Για τους αναλυτές των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ δεν έχασε ο Τραμπ, αλλά ο Τραμπ-ισμός.
“Αλλά αν η Σκέψη διαφθείρει τη Γλώσσα, η Γλώσσα μπορεί να διαφθείρει τη Σκέψη”( Όργουελ).
O υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ κ. Ρούμπιο, μιλώντας στην Πνύκα, εξήρε τον πατριωτισμό των Σαλαμινομάχων, των Αθηναίων και γενικότερα των αρχαίων Ελλήνων.
Aφορμώμενος από την αγάπη των αρχαίων Ελλήνων προς την Πατρίδα τους, κήρυξε την ανάγκη να ξαναβρούμε όλοι μας το πάθος αυτό για την Πατρίδα μας. Ένα πάθος που, κατά την άποψή του, αποτέλεσε πηγή δύναμης, αυταπάρνησης και συλλογικής δράσης, αλλά που σήμερα φαίνεται να υποχωρεί μπροστά σε άλλες προτεραιότητες.
Η υπόμνηση-προτροπή αυτή απευθύνεται κυρίως στους λαούς της Δύσης, που στο όνομα μιας ατελέσφορης διεθνούς συνεργασίας έχουν εδώ και χρόνια ενοχοποιήσει τον «Πατριωτισμό». Προς τον σκοπό αυτόν ο Αμερικανός υπουργός κήρυξε ως αναγκαιότητα την επιστροφή στον «Εθνικισμό», που τελευταία έχει παρεξηγηθεί ως έννοια και συμπεριφορά, όπως συγκεκριμένα δήλωσε.
“Η λέξη «εθνικισμός» απέκτησε αρνητική χροιά. Έτσι, γκρεμίσαμε τα μνημεία μας και καταδικάσαμε την ίδια μας την ιστορία. Και σε πάρα πολλά μέρη, διδάξαμε στα παιδιά μας να ντρέπονται για τις χώρες που θα κληρονομούσαν…” (Ρούμπιο).
Έτσι ανασύρθηκε από τη «ναφθαλίνη» μία έννοια και ξαναμπήκε στο λεξιλόγιό μας, αφού για χρόνια είχε ταυτιστεί με πολέμους και καταστροφές. Η επανεμφάνισή της, μάλιστα, δεν περιορίζεται στον πολιτικό λόγο, αλλά επαναφέρει στο προσκήνιο παλιές ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και ερωτήματα που πολλοί θεωρούσαν οριστικά λυμένα.
Ο «Εθνικισμός» κατηγορήθηκε ότι συνέπραξε με ό,τι αρνητικό και επιθετικό κουβαλούν οι λαοί μέσα τους και, σε συνδυασμό με τις αρρωστημένες φιλοδοξίες κάποιων αφρόνων πολιτικών-ηγετών, είχε ως αποτέλεσμα να συρθεί η ανθρωπότητα σε δύο παγκόσμιους πολέμους και σε πολλούς τοπικούς.
Άλλοι κατηγορούν τον «Εθνικισμό» ότι επωάζει τον επεκτατισμό-«Ιμπεριαλισμό», άλλοι ότι συμμαχεί με αντιδραστικές ιδεολογίες, όπως με τον «Φασισμό», τον «Ναζισμό» ή και τον «Ρατσισμό», για άλλους ακυρώνει τον υγιή και θεμιτό «Πατριωτισμό» και για πολλούς άλλους εξελίσσεται σε έναν ακραίο και απευκταίο «Σωβινισμό». Οι έννοιες αυτές, αν και δεν ταυτίζονται μεταξύ τους, συχνά συνδέονται ιστορικά και πολιτικά, δημιουργώντας ένα περίπλοκο πλέγμα ιδεών και συμπεριφορών.
Γι’ αυτό και η εννοιολογική τους αποσαφήνιση είναι αναγκαία, αν θέλουμε να αποφύγουμε τόσο τις εύκολες καταδίκες όσο και την άκριτη εξιδανίκευση.
Έτσι, η ίδια λέξη μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με τον χρόνο, τον τόπο και εκείνον που την επικαλείται.
Οι διεθνείς αναλυτές επισημαίνουν πως η ανάσυρση του «Εθνικισμού» συνιστά το αναγκαίο απότοκο του «Τραμπισμού», με έμβλημα το γνωστό και πατριωτικό MAGA. Η πολιτική αυτή αντίληψη προβάλλει την εθνική κυριαρχία, την ισχύ και την προτεραιότητα των εθνικών συμφερόντων, ασκώντας κριτική σε κάθε μορφή διεθνούς συνεργασίας που θεωρεί ότι περιορίζει την αυτονομία του κράτους.
Έτσι εισήλθαμε στον αστερισμό των «-ισμών», λέξεων-όρων δηλαδή που έχουν ως κατάληξη το «-ισμός». Μία κατάληξη που λειτούργησε για δεκαετίες στον δημόσιο διάλογο ως φενάκη και, αφανώς, ως μία εξουσία με απόλυτα μεγέθη στην ανθρώπινη συνείδηση. Οι λέξεις αυτές δεν περιγράφουν πάντοτε απλώς μια ιδέα ή ένα φαινόμενο, αλλά συχνά συμπυκνώνουν ολόκληρα συστήματα πεποιθήσεων, αξιών και πολιτικών θέσεων. Κι όταν αποκτούν τέτοια δύναμη, μπορούν να λειτουργήσουν ως ιδεολογικές ταυτότητες που καθορίζουν εκ των προτέρων τη σκέψη και τη στάση μας απέναντι στην πραγματικότητα.
Δεν λείπουν κι εκείνοι που μιλούν για μία sui generis «δικτατορία των -ισμών». Μία δικτατορία που τροφοδοτήθηκε από πολλούς χώρους, ακόμη κι από τους πιο «αθώους», όπως την τέχνη (φουτουρισμός, υπερρεαλισμός…) ή και τη φιλοσοφία (Ιδεαλισμό, Υπαρξισμός…).
Βέβαια, δεν είναι η κατάληξη «-ισμός» από μόνη της που καθιστά μία έννοια ύποπτη ή επικίνδυνη. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η λέξη παύει να αποτελεί αφετηρία διερεύνησης και μετατρέπεται σε αυθεντία, όταν δηλαδή ο χρήστης της θεωρεί ότι έχει ήδη απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα μόνο και μόνο επειδή την προφέρει.
Ποιος δεν θυμάται τις ομηρικές μάχες ανάμεσα στον «Μαρξισμό-Λενινισμό» και τον «Καπιταλισμό-Λιμπεραλισμό»…
Λέξεις-ογκόλιθοι είχαν επικαθήσει στον σκληρό πυρήνα της σκέψης μας και όριζαν απόλυτα κάθε ερμηνεία και κρίση μας επί παντός επιστητού. Λέξεις με βαρύ νοηματικό φορτίο και με την οίηση της “εξ αποκαλύψεως αλήθειας”.
Και πώς να αποχωριστείς-απογαλακτιστείς από τέτοιες λέξεις που σου προσέδιδαν αφειδώς την ασφάλεια της «απόλυτης αλήθειας», αφού δεν χρειαζόταν καθόλου να σκεφτείς ή να αγωνιστείς; Αρκεί μόνον να τις χρησιμοποιούσες στον λόγο σου. Ήταν από μόνες τους ένα επιχείρημα, ένας τέλειος συλλογισμός χωρίς προκείμενες κρίσεις.
Aυτές οι λέξεις σε «-ισμός» ήταν τα «Ιερά Ευαγγέλιά» μας, οι «Ιερές Πλάκες» του Μωυσή. Η επίκλησή τους υποκαθιστούσε την προσωπική κρίση και απάλλασσε τον χρήστη τους από την επίπονη διαδικασία της αμφισβήτησης και του αναστοχασμού.
Οι λέξεις-όροι σε «-ισμός» ήταν από μόνες τους μία απόδειξη. Οι συνομιλητές-συζητητές-χρήστες αυτών των όρων ένιωθαν και νιώθουν ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια. Γι’ αυτό, σε κάθε συζήτηση, ταμπουρωμένοι στα υψηλά τείχη της αυταρέσκειάς τους, από μέσα τους ψέλλιζαν και ψελλίζουν ακόμη το καβαφικό «Ουκ αν με πείσεις, κι αν με πείσεις».
Εκμεταλλευόμενοι οι λαοπλάνοι την ανάγκη του πλήθους για απόλυτες αλήθειες και βεβαιότητες, συχνά καταφεύγουν στη χρήση αυτών των όρων-εννοιών σε «-ισμός» και, όντας τρόφιμοι «στης αυταρέσκειας την οίηση και την εγωπάθεια, / βρίσκουν επίκληση και στέγασης αυτόκλητοι σωτήρες / ως μέντορες και ταγοί, επίδοξοι και σώφρονες ηγέτες /… την απότοκη αγωνία μας σε σιωπή να φαλκιδέψουν» («Αυτόκλητοι σωτήρες», Γ. Αλεξανδρής, Επίγειες Αναγνώσεις).
Με αυτόν τον τρόπο, οι λέξεις σε «–ισμός» μετατρέπονται σε εργαλεία πολιτικής χειραγώγησης, ενώ οι ανασφάλειες, οι φόβοι και οι προσδοκίες των ανθρώπων αξιοποιούνται για την οικοδόμηση σχέσεων εξάρτησης. Ο λαοπλάνος δεν χρειάζεται πάντοτε να αποδείξει την ορθότητα των θέσεών του.
Αν πίσω από τις έννοιες-λέξεις σε «-ισμός» βρίσκεται και ένα πρόσωπο-αυθεντία (π.χ. Μαρξ > Μαρξισμός, Φρόιντ > Φροϋδισμός), τότε ο διάλογος-συζήτηση διεξάγεται «εν ου παικτοίς», αφού οι τρόφιμοι αυτών των όρων αισθάνονται ότι κατέχουν την ακλόνητη αλήθεια που ερμηνεύει και αποδεικνύει κάθε πτυχή της πραγματικότητας.
Δεν λείπουν, βέβαια, και κάποιες υπερβολές που την αλήθεια των «-ισμών» την αναγάγουν σε συμπαντικό νόμο. Η αυθεντία του προσώπου λειτουργεί τότε ως εγγύηση ορθότητας και η αμφισβήτησή του εκλαμβάνεται σχεδόν ως προσβολή της ίδιας της αλήθειας.
Αν όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν συνιστούν μόνον μία εικόνα του κοντινού παρελθόντος αλλά και μία ζώσα πραγματικότητα στον δημόσιο και ιδιωτικό λόγο, τότε αξίζει τον κόπο να αναλύσουμε τις διάφορες πτυχές αυτής της sui generis «Δικτατορίας των -ισμών» σε όλους τους δυνατούς χώρους, που δεν είναι και λίγοι.
Γιατί το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην πολιτική, ούτε εξαντλείται στις αντιπαραθέσεις των ιδεολογικών στρατοπέδων. Εμφανίζεται παντού όπου η ομαδοποίηση προηγείται της σκέψης, όπου η ταύτιση με μια θεωρία υποκαθιστά την προσωπική κρίση και όπου η λέξη αποκτά μεγαλύτερη εξουσία από το ίδιο το νόημά της.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να απορρίψουμε συλλήβδην τους «-ισμούς», αλλά να ανακτήσουμε την ελευθερία να τους εξετάζουμε, να τους συγκρίνουμε και, όταν χρειάζεται, να τους αμφισβητούμε.
Να, λοιπόν, που ένας λόγος-ύμνος στην αρχαία Ελλάδα από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών κ. Ρούμπιο στάθηκε η αφορμή και η αιτία να ξαναμελετήσουμε ένα παλιό φαινόμενο που τείνει να αναβιώσει λόγω του «Εθνικισμού». Και ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία του προβληματισμού μας: Δεν είναι μόνον οι λέξεις σε «-ισμό» που πρέπει να εξετάσουμε, αλλά και η εξουσία που τους παραχωρούμε, συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.
Γιατί, όταν οι λέξεις παύουν να υπηρετούν τη σκέψη και αρχίζουν να την υποκαθιστούν, η δικτατορία τους δεν επιβάλλεται πάντοτε με τη βία, αλλά εγκαθίσταται αθόρυβα μέσα στη συνείδησή μας.
Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
*Η φράση «Η δικτατορία των -ισμών» είναι μια μεταφορική έκφραση με έντονο φιλοσοφικό και πολιτικό περιεχόμενο. Περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία οι ιδεολογίες, οι θεωρίες και τα συστήματα σκέψης, αντί να υπηρετούν τον άνθρωπο, καταλήγουν να τον δεσμεύουν και να τον χειραγωγούν.
1. Τι σημαίνει η «δικτατορία» των -ισμών;
Οι λέξεις που τελειώνουν σε -ισμός εκφράζουν συχνά ένα σύστημα ιδεών, μια θεωρία, μια ιδεολογία ή μια συγκεκριμένη αντίληψη για τον κόσμο.
Για παράδειγμα:
Εθνικισμός, Φιλελευθερισμός:-Σοσιαλισμός, Καπιταλισμός, Φανατισμός, Λαϊκισμός…
Η «δικτατορία» αρχίζει όταν ένας -ισμός παύει να αποτελεί αντικείμενο κριτικής και μετατρέπεται σε απόλυτη αλήθεια, όταν απαιτεί υποταγή και δεν ανέχεται την αμφισβήτηση.
2. Μια φιλοσοφική προσέγγιση
“Η δικτατορία των –ισμών” αρχίζει όταν οι ιδέες παύουν να φωτίζουν τη σκέψη και απαιτούν να την υποκαταστήσουν. Όταν ο άνθρωπος παύει να είναι κύριος των ιδεών του και γίνεται υπήκοός τους. Δεν είναι, λοιπόν, οι -ισμοί που απειλούν την ελευθερία του ανθρώπου, αλλά η μετατροπή τους σε δόγματα που απαγορεύουν την αμφισβήτηση.»
Το ουσιαστικό ερώτημα, τελικά, είναι: Έχουμε τις ιδέες για να σκεφτόμαστε ελεύθερα ή οι ιδέες έχουν αποκτήσει εξουσία πάνω στη σκέψη μας;