Μια διαπραγμάτευση που είχε φτάσει στα όρια της ρήξης μέχρι το βράδυ της Τετάρτης 22 Ιουλίου, κατέληξε τελικά την Πέμπτη σε συμφωνία των «27» για το 21ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκε η Ελλάδα, η οποία αναδείχθηκε σε καθοριστικό παράγοντα απέναντι στην αρχική πρόταση της Κομισιόν και πέτυχε τελικά να διαμορφώσει σε σημαντικό βαθμό το ενεργειακό σκέλος του πακέτου, με πιο εμβληματική περίπτωση αυτή της ελληνικής ναυτιλιακής Dynagas, συμφερόντων του εφοπλιστή Γιώργου Προκοπίου.
«Διαβατήριο» για τη Dynagas
Η αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προέβλεπε πλήρη απαγόρευση μεταφοράς ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προς τρίτες χώρες από ευρωπαϊκές εταιρείες. Η Αθήνα αντέτεινε ότι ένα τέτοιο μέτρο θα ήταν ουσιαστικά αναποτελεσματικό, αφού τα πλοία θα μπορούσαν απλώς να αλλάξουν σημαία ή έδρα, χωρίς πραγματικό πλήγμα στις ρωσικές εξαγωγές.
Το επιχείρημα αυτό τελικά έγινε αποδεκτό, ανοίγοντας τον δρόμο για μια στοχευμένη εξαίρεση που αφορά κατεξοχήν την ελληνική εταιρεία: η Dynagas θα μπορεί να συνεχίσει να μεταφέρει ρωσικό LNG από την Αρκτική προς πελάτες εκτός ΕΕ, στο πλαίσιο συμβάσεων που είχαν ήδη υπογραφεί πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.
Τι επιτρέπει η εξαίρεση
Η ρύθμιση καλύπτει μόνο προϋπάρχουσες συμβάσεις, ενώ απαγορεύεται η σύναψη νέων:
- Οι μεταφερόμενες ποσότητες δεν μπορούν να ξεπερνούν εκείνες που διακινήθηκαν το 2025, χρονιά κατά την οποία, σύμφωνα με την Κομισιόν, οι σχετικές μεταφορές είχαν ήδη υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδά τους.
- Η εξαίρεση ισχύει για έναν χρόνο και υπάρχει πρόβλεψη για παράτασή της, εκτός εάν το Συμβούλιο με ομόφωνη απόφαση καταλήξει σε κάτι διαφορετικό.
- Οι εταιρείες θα παρέχουν, από την πλευρά τους, τακτικά στοιχεία για φορτία, διαδρομές, προορισμούς και τιμές, στοιχεία που θα αξιοποιηθούν στην επόμενη επανεξέταση.
Παραμένουν παράλληλα σε ισχύ οι απαγορεύσεις μεταφόρτωσης ρωσικού LNG σε ευρωπαϊκούς λιμένες και χρήσης ευρωπαϊκών τερματικών σταθμών, ενώ η πλήρης απαγόρευση εισαγωγής ρωσικού LNG στην ενωσιακή αγορά μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2027.
Η ελληνική θέση που έπεισε την Κομισιόν: Κίνδυνος κινεζικής «εισβολής»
Πίσω από την υποχώρηση των Βρυξελλών κρύβεται ένα επιχείρημα με γεωοικονομικό βάθος. Ανώτερος αξιωματούχος της Κομισιόν παραδέχθηκε ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος μια πλήρης απαγόρευση να πλήξει περισσότερο τις ίδιες τις ευρωπαϊκές εταιρείες παρά τη Ρωσία. Η αγορά μεταφοράς αρκτικού LNG εξυπηρετείται από περιορισμένο αριθμό εξειδικευμένων, παγοθραυστικών πλοίων, αρκετά από τα οποία, αν και ανήκουν τυπικά σε ευρωπαϊκούς φορείς, έχουν αποκτηθεί μέσω μακροχρόνιας χρηματοδότησης από κινεζικούς επενδυτικούς ομίλους που συμμετέχουν και στο μετοχικό τους κεφάλαιο.
Αν οι ευρωπαϊκές εταιρείες έχαναν απότομα τα έσοδα από τις μεταφορές αυτές και αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις χρηματοδοτικές τους υποχρεώσεις, τα πλοία θα κινδύνευαν να περάσουν σε κινεζικά χέρια, συνεχίζοντας να μεταφέρουν τα ίδια ρωσικά φορτία πλέον εκτός κάθε ευρωπαϊκού ελέγχου. Με άλλα λόγια, μια «σκληρή» απαγόρευση ρίσκαρε να μην περιορίσει καθόλου τις ρωσικές ροές, παραδίδοντας απλώς τη δραστηριότητα σε μη ευρωπαϊκά χέρια.
Το πλαφόν στο πετρέλαιο «παγώνει» για δώδεκα μήνες
Στο ίδιο πακέτο συμβιβασμού εντάχθηκε και μια δεύτερη ελληνική «νίκη»: τα κράτη-μέλη συμφώνησαν να διατηρήσουν αμετάβλητο για έναν χρόνο το ευρωπαϊκό πλαφόν στην τιμή του ρωσικού αργού, στα 44,10 δολάρια το βαρέλι, αποτρέποντας την αυτόματη αναπροσαρμογή που θα το εκτόξευε στα περίπου 58,5 δολάρια λόγω της ανόδου των διεθνών τιμών μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή. Η Κομισιόν είχε αρχικά προτείνει αναστολή έξι μηνών. Το Συμβούλιο προχώρησε σε «πάγωμα» δώδεκα μηνών, έως τον Ιούλιο του 2027.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο μηχανισμός του πλαφόν έχει ήδη συμβάλει σε μείωση των ρωσικών πετρελαϊκών εσόδων κατά 30% από το 2022 έως το τέλος του 2025, με πρόσθετη πτώση 20% το πρώτο τρίμηνο του 2026, παρότι η πρόσφατη άνοδος των διεθνών τιμών απέφερε στη Μόσχα πρόσθετα έσοδα περίπου 23 δισ. δολαρίων μόνο τον Απρίλιο και τον Μάιο.
Η θέση της Αθήνας, από τον Φεβρουάριο έως σήμερα
Η ελληνική επιχειρηματολογία δεν είναι καινούργια. Ήδη από τις διαπραγματεύσεις για το 20ό πακέτο, τον Φεβρουάριο, η Αθήνα υποστήριζε ότι το πλαφόν είναι πιο αποτελεσματικό από μια οριζόντια απαγόρευση, καθώς περιορίζει τα ρωσικά έσοδα χωρίς να παραδίδει την αγορά σε κινεζικές, ινδικές ή άλλες μη ευρωπαϊκές εταιρείες και στον «σκιώδη στόλο». Την ίδια γραμμή είχε εκφράσει δημόσια και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, ζητώντας «στοχευμένες κυρώσεις» με «ωφέλιμο αποτέλεσμα».
Η Κομισιόν απέφυγε να πάρει πολιτική θέση για το αν η ελληνική στάση αποδυναμώνει το πακέτο ή δημιουργεί προηγούμενο για μελλοντικές εθνικές εξαιρέσεις άλλων κρατών-μελών. Ανώτερος αξιωματούχος της Επιτροπής, πάντως, απέρριψε την εικόνα ενός «αποδυναμωμένου» πακέτου, χαρακτηρίζοντας σημαντικό επίτευγμα τη διατήρηση του πλαφόν σε επίπεδο πάνω από 20 δολάρια χαμηλότερο από την τρέχουσα τιμή των Urals, και υπογραμμίζοντας ότι η επίτευξη ομοφωνίας για 21η συνεχή φορά αποτελεί ένδειξη συνοχής της Ένωσης.