Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που για δεκαετίες θεωρούσε ότι είχε αφήσει πίσω της: έναν μεγάλης κλίμακας διακρατικό πόλεμο στην ευρωπαϊκή ήπειρο, την αμφισβήτηση συνόρων διά της βίας και την επιστροφή της στρατιωτικής ισχύος ως εργαλείου αναθεώρησης της πολιτικής τάξης.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, η ιστορική τομή φαίνεται βαθύτερη. Η εισβολή δεν δημιούργησε από μόνη της τη νέα εποχή. Κατέστησε αδύνατο να αγνοηθεί ένας μετασχηματισμός που είχε αρχίσει νωρίτερα: η μετάβαση από τη μεταψυχροπολεμική πεποίθηση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση, οι θεσμοί και το διεθνές δίκαιο μπορούσαν σταδιακά να περιορίσουν τη γεωπολιτική, σε ένα περιβάλλον όπου η αποτροπή, η στρατιωτική ισχύς, η τεχνολογική κυριαρχία και η κοινωνική ανθεκτικότητα επιστρέφουν στον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πότε και με ποιους όρους θα τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Είναι τι είδους Ευρώπη θα υπάρχει όταν σταματήσουν οι μάχες.
Η μεταψυχροπολεμική υπόσχεση
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ευρώπη επένδυσε σε μια εξαιρετικά ελκυστική ιδέα: ότι η γεωπολιτική αντιπαράθεση μπορούσε σταδιακά να υποχωρήσει απέναντι στην οικονομική ολοκλήρωση.
Το περίφημο peace dividend επέτρεψε τη μείωση των αμυντικών δαπανών σε μεγάλο μέρος της ηπείρου. Οι ένοπλες δυνάμεις πολλών ευρωπαϊκών χωρών προσανατολίστηκαν περισσότερο στη διαχείριση κρίσεων και στις εκστρατευτικές αποστολές παρά στην προετοιμασία για μεγάλης κλίμακας εδαφική άμυνα. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδόμησε μεγάλο μέρος της διεθνούς επιρροής της πάνω στους κανόνες, στο εμπόριο, στους θεσμούς και στην ελκυστικότητα του ευρωπαϊκού μοντέλου.
Η στρατηγική αυτή ούτε παράλογη ήταν ούτε συνολικά αποτυχημένη. Η διεύρυνση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ συνέβαλε καθοριστικά στη σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Το πρόβλημα βρισκόταν αλλού: στην προσδοκία ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα οδηγούσε αναγκαστικά σε πολιτική αυτοσυγκράτηση.
Η Ρωσία έδειξε ότι η αλληλεξάρτηση μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα: ως πηγή ευαλωτότητας και εργαλείο ισχύος.
Οι προειδοποιήσεις είχαν προηγηθεί. Ο πόλεμος στη Γεωργία το 2008. Η προσάρτηση της Κριμαίας το 2014. Ο πόλεμος στο Ντονμπάς. Οι κυβερνοεπιθέσεις, η παραπληροφόρηση και η σταδιακή επιστροφή των πρακτικών της «γκρίζας ζώνης».
Η εισβολή του 2022 δεν ήταν, συνεπώς, κεραυνός εν αιθρία. Ήταν η στιγμή κατά την οποία έπαψε να είναι πειστική η αντιμετώπιση όλων των προηγούμενων επεισοδίων ως εξαιρέσεων από μια κατά τα άλλα σταθερή ευρωπαϊκή τάξη.
Γιατί δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα Γιάλτα
Σε κάθε μεγάλη ιστορική κρίση αναζητούμε αναλογίες. Γι’ αυτό και επανέρχεται σήμερα η συζήτηση περί μιας «νέας Γιάλτας»: μιας μεγάλης συμφωνίας μεταξύ ισχυρών κρατών που θα καθορίσει εκ νέου σύνορα, σφαίρες επιρροής και κανόνες ασφαλείας.
Η αναλογία είναι γοητευτική. Αλλά είναι παραπλανητική.
Η Γιάλτα και το Πότσδαμ πραγματοποιήθηκαν σε έναν πόλεμο του οποίου η έκβαση είχε ουσιαστικά κριθεί. Υπήρχαν νικητές και ηττημένοι και ένας σχετικά σαφής συσχετισμός ισχύος. Με διαφορετικό τρόπο, το ίδιο συνέβη το 1989-1991: η μεταψυχροπολεμική ευρωπαϊκή τάξη δημιουργήθηκε όταν η σοβιετική ισχύς υποχωρούσε και η έκβαση του Ψυχρού Πολέμου ήταν σαφής.
Σήμερα δεν βρισκόμαστε στο τέλος μιας γεωπολιτικής μετάβασης. Βρισκόμαστε στο εσωτερικό της. Η Kadri Liik στο Carnegie Europe υπογραμμίζει ακριβώς αυτή την αδυναμία μιας πρόωρης «μεγάλης διευθέτησης»: οι συσχετισμοί ισχύος δεν έχουν ακόμη σταθεροποιηθεί και η Ρωσία μπορεί να κινηθεί είτε προς μια εκεχειρία είτε προς νέα κλιμάκωση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο ισχυρότερος στρατιωτικός πυλώνας της Δύσης, αλλά οι στρατηγικές τους προτεραιότητες είναι πλέον παγκόσμιες. Η Κίνα αποτελεί οικονομικό, τεχνολογικό και στρατηγικό ανταγωνιστή διαφορετικής τάξης μεγέθους. Η Ρωσία παραμένει μεγάλη πυρηνική δύναμη και άμεση στρατιωτική απειλή για την Ευρώπη, χωρίς όμως να διαθέτει το συνολικό βάρος της Σοβιετικής Ένωσης.
Και η Ευρώπη δεν είναι πλέον η Ευρώπη του 1945.
Η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί να αποφασίζεται ερήμην της.
Το τέλος του πολέμου δεν σημαίνει και ειρήνη
Εδώ βρίσκεται ίσως το δυσκολότερο πολιτικό πρόβλημα των ημερών μας.
Ο πόλεμος κάποτε θα σταματήσει. Δεν υπάρχει όμως καμία εγγύηση ότι θα ακολουθήσει μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία που θα επιλύει τα ζητήματα των κατεχόμενων εδαφών, των εγγυήσεων ασφαλείας, των κυρώσεων και της μελλοντικής σχέσης της Ρωσίας με τη Δύση.
Το πιθανότερο είναι ότι η Ευρώπη θα έχει το μεγαλύτερο διακύβευμα και θα επωμιστεί μεγαλύτερο μέρος του κόστους της αποτροπής μιας νέας κλιμάκωσης, την ώρα που οι αμερικανικές προτεραιότητες θα εκτείνονται πολύ πέρα από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Αυτό ακριβώς αποτελεί την αφετηρία της έννοιας της «διαχειριζόμενης αστάθειας» (managed disorder): μιας κατάστασης στην οποία ο ανταγωνισμός συνεχίζεται, αλλά περιορίζεται ο κίνδυνος να μετατραπεί ξανά σε ανεξέλεγκτο πόλεμο.
Δεν πρόκειται για συμφιλίωση. Ούτε για επιστροφή στην κανονικότητα.
Η έννοια της διαχειριζόμενης αστάθειας προϋποθέτει ισχυρή αποτροπή, μηχανισμούς επαλήθευσης, σαφείς συνέπειες για τις παραβιάσεις και ταυτόχρονα περιορισμένους διαύλους επικοινωνίας ώστε ένα ατύχημα, μια λανθασμένη εκτίμηση ή ένα τοπικό επεισόδιο να μην εξελιχθούν σε γενικευμένη σύγκρουση.
Η ειρήνη, με άλλα λόγια, μπορεί για μεγάλο διάστημα να σημαίνει διαχείριση μιας επικίνδυνης αντιπαράθεσης.
Η Ρωσία μετά τον πόλεμο δεν θα είναι κατ’ ανάγκην λιγότερο επικίνδυνη
Μια δεύτερη αυταπάτη που η Ευρώπη πρέπει να αποφύγει είναι ότι οι στρατιωτικές απώλειες ή οι οικονομικές πιέσεις θα κάνουν αυτομάτως τη Ρωσία λιγότερο αναθεωρητική.
Μπορεί να συμβεί το αντίθετο.
Πρόσφατες αναλύσεις του ινστιτούτου Carnegie προειδοποιούν ότι μια μεταπολεμική Ρωσία μπορεί να εξέλθει από τη σύγκρουση περισσότερο ανασφαλής, περισσότερο πικραμένη και περισσότερο επικίνδυνη για την Ευρώπη. Βραχυπρόθεσμα, μάλιστα, οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι ενδέχεται να προέρχονται όχι από μια συμβατική επίθεση αλλά από δραστηριότητες της «γκρίζας ζώνης»: δολιοφθορές, κυβερνοεπιθέσεις, παρεμβάσεις, επιχειρήσεις επιρροής και πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές.
Το Συμβούλιο της ΕΕ κατέγραψε τον Μάρτιο του 2026 ακριβώς αυτή τη διεύρυνση του πεδίου αντιπαράθεσης, καταδικάζοντας τις επίμονες και συντονισμένες ρωσικές υβριδικές εκστρατείες που περιλαμβάνουν δολιοφθορές, κακόβουλες κυβερνοενέργειες, χειραγώγηση της πληροφορίας, εκλογικές παρεμβάσεις και εργαλειοποίηση της μετανάστευσης.
Οι χώρες της Βαλτικής βρίσκονται αναπόφευκτα στην πρώτη γραμμή. Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια νέα πρόκληση για το ΝΑΤΟ: όχι μόνο πώς αποτρέπεις μια ξεκάθαρη στρατιωτική εισβολή, αλλά πώς αντιδράς σε μια ενέργεια σκόπιμα σχεδιασμένη, ώστε να παραμένει κάτω από το κατώφλι του πολέμου και να δημιουργεί αμφιβολίες για το πότε και πώς πρέπει να υπάρξει συλλογική αντίδραση.
Η ασάφεια γίνεται η ίδια στρατηγικό όπλο.
Η νέα στρατηγική κουλτούρα της Ευρώπης
Η Ευρώπη έχει αρχίσει να προσαρμόζεται.
Η Στρατηγική Πυξίδα του 2022 αναγνώρισε ήδη την ανάγκη μεγαλύτερης ικανότητας δράσης, ανθεκτικότητας και επενδύσεων στην άμυνα. Το SAFE αποτελεί ένα ακόμη ποιοτικό βήμα: παρέχει έως 150 δισ. ευρώ σε δάνεια για την επιτάχυνση κοινών αμυντικών προμηθειών και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανικής βάσης.
Το ίδιο συμβαίνει στο ΝΑΤΟ.
Στη Σύνοδο της Άγκυρας στις 7-8 Ιουλίου 2026, οι Σύμμαχοι επανεπιβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους στο Άρθρο 5, χαρακτήρισαν τη Ρωσία μακροπρόθεσμη απειλή για την ευρωατλαντική ασφάλεια και κατέγραψαν τη μεγαλύτερη ανάληψη ευθύνης από τους Ευρωπαίους συμμάχους και τον Καναδά. Παράλληλα, η αμυντική βιομηχανία, η παραγωγή, η τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη, τα μη επανδρωμένα συστήματα και η αεράμυνα βρέθηκαν στον πυρήνα των αποφάσεων.
Αυτό είναι το ουσιώδες.
Η αλλαγή της Ευρώπης δεν μετριέται μόνο σε ποσοστά του ΑΕΠ.
Η ασφάλεια πλέον περιλαμβάνει λιμάνια και αεροδρόμια, ενεργειακά δίκτυα, υποθαλάσσια καλώδια, δορυφόρους, εφοδιαστικές αλυσίδες, κυβερνοχώρο, τεχνολογίες αιχμής και την προστασία της ίδιας της δημοκρατικής διαδικασίας.
Η ανθεκτικότητα γίνεται μέρος της αποτροπής.
Ένα κράτος δεν αρκεί να μπορεί να αποκρούσει μια στρατιωτική επίθεση. Πρέπει να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί όταν δέχεται κυβερνοεπίθεση, δολιοφθορά, ενεργειακό εκβιασμό ή οργανωμένη παραπληροφόρηση.
Η Ευρώπη, επομένως, δεν εγκαταλείπει την ήπια ισχύ της. Ανακαλύπτει ξανά ότι η ισχύς έχει πολλές διαστάσεις και ότι οι κανόνες, για να παραμείνουν κανόνες, πρέπει να μπορούν και να προστατευθούν.
Ευρωπαϊκή άμυνα ή ΝΑΤΟ; Ένα ψευδές δίλημμα
Στο νέο αυτό περιβάλλον, το δίλημμα «ευρωπαϊκή αυτονομία ή ΝΑΤΟ» είναι ξεπερασμένο.
Η Στρατηγική Πυξίδα χαρακτηρίζει ρητά μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή άμυνα συμπληρωματική προς το ΝΑΤΟ, ενώ η ίδια η Συμμαχία μιλά πλέον για «μια ισχυρότερη Ευρώπη σε ένα ισχυρότερο ΝΑΤΟ».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν καθοριστικές για την πυρηνική αποτροπή, τις στρατηγικές δυνατότητες και την ισχύ της Συμμαχίας.
Η Ευρώπη, όμως, δεν μπορεί πλέον να στηρίζει την ασφάλειά της στην υπόθεση ότι η αμερικανική προσοχή και οι πόροι θα κατευθύνονται πάντοτε προς αυτήν στον ίδιο βαθμό.
Η στρατηγική αυτονομία αποκτά έτσι πιο πρακτική έννοια: ικανότητα μεγαλύτερης ευρωπαϊκής ευθύνης χωρίς διάρρηξη του διατλαντικού δεσμού.
Και η Ελλάδα;
Για την Ελλάδα, αυτή η μετάβαση δεν είναι θεωρητική.
Η χώρα βρίσκεται στην Ανατολική Μεσόγειο, στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και κοντά σε μια Μαύρη Θάλασσα που αποκτά εκ νέου κεντρική γεωστρατηγική σημασία.
Η Τουρκία, μέσω των Στενών και της Σύμβασης του Μοντρέ, θα εξακολουθήσει να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα οποιασδήποτε μελλοντικής ρύθμισης της ασφάλειας στη Μαύρη Θάλασσα. Αυτό σημαίνει ότι εκ των πραγμάτων καμία σοβαρή μεταπολεμική αρχιτεκτονική στην περιοχή δεν μπορεί να αγνοήσει το ρόλο της Άγκυρας.
Για την Αθήνα, επομένως, η ευρωπαϊκή άμυνα δεν μπορεί να διαβάζεται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Η Ελλάδα έχει συμφέρον από μια Ευρώπη με ισχυρότερη αμυντική βιομηχανία, αποτελεσματικότερη προστασία κρίσιμων υποδομών, μεγαλύτερη ενεργειακή και τεχνολογική ανθεκτικότητα και πραγματική δυνατότητα αποτροπής.
Έχει συμφέρον, επίσης, να συμμετέχει στη διαμόρφωση αυτής της νέας στρατηγικής κουλτούρας και όχι απλώς να προσαρμόζεται στις αποφάσεις των άλλων.
Η ειρήνη ως στρατηγικό επίτευγμα
Η μεγαλύτερη ίσως παρανόηση των τελευταίων ετών είναι ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δημιούργησε έναν νέο κόσμο.
Στην πραγματικότητα, αποκάλυψε ότι ο παλαιός είχε ήδη αρχίσει να τελειώνει.
Η Ευρώπη δεν επιστρέφει στον Ψυχρό Πόλεμο. Δεν βρίσκεται μπροστά σε μια νέα Γιάλτα. Και το τέλος των μαχών στην Ουκρανία δεν θα σημάνει αναγκαστικά επιστροφή στην ειρήνη όπως τη γνωρίσαμε μετά το 1991.
Πιθανότερο είναι ότι θα ακολουθήσει μια μακρά περίοδος ατελούς ειρήνης, αποτροπής, ανταγωνισμού και διαχείρισης κινδύνων.
Αυτό απαιτεί μια διαφορετική Ευρώπη.
Μια Ευρώπη που:
- δεν θα εγκαταλείπει το διεθνές δίκαιο, αλλά θα διαθέτει την ισχύ για να το υπερασπίζεται,
- δεν θα συγχέει τον διάλογο με την εμπιστοσύνη,
- θα μπορεί να συνομιλεί με έναν αντίπαλο χωρίς να αφοπλίζεται απέναντί του και
- που θα αντιλαμβάνεται ότι η στρατιωτική ισχύς, η κοινωνική ανθεκτικότητα, η τεχνολογική κυριαρχία και η αμυντική βιομηχανία αποτελούν πλέον τμήματα της ίδιας στρατηγικής εξίσωσης.
Κυρίως, όμως, απαιτεί να εγκαταλείψουμε μια βαθιά ριζωμένη μεταψυχροπολεμική βεβαιότητα:
ότι η ειρήνη αποτελεί τη φυσιολογική κατάσταση της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Δεν αποτελεί.
Η ειρήνη είναι πολιτικό και στρατηγικό επίτευγμα.
Και στην Ευρώπη που αναδύεται μετά την Ουκρανία, θα πρέπει ξανά να οικοδομείται, να προστατεύεται και να διαθέτει αρκετή ισχύ ώστε να αποτρέπει εκείνους που επιχειρούν να την ανατρέψουν.