Υπάρχει μια νέα, εξαιρετικά πρακτική θεωρία για την πολιτική ζωή της χώρας. Σχεδόν επαναστατική στην απλότητά της: δεν φταίει αυτό που συμβαίνει. Φταίει αυτός που το επισημαίνει.

Με άλλα λόγια, αν δεν μιλάς, δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν δεν ρωτάς, δεν υπάρχει σκάνδαλο. Αν δεν επιμένεις, όλα λειτουργούν ρολόι. Μια χαρά.

Advertisement
Advertisement

Κάπως έτσι, η «τοξικότητα» απέκτησε νέο, ανανεωμένο περιεχόμενο. Δεν αφορά πράξεις, επιλογές ή ευθύνες. Αφορά την ενόχληση. Την κακή συνήθεια κάποιων να χαλάνε το κλίμα επιμένοντας να περιγράφουν την πραγματικότητα.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος μοιάζει να έχει λύσει τον γρίφο της διακυβέρνησης: το πρόβλημα δεν είναι τα προβλήματα. Είναι η υπενθύμισή τους.

Γιατί, μεταξύ μας, τι νόημα έχει να κυβερνάς αν κάθε τόσο πετάγεται κάποιος και ρωτάει «συγγνώμη, αυτό τώρα τι ήταν;». Είναι κουραστικό. Δημιουργεί ένταση. Χαλάει την αφήγηση. Και, το χειρότερο, αναγκάζει να δοθούν απαντήσεις.

Πολύ πιο λειτουργικό θα ήταν ένα μοντέλο όπου όλα αντιμετωπίζονται με τη σοφή αρχή «έγινε ό,τι έγινε». Χωρίς πολλές λεπτομέρειες, χωρίς περιττές αναλύσεις, χωρίς αυτή την ενοχλητική εμμονή στην έννοια της ευθύνης.

Αντί γι’ αυτό, υπάρχουν κάτι τύποι όπως ο Νίκος Ανδρουλάκης που επιμένουν να κάνουν αντιπολίτευση. Να ρωτάνε, να πιέζουν, να ζητούν εξηγήσεις. Σχεδόν αγενές. Λες και δεν έχουν καταλάβει ότι χαλάνε το κλίμα.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, κυκλοφορούν και δημοσιογράφοι που δεν αρκούνται σε δελτία Τύπου. Που ψάχνουν. Που γράφουν. Που επανέρχονται. Που δεν λένε «οκ, το ακούσαμε, πάμε παρακάτω». Ένα είδος επαγγελματικής διαστροφής, αν το δεις από τη σωστή γωνία.

Advertisement

Κάπου εκεί, φυσικά, πρέπει να μπει μια τάξη. Γιατί όταν η πίεση αυξάνεται, δεν μπορεί να φταίει η πραγματικότητα-αυτό θα ήταν άβολο. Οπότε φταίνε αυτοί που τη δείχνουν.

Έτσι, η κριτική γίνεται «υπερβολή». Η επιμονή γίνεται «εμμονή». Η αποκάλυψη γίνεται «επίθεση». Ένα μικρό, κομψό λεξιλόγιο που βοηθά να μεταφερθεί η συζήτηση από το «τι συνέβη» στο πολύ πιο βολικό «ποιος μιλάει και γιατί τολμάει».

Και φυσικά, η ευαισθησία δεν είναι ποτέ ίδια για όλους. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου όλα περνούν σχεδόν αθόρυβα και άλλες όπου μια λεπτομέρεια μετατρέπεται σε εθνικό ζήτημα. Συμπτώσεις. Καθαρά.

Advertisement

Το βασικό όμως αφήγημα παραμένει σταθερό και καθησυχαστικό: «μας επιτίθενται». Όχι «μας ελέγχουν». Όχι «μας κάνουν ερωτήσεις». Μας επιτίθενται. Γιατί η «επίθεση» αντιμετωπίζεται. Η ερώτηση, αντίθετα, απαντιέται—και αυτό είναι σαφώς πιο δύσκολο.

Στο τέλος της ημέρας, όλα είναι θέμα οπτικής. Αν πιστεύεις ότι η πολιτική πρέπει να λειτουργεί χωρίς ενοχλήσεις, τότε ναι-όλα αυτά είναι τοξικά. Αν όμως πιστεύεις ότι ο έλεγχος είναι βασική προϋπόθεση, τότε μάλλον η «τοξικότητα» μοιάζει περισσότερο με ενοχλητική, αλλά απαραίτητη υπενθύμιση.

Μένει μόνο μια μικρή απορία: αν η κριτική είναι το πρόβλημα, ποια είναι η λύση;

Advertisement

Η σιωπή;

Γιατί αν αυτή είναι η απάντηση, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια διαφορετική προσέγγιση στην πολιτική. Μιλάμε για μια εξαιρετικά βολική εκδοχή της πραγματικότητας-όπου όλα λειτουργούν άψογα, αρκεί να μην τα κοιτάς πολύ προσεκτικά.

Advertisement