θα κάμω πρώτα που θα το μάθουν και οι επόμενες γενιές).

        *Ο Γεώργιος Γιαννακόπουλος  εργάζεται στο χώρο της διαφήμισης και των ψηφιακών εκτυπώσεων, πρώην αντιδήμαρχος Αθλητισμού-Πολιτισμού και νυν δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Ζωγράφου.