Η διαφθορά εμφανίζεται συνήθως στη δημόσια συζήτηση μέσα από ένα σκάνδαλο, μια αποκάλυψη ή μια δικαστική έρευνα. Όμως το πραγματικό της κόστος είναι πολύ μεγαλύτερο και πολύ πιο καθημερινό.
Είναι η καθυστέρηση μιας υπηρεσίας. Η ανάθεση χωρίς πραγματικό ανταγωνισμό. Η αίσθηση ότι κάποιοι έχουν πρόσβαση εκεί όπου άλλοι συναντούν κλειστές πόρτες. Η αδυναμία του κράτους να εφαρμόζει τους ίδιους κανόνες για όλους.
Στον τελευταίο Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς (Corruption Perceptions Index 2025) της Transparency International, η Ελλάδα συγκεντρώνει 50 βαθμούς στους 100, έναντι 62 βαθμών κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο συγκεκριμένος δείκτης δεν αποτελεί απόδειξη συγκεκριμένων πράξεων διαφθοράς. Αποτελεί όμως ένα σημαντικό προειδοποιητικό σήμα για την εικόνα της χώρας ως προς τη διαφάνεια και την ακεραιότητα του δημόσιου τομέα.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για το πώς αντιλαμβάνονται το πρόβλημα οι ίδιοι οι πολίτες.
Σύμφωνα με το Ειδικό Ευρωβαρόμετρο για τη Διαφθορά του 2025, το 97% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα θεωρεί ότι η διαφθορά είναι διαδεδομένη στη χώρα, έναντι 69% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το 66% δηλώνει πως αισθάνεται ότι επηρεάζεται προσωπικά από τη διαφθορά στην καθημερινή του ζωή, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 30%.
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη πιο πρόσφατο στοιχείο.
Στην Έκθεση για το Κράτος Δικαίου 2026, που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώνει ότι στην Ελλάδα έχει σημειωθεί μόνο «περιορισμένη πρόοδος» στη δημιουργία ενός ισχυρού ιστορικού διώξεων και τελεσίδικων αποφάσεων για υποθέσεις διαφθοράς. Επισημαίνει ότι ο αριθμός των διώξεων και των τελεσίδικων αποφάσεων σε υποθέσεις διαφθοράς. συμπεριλαμβανομένης της διαφθοράς υψηλού επιπέδου. παραμένει χαμηλός.
Και αυτή ακριβώς είναι η ουσία: η διαφθορά δεν αφορά μόνο τα σκάνδαλα που φτάνουν στα πρωτοσέλιδα. Αφορά την καθημερινότητα.
Όταν μια δημόσια σύμβαση δεν πραγματοποιείται με επαρκή διαφάνεια και πραγματικό ανταγωνισμό, αυξάνεται ο κίνδυνος το κόστος να μετακυλιστεί τελικά στον φορολογούμενο πολίτη.
Όταν μια άδεια, μια επιδότηση ή μια δημόσια θέση μπορεί να επηρεάζεται από γνωριμίες και πρόσβαση, δεν αδικείται μόνο ένας πολίτης. Υπονομεύεται η αξιοκρατία και δημιουργείται ένα αντικίνητρο για όσους επιλέγουν να λειτουργούν με τους κανόνες.
Η διαφθορά λειτουργεί έτσι σαν ένας αόρατος φόρος.
Δεν εμφανίζεται σε έναν λογαριασμό ούτε έχει συγκεκριμένο φορολογικό συντελεστή. Πληρώνεται όμως με ακριβότερες ή χειρότερες υπηρεσίες, χαμένες ευκαιρίες, στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, χαμηλότερη παραγωγικότητα και, τελικά, μικρότερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο καθαρό όταν εξετάσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος.
Σύμφωνα με την έκθεση Government at a Glance 2025 του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ/OECD), το 32% των πολιτών στην Ελλάδα δήλωνε το 2023 υψηλή ή μέτρια υψηλή εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση, έναντι 39% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, το 54% δήλωνε ικανοποιημένο από τις διοικητικές υπηρεσίες που χρησιμοποίησε, έναντι 66% στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν άμεση μέτρηση της διαφθοράς. Φωτίζουν όμως ένα ευρύτερο πρόβλημα εμπιστοσύνης και ποιότητας διακυβέρνησης.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ επανέφερε με ένταση αυτή τη συζήτηση.
Το κρίσιμο ζήτημα ξεπερνά, επομένως, μία συγκεκριμένη υπόθεση ή τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε αυτή. Αφορά την ικανότητα των θεσμών να προλαμβάνουν, να εντοπίζουν εγκαίρως και να αντιμετωπίζουν παρατυπίες στη διαχείριση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων.
Όταν πόροι που προορίζονται για την πραγματική οικονομία δεν κατανέμονται με διαφανή, αντικειμενικό και ελέγξιμο τρόπο, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη δημοσιονομική ζημιά. Πλήττονται εκείνοι που πραγματικά τους δικαιούνται, νοθεύεται ο ανταγωνισμός και ενισχύεται η πεποίθηση ότι οι κανόνες δεν ισχύουν το ίδιο για όλους.
Η ψηφιοποίηση μπορεί να περιορίσει τη γραφειοκρατία, να μειώσει τις προσωπικές συναλλαγές και να αφήσει ισχυρότερο ίχνος ελέγχου.
Αλλά η ψηφιοποίηση από μόνη της δεν αρκεί.
Η ουσιαστική αντιμετώπιση της διαφθοράς απαιτεί διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις και στους πραγματικούς δικαιούχους, ισχυρούς και ανεξάρτητους ελεγκτικούς μηχανισμούς, αποτελεσματική προστασία όσων καταγγέλλουν παρανομίες, ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, ουσιαστικό έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης και πραγματικά ανοικτά και αξιοποιήσιμα δεδομένα για κρατικές δαπάνες και επιδοτήσεις.
Και χρειάζεται κάτι ακόμη: μέτρηση και λογοδοσία.
Κάθε σημαντική δημόσια πολιτική πρέπει να μπορεί να αξιολογείται με βάση συγκεκριμένα αποτελέσματα. Πόσο κόστισε; Τι πέτυχε; Ποιοι ωφελήθηκαν; Υπήρξαν αποκλίσεις; Ποιος τις εντόπισε και τι συνέβη στη συνέχεια;
Το ζητούμενο δεν είναι ένα κράτος που απλώς ψηφίζει περισσότερους νόμους. Είναι ένα κράτος που εφαρμόζει τους κανόνες που ήδη έχει, ελέγχει αποτελεσματικά την εξουσία και δίνει στον πολίτη τη βεβαιότητα ότι δεν χρειάζεται γνωριμίες για να εξυπηρετηθεί ούτε ειδική πρόσβαση για να διεκδικήσει αυτό που δικαιούται.
Γιατί η διαφθορά δεν είναι μια αφηρημένη συζήτηση περί θεσμών.
Αφορά την τιμή που πληρώνουμε για ένα έργο. Την ποιότητα της υπηρεσίας που λαμβάνουμε. Την επιχείρηση που χάνει μια ευκαιρία επειδή δεν έχει τη σωστή πρόσβαση. Τον νέο άνθρωπο που πιστεύει ότι η προσπάθεια και η αξιοκρατία δεν αρκούν. Και, τελικά, την εμπιστοσύνη μας στην ίδια τη δημοκρατία.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μία γενική διακήρυξη κατά της διαφθοράς. Χρειάζεται θεσμούς που λειτουργούν καθημερινά, διαφανώς και χωρίς εξαιρέσεις.
Γιατί στο τέλος, η επιτυχία απέναντι στη διαφθορά δεν μετριέται από το πόσα σκάνδαλα αποκαλύπτονται.
Μετριέται από το πόσο δύσκολο είναι να συμβούν. Και, όταν συμβούν, από το πόσο γρήγορα το κράτος μπορεί να τα εντοπίσει, να τα ερευνήσει και να αποδώσει δικαιοσύνη.