Της Μαρίας-Χριστίνας Δουλάμη, Συνεργάτιδα Επικοινωνίας, The Green Tank
Η Ευρώπη βιώνει ένα από τα πιο ακραία καλοκαίρια των τελευταίων δεκαετιών. Θερμοκρασίες που σπάνε ρεκόρ, νύχτες χωρίς δροσιά, δάση που καίγονται, θάλασσες που θερμαίνονται και πόλεις που μετατρέπονται σε θερμικές παγίδες κάτω από το τσιμέντο και την άσφαλτο.
Μπροστά σε κάθε νέο κύμα καύσωνα, η συζήτηση επικεντρώνεται – εύλογα – στην προστασία των πολιτών: στα κλιματιστικά, στα ενεργειακά δίκτυα, στα σχέδια πολιτικής προστασίας, στα μέτρα για τις ευάλωτες ομάδες.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη συζήτηση συχνά απουσιάζει ένας από τους ισχυρότερους συμμάχους μας απέναντι στην ακραία ζέστη: μια αποτελεσματική, διαθέσιμη και δοκιμασμένη υποδομή που παρέχει τις υπηρεσίες της δωρεάν.
Η φύση.
Όταν η θερμοκρασία γίνεται ανυπόφορη, πού αναζητούμε καταφύγιο; Στη σκιά ενός δέντρου, σε ένα πάρκο, δίπλα σε ένα ποτάμι, σε μια παραλία που διατηρεί ακόμη τη φυσική της βλάστηση. Ενστικτωδώς στρεφόμαστε προς τη φύση για να βρούμε αυτό που δυσκολεύονται να μας προσφέρουν οι πόλεις: δροσιά.
Δεν είναι τυχαίο. Τα δέντρα μειώνουν τη θερμοκρασία στις πόλεις, οι υγρότοποι λειτουργούν ως φυσικοί ρυθμιστές του νερού, τα δάση συμβάλλουν στη σταθεροποίηση του μικροκλίματος, ενώ τα θαλάσσια οικοσυστήματα αποθηκεύουν άνθρακα και ενισχύουν την ανθεκτικότητα των ακτών απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Η φύση λειτουργει ως το φυσικό σύστημα ψύξης του πλανήτη.
Κι όμως, ενώ αναγνωρίζουμε ενστικτωδώς αυτή τη λειτουργία της, εξακολουθούμε να τη θεωρούμε κάτι δευτερεύον: ως μια περιβαλλοντική πολυτέλεια που προστατεύουμε όταν περισσεύουν οι πόροι και όχι ως μια κρίσιμη υποδομή για την ασφάλεια, την υγεία και την ευημερία μας.
Η πραγματικότητα είναι ακριβώς η αντίθετη.
Η φύση δεν είναι μόνο θύμα της κλιματικής κρίσης. Είναι και μέρος της λύσης.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη Μεσόγειο και ειδικότερα για την Ελλάδα. Τα κύματα καύσωνα γίνονται συχνότερα και εντονότερα, οι δασικές πυρκαγιές πιο καταστροφικές, η λειψυδρία εμφανίζεται όλο και συχνότερα, ενώ οι παράκτιες περιοχές απειλούνται από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και τη διάβρωση.
Την ίδια στιγμή, πολλά από τα οικοσυστήματα που μπορούν να λειτουργήσουν ως φυσικές ασπίδες βρίσκονται τα ίδια υπό πίεση. Η άναρχη δόμηση, η υποβάθμιση των υγροτόπων, η απώλεια δασών, η ρύπανση και η καταστροφή των θαλάσσιων οικοσυστημάτων μειώνουν σταδιακά την ικανότητα της φύσης να μας προστατεύει.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η κλιματική αλλαγή υποβαθμίζει τη φύση και η υποβάθμιση της φύσης επιδεινώνει τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Το βλέπουμε ξεκάθαρα και στη θάλασσα.
Τα λιβάδια Ποσειδωνίας, ένα από τα σημαντικότερα οικοσυστήματα της Μεσογείου, φιλοξενούν πλούσια βιοποικιλότητα, προστατεύουν τις ακτές από τη διάβρωση και αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες άνθρακα για αιώνες. Ωστόσο, εξακολουθούν να υποβαθμίζονται από την ανεξέλεγκτη αγκυροβόληση, την παράκτια ανάπτυξη, τη ρύπανση και τις αυξανόμενες πιέσεις της κλιματικής αλλαγής.
Η προστασία τους δεν είναι μόνο ζήτημα προστασίας της φύσης.
Είναι ζήτημα κλιματικής πολιτικής, οικονομικής ανθεκτικότητας και προστασίας των παράκτιων κοινωνιών.
Γι’ αυτό η προστασία της φύσης δεν αρκεί πλέον.
Χρειαζόμαστε και αποκατάσταση.
Για δεκαετίες, η περιβαλλοντική πολιτική επικεντρωνόταν κυρίως στη διατήρηση όσων οικοσυστημάτων είχαν απομείνει. Σήμερα όμως γνωρίζουμε ότι αυτό δεν είναι αρκετό. Σε πολλές περιπτώσεις, η φύση έχει ήδη υποβαθμιστεί τόσο ώστε απαιτούνται ενεργές παρεμβάσεις για να ανακτήσει τις λειτουργίες της.
Αυτό ακριβώς επιδιώκει ο νέος Ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Αποκατάσταση της Φύσης: να περάσουμε από τη λογική της απλής προστασίας στη λογική της ανάκαμψης των οικοσυστημάτων.
Να αποκαταστήσουμε δάση και υγροτόπους. Να επανασυνδέσουμε ποτάμια με τις φυσικές τους πλημμυρικές πεδιάδες. Να επαναφέρουμε τα λιβάδια Ποσειδωνίας. Να δημιουργήσουμε περισσότερο πράσινο στις πόλεις.
Η αποκατάσταση της φύσης δεν αφορά μόνο τη βιοποικιλότητα – τα πουλιά, τα ψάρια ή τα δάση.
Αφορά το πώς θα ζούμε εμείς.
Το αν τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα θα κληρονομήσουν πόλεις που υπερθερμαίνονται κάθε καλοκαίρι ή γειτονιές με δέντρα και σκιά. Το αν οι ακτές θα συνεχίσουν να προστατεύουν τις τοπικές κοινωνίες ή θα υποχωρούν χρόνο με τον χρόνο. Το αν θα επενδύσουμε στην πρόληψη ή θα πληρώνουμε διαρκώς το κόστος των καταστροφών.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι θεωρητική. Τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα καλείται να σχεδιάσει πώς θα εφαρμόσει τον νέο Ευρωπαϊκό Κανονισμό για την Αποκατάσταση της Φύσης μέσα από το Εθνικό Σχέδιο Αποκατάστασης. Πρόκειται για μια μοναδική ευκαιρία να αντιμετωπίσουμε την αποκατάσταση της φύσης όχι ως περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά ως επένδυση στην ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι στην κλιματική κρίση.
Και δεν αρκεί ο σχεδιασμός, χρειάζονται και επενδύσεις. Όμως, παρά τα τεκμηριωμένα οφέλη της, εξακολουθούμε να επενδύουμε πολύ λιγότερα στη φύση από όσα απαιτούνται. Το χρηματοδοτικό κενό για την προστασία και αποκατάσταση των οικοσυστημάτων παραμένει τεράστιο, τόσο στην Ευρώπη όσο και παγκοσμίως.
Ίσως λοιπόν το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολήσει αυτό το καλοκαίρι δεν είναι μόνο πόσους βαθμούς θα δείξει το θερμόμετρο στο επόμενο κύμα καύσωνα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη φύση ως κάτι δεδομένο.
Ή αν θα αναγνωρίσουμε επιτέλους ότι αποτελεί μία από τις σημαντικότερες υποδομές που διαθέτουμε απέναντι στην κλιματική κρίση.
Γιατί κάθε δέντρο που χάνεται, κάθε υγρότοπος που υποβαθμίζεται και κάθε θαλάσσιο λιβάδι που καταστρέφεται δεν είναι μόνο μια απώλεια για τη βιοποικιλότητα. Είναι η απώλεια ενός ακόμη κομματιού της φυσικής μας άμυνας απέναντι σε έναν θερμότερο και πιο αβέβαιο κόσμο.
Και γι’ αυτό, κάθε οικοσύστημα που προστατεύεται ή αποκαθίσταται δεν αποτελεί απλώς μια νίκη για τη φύση. Αποτελεί μια επένδυση σε ένα πιο δροσερό, ασφαλές και ανθεκτικό μέλλον για όλους μας.