Ας δούμε τι κάνουμε οι περισσότεροι καθημερινά.
Ανοίγουμε το κινητό μας. Το πιθανότερο είναι να λειτουργεί με Android ή iOS. Ελέγχουμε το ηλεκτρονικό μας ταχυδρομείο μέσω Gmail ή κάποιας υπηρεσίας της Microsoft. Επικοινωνούμε μέσα από Facebook, Instagram, WhatsApp ή άλλες μεγάλες πλατφόρμες.
Στη δουλειά, ένα σημαντικό μέρος των δεδομένων και των εφαρμογών μιας επιχείρησης μπορεί να βρίσκεται στο cloud.
Και όταν πληρώνουμε με κάρτα, η συναλλαγή μας, το πιθανότερο είναι να περνά μέσα από ένα διεθνές σύστημα όπως η Visa ή η Mastercard.
Τίποτε από αυτά δεν είναι από μόνο του πρόβλημα. Πρόκειται για υπηρεσίες και τεχνολογίες που έχουν αλλάξει τη ζωή μας και στηρίζουν μια ανοικτή, παγκόσμια οικονομία.
Πίσω όμως από μεγάλο μέρος αυτής της καθημερινής ψηφιακής δραστηριότητας βρίσκονται πλατφόρμες, λειτουργικά συστήματα και υποδομές που ελέγχονται κυρίως από αμερικανικές εταιρείες.
Τι συμβαίνει όταν μια ολόκληρη ήπειρος, όπως η Ευρώπη, δεν διαθέτει επαρκείς εναλλακτικές για κρίσιμες λειτουργίες της;
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται από τρίτες χώρες για περισσότερο από το 80% των βασικών ψηφιακών προϊόντων, υπηρεσιών, υποδομών και πνευματικής ιδιοκτησίας που χρησιμοποιεί.
Και η εξάρτηση δεν σταματά στο λογισμικό ή στα κοινωνικά δίκτυα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει ότι πάνω από τα δύο τρίτα των συναλλαγών με κάρτα στην ευρωζώνη πραγματοποιούνται με βάση τους κανόνες μη ευρωπαϊκών εταιρειών.
Το θέμα λοιπόν αφορά το πώς επικοινωνούμε, πώς εργαζόμαστε, πού αποθηκεύονται τα δεδομένα μας και ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο πληρώνουμε.
Η Ευρώπη έμαθε να ρυθμίζει
Για χρόνια η ευρωπαϊκή απάντηση στην ψηφιακή επανάσταση ήταν κυρίως κανονιστική.
Και όχι χωρίς λόγο. Η Ευρώπη δημιούργησε ένα από τα ισχυρότερα πλαίσια παγκοσμίως για την προστασία προσωπικών δεδομένων, έθεσε κανόνες στις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες και πρωτοστάτησε στη ρύθμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Αυτή είναι μια σημαντική ευρωπαϊκή κατάκτηση.
Υπάρχει όμως ένα όριο στη δύναμη της ρύθμισης: δεν αρκεί να καθορίζεις τους κανόνες για τις τεχνολογίες που κατασκευάζουν άλλοι.
Σε έναν κόσμο όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη, τα chips, το cloud, τα δεδομένα και οι ψηφιακές υποδομές γίνονται παράγοντες οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος, η Ευρώπη πρέπει να μπορεί και να παράγει.
Η εικόνα στους ημιαγωγούς είναι ενδεικτική. Η Ε.Ε. αντιπροσωπεύει σήμερα περίπου το 9% της παγκόσμιας αγοράς, πολύ μακριά από τον ευρωπαϊκό στόχο του 20% για το 2030.
Στο cloud, στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στα λειτουργικά συστήματα και σε μεγάλο μέρος του επιχειρησιακού λογισμικού, η εξάρτηση από εταιρείες εκτός Ευρώπης παραμένει επίσης μεγάλη.
Η απάντηση, βέβαια, δεν μπορεί να είναι να κλείσουμε τα ψηφιακά σύνορα της Ευρώπης.
Θα ήταν οικονομικά παράλογο και τεχνολογικά ανέφικτο να επιχειρήσουμε να αντικαταστήσουμε κάθε αμερικανική πλατφόρμα, κάθε προϊόν ή κάθε διεθνή συνεργασία.
Αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη συνεργασία και στην εξάρτηση.
Η συνεργασία είναι επιλογή. Η εξάρτηση δεν μπορεί να είναι στρατηγική.
Κάτι αλλάζει
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαίνεται να αναγνωρίζει πλέον αυτή τη διαφορά.
Τον Ιούνιο παρουσίασε το European Technological Sovereignty Package, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το Chips Act 2.0, το Cloud and AI Development Act και μια νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για το open source.
Για πρώτη φορά η τεχνολογική πολιτική συνδέεται τόσο καθαρά με την παραγωγική πολιτική, την οικονομική ασφάλεια και τη γεωπολιτική αυτονομία της Ευρώπης.
Το δύσκολο σημείο, όμως, αρχίζει τώρα. Γιατί η Ευρώπη δεν στερείται επιστημόνων ούτε ιδεών. Διαθέτει κορυφαία πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, μηχανικούς και ισχυρή βιομηχανική βάση.
Αυτό που συχνά δεν καταφέρνει είναι να μετατρέψει αρκετά γρήγορα αυτή τη γνώση σε επιχειρήσεις παγκόσμιας κλίμακας.
Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν τα κεφάλαια που απαιτούνται για να μεγαλώσουν. Η ενιαία αγορά παραμένει κατακερματισμένη στην πράξη. Οι επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές χρειάζονται χρόνο. Και πολλές φορές μια ευρωπαϊκή ιδέα ξεκινά εδώ, αλλά η πραγματική οικονομική αξία δημιουργείται τελικά αλλού.
Εκεί βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα: όχι στην έλλειψη γνώσης, αλλά στην έλλειψη κλίμακας.
Οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι φαίνεται να το αντιλαμβάνονται. Στο ειδικό Ευρωβαρόμετρο του 2026, το 82% δηλώνει ότι η Ε.Ε. πρέπει να μειώσει την εξάρτησή της από ψηφιακές τεχνολογίες τρίτων χωρών και το 85% ότι πρέπει να δώσει προτεραιότητα σε επενδύσεις σε ψηφιακές υπηρεσίες που αναπτύσσονται και ελέγχονται στην Ευρώπη.
Πού βρίσκεται η Ελλάδα σε αυτή τη συζήτηση;
Για την Ελλάδα, το θέμα δεν είναι θεωρητικό ούτε αφορά μόνο τις Βρυξέλλες.
Το ερώτημα είναι αν θα παραμείνουμε κυρίως χρήστες και καταναλωτές τεχνολογίας που δημιουργείται αλλού ή αν θα διεκδικήσουμε ένα μέρος της αξίας που θα παραχθεί στη νέα ευρωπαϊκή τεχνολογική οικονομία.
Προφανώς δεν μπορούμε, ούτε χρειάζεται, να δημιουργήσουμε έναν ελληνικό ανταγωνιστή της Google ή της Microsoft.
Μπορούμε όμως να επιλέξουμε τομείς στους οποίους έχουμε επιστημονικό δυναμικό και πραγματικές παραγωγικές ανάγκες: εφαρμοσμένη Τεχνητή Νοημοσύνη, κυβερνοασφάλεια, λογισμικό, ενεργειακά συστήματα, αγροτεχνολογία, τεχνολογίες πολιτικής προστασίας.
Κυρίως, μπορούμε να συνδέσουμε πολύ στενότερα πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις.
Γιατί η επιτυχία μιας τεχνολογικής πολιτικής δεν μπορεί να μετριέται μόνο από το πόσα κονδύλια απορροφήθηκαν ή πόσες ψηφιακές εφαρμογές εγκαταστάθηκαν.
Θα πρέπει να μετριέται και διαφορετικά:
Πόση τεχνολογική αξία δημιουργήθηκε στη χώρα; Πόσες ελληνικές επιχειρήσεις κατάφεραν να μεγαλώσουν; Πόσες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν; Πόσοι νέοι επιστήμονες απέκτησαν έναν πραγματικό λόγο να μείνουν ή να επιστρέψουν;
Και αυτή η συζήτηση δεν πρέπει να σταματά στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Η αγροτοδιατροφή, η ενέργεια, το περιβάλλον, η διαχείριση των υδάτων και η πολιτική προστασία είναι πεδία όπου η τεχνολογία μπορεί να συνδεθεί άμεσα με τις ανάγκες της ελληνικής περιφέρειας.
Έτσι η τεχνολογική αυτονομία αποκτά και μια δεύτερη διάσταση: μπορεί να γίνει εργαλείο παραγωγικής και περιφερειακής σύγκλισης.
Να έχουμε την επιλογή
Τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη πρέπει να ζήσει χωρίς την αμερικανική τεχνολογία.
Η διατλαντική συνεργασία στην έρευνα, στην οικονομία, στην ασφάλεια και στην καινοτομία είναι πολύτιμη και πρέπει να παραμείνει ισχυρή.
Το σωστό ερώτημα είναι διαφορετικό:
Θα μπορούσε η Ευρώπη να λειτουργήσει αν κάποτε αναγκαζόταν να βασιστεί περισσότερο στις δικές της δυνάμεις;
Αυτό είναι το νόημα της τεχνολογικής κυριαρχίας.
Δυνατότητα επιλογής.
Να συνεργάζεται η Ευρώπη επειδή το επιλέγει και όχι επειδή δεν διαθέτει άλλη δυνατότητα.
Σε μια εποχή όπου η τεχνολογία γίνεται ταυτόχρονα οικονομία, υποδομή και γεωπολιτική ισχύς, αυτό δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι προϋπόθεση ανταγωνιστικότητας, ασφάλειας και πραγματικής ευρωπαϊκής αυτονομίας.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να ζήσει χωρίς την αμερικανική τεχνολογία. Χρειάζεται, όμως, να μπορεί.