Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

*

Advertisement
Advertisement

Υπάρχουν ιστορικές περίοδοι κατά τις οποίες οι κοινωνίες δεν παρακμάζουν πρωτίστως εξαιτίας στρατιωτικών ηττών, οικονομικών κρίσεων ή ακόμη και της απώλειας της κρατικής τους υπόστασης, αλλά επειδή διαβρώνεται σταδιακά η πίστη τους στη σημασία του συλλογικού βίου και της πολιτικής συμμετοχής. Πρόκειται για μια μορφή παρακμής βαθύτερη από κάθε εξωτερική απειλή, καθώς εξελίσσεται αθόρυβα στο επίπεδο των αξιών, των κοινωνικών αναπαραστάσεων και των πολιτικών πρακτικών. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, ο πολίτης μετασχηματίζεται σε ιδιώτη, η πολιτική κοινότητα σε άθροισμα ατομικών επιδιώξεων και το δημόσιο συμφέρον σε πεδίο ανταγωνισμού επιμέρους συμφερόντων. Υπό αυτή την έννοια, η ιδιωτεία δεν αποτελεί απλώς ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας· συνιστά μια βαθύτερη ιστορική παθολογία, η οποία δυσχεραίνει τη μετατροπή του πολιτισμικού, κοινωνικού και ανθρώπινου δυναμικού του Ελληνισμού σε συνεκτικό συλλογικό επίτευγμα.

Η προβληματική αυτή διαθέτει βαθιές ιστορικές ρίζες. Στην κλασική Ελληνική σκέψη, ο όρος «ιδιώτης» δεν περιέγραφε απλώς τον άνθρωπο της ιδιωτικής ζωής, αλλά εκείνον που αποσυρόταν από τα κοινά, αρνούμενος να συμμετάσχει στη διαμόρφωση της πολιτικής κοινότητας. Ο Θουκυδίδης, μέσω του Επιταφίου του Περικλή, αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο την ελληνική αντίληψη περί πολιτειότητας, σύμφωνα με την οποία όποιος δεν μετέχει στα κοινά δεν θεωρείται απλώς αδρανής αλλά «ἀχρεῖος». Η πόλις δεν νοείται ως διοικητικός μηχανισμός, αλλά ως κοινότητα ελευθέρων πολιτών που αναλαμβάνουν από κοινού την ευθύνη της συλλογικής τους μοίρας. Η πολιτική συμμετοχή δεν αποτελεί μόνο δικαίωμα· συνιστά θεμελιώδη όρο της ελευθερίας.

Η σημασία αυτής της παρακαταθήκης καθίσταται ακόμη πιο εμφανής όταν εξετασθεί η ιστορική συνέχεια του ελληνικού πολιτικού φαινομένου. Σύμφωνα με την ανάλυση του Γιώργου Κοντογιώργη, τα Ελληνικά κοινά της ύστερης βυζαντινής και οθωμανικής περιόδου δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά ως απλές κοινότητες ή ως μορφές τοπικής αυτοδιοίκησης με τη σύγχρονη έννοια. Αποτελούσαν πολιτειακά μορφώματα, δηλαδή οργανωμένες πολιτικές κοινωνίες που διατηρούσαν ουσιώδεις αρμοδιότητες αυτοκυβέρνησης, δημοσιονομικής διαχείρισης, δικαιοσύνης, παιδείας, πρόνοιας και οικονομικής οργάνωσης. Τα κοινά συνιστούσαν τη μετεξέλιξη της αρχαίας πόλεως στο περιβάλλον της οικουμενικής φάσης του Ελληνικού κοσμοσυστήματος και διατηρούσαν ζωντανή την ανθρωποκεντρική παράδοση της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων.

Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της νεοελληνικής ιδιωτείας. Η κυρίαρχη ερμηνεία θεωρεί συνήθως ότι η πολιτική παθητικότητα των Νεοελλήνων αποτελεί πολιτισμικό κατάλοιπο της Οθωμανοκρατίας. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή παραβλέπει ότι οι Ελληνικές κοινωνίες της προεπαναστατικής περιόδου διέθεταν θεσμούς συλλογικής αυτοκυβέρνησης, λαϊκές συνελεύσεις και μορφές πολιτικής συμμετοχής που δεν απαντούσαν στις περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες της ίδιας εποχής. Όπως υποστηρίζει ο Γ. Κοντογιώργης, τα κοινά λειτουργούσαν ως πολιτειακές κοινωνίες και όχι ως διοικητικά παραρτήματα μιας κεντρικής εξουσίας. Η κοινωνία δεν ήταν αποκομμένη από την πολιτική· αντιθέτως, αποτελούσε ενεργό συντελεστή της.

Η ιστορική τομή επήλθε μετά τη συγκρότηση του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους. Με τον νόμο της Αντιβασιλείας «Περί συστάσεως των Δήμων» της 27ης Δεκεμβρίου 1833/8ης Ιανουαρίου 1834, το σύστημα των Ελληνικών κοινών καταλύθηκε και αντικαταστάθηκε από ένα συγκεντρωτικό διοικητικό σύστημα βαυαρικής έμπνευσης. Οι δήμοι που δημιουργήθηκαν δεν αποτελούσαν συνέχεια των κοινοτικών πολιτειών αλλά διοικητικές περιφέρειες υπαγόμενες στην κεντρική εξουσία. Οι αρμοδιότητες που επί αιώνες ασκούνταν από τις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες μεταφέρθηκαν στο κράτος, ενώ οι λαϊκές συνελεύσεις και οι μορφές άμεσης συμμετοχής των πολιτών περιθωριοποιήθηκαν ή καταργήθηκαν.

Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστούσε απλώς διοικητική μεταρρύθμιση. Αντιπροσώπευε μια βαθιά ανθρωπολογική και πολιτειακή μεταβολή. Ο πολίτης των κοινών, ο οποίος συμμετείχε στη διαχείριση των συλλογικών υποθέσεων, μεταβλήθηκε σταδιακά σε υπήκοο ενός συγκεντρωτικού κράτους. Η πολιτική αποσπάστηκε από την κοινωνία και μεταφέρθηκε στο επίπεδο μιας εξουσίας που λειτουργούσε εξωτερικά προς αυτήν. Έτσι δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη γένεση του νεοελληνικού ιδιώτη⸱ ενός ανθρώπου που δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως συμμέτοχο στη διαμόρφωση των κοινών υποθέσεων αλλά ως αποδέκτη αποφάσεων που λαμβάνονται από άλλους.

Advertisement

Υπό αυτό το πρίσμα, η ιδιωτεία της σύγχρονης Ελληνικής κοινωνίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως ηθική ή πολιτισμική αποτυχία. Συνδέεται με μια ιστορική διαδικασία αποπολιτικοποίησης της κοινωνίας και υποκατάστασης της πολιτειότητας από τη λογική της κρατικής διαμεσολάβησης. Η σχέση του πολίτη με το κράτος καθίσταται εργαλειακή· η πολιτική αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός παροχών και διευθετήσεων και όχι ως πεδίο συλλογικής ευθύνης. Το δημόσιο συμφέρον υποχωρεί μπροστά στην επιδίωξη του ατομικού οφέλους, ενώ η συμμετοχή περιορίζεται συχνά στην εκλογική διαδικασία.

Η προβληματική αυτή συναντά τις κλασικές αναλύσεις του Αλέξις ντε Τοκβίλ, ο οποίος είχε επισημάνει ότι οι δημοκρατίες απειλούνται όχι μόνο από την αυθαιρεσία της εξουσίας αλλά και από τον ατομικισμό των πολιτών. Ο άνθρωπος της μαζικής κοινωνίας αποσύρεται στον στενό κύκλο των ιδιωτικών του συμφερόντων, εγκαταλείποντας τη φροντίδα της ευρύτερης κοινότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια κοινωνία πολιτικά παθητική και ευάλωτη σε μορφές διοικητικής και ιδεολογικής χειραγώγησης.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη. Για τον Έλληνα στοχαστή, η δημοκρατία δεν αποτελεί ένα σύνολο θεσμών που λειτουργούν αυτομάτως, αλλά μια διαρκή διαδικασία αυτοθέσμισης της κοινωνίας. Όταν οι πολίτες παύουν να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση των κανόνων που τους διέπουν, οι θεσμοί διατηρούνται τυπικά αλλά χάνουν το ουσιαστικό τους περιεχόμενο. Η δημοκρατία επιβιώνει ως μορφή, ενώ αποδυναμώνεται ως περιεχόμενο.

Advertisement

Η ιδιωτεία εκδηλώνεται σήμερα σε πολλαπλά επίπεδα. Αποτυπώνεται στην αδυναμία προστασίας των δημόσιων αγαθών, στη διάβρωση της κοινωνικής εμπιστοσύνης, στη δυσκολία συγκρότησης συλλογικών πρωτοβουλιών και στην πεποίθηση ότι η ευθύνη για τα κοινά ανήκει πάντοτε σε κάποιον άλλον. Αντανακλάται επίσης στη διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος, της πολιτισμικής κληρονομιάς και του δημόσιου χώρου, όπου συχνά κυριαρχεί η λογική της άμεσης εκμετάλλευσης έναντι της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας.

Η ίδια κρίση πολιτειότητας εκδηλώνεται και στον χώρο του πολιτισμού και της παραγωγής. Η κοινωνία καταναλώνει ολοένα περισσότερο πολιτισμό παρά τον παράγει, ενώ η οικονομική δραστηριότητα μετατοπίζεται από τη δημιουργία προς την πρόσοδο και από την παραγωγή προς την εκμετάλλευση υφιστάμενων πόρων. Η πολιτισμική και φυσική κληρονομιά αντιμετωπίζεται συχνά ως εμπορεύσιμο αγαθό και όχι ως κοινό κεφάλαιο που οφείλει να μεταβιβαστεί ακέραιο στις επόμενες γενιές.

Εδώ ακριβώς αναδύεται η τραγική διάσταση του φαινομένου. Η ύβρις δεν συνίσταται μόνο στην αλαζονεία αλλά και στη λήθη του μέτρου· στην πεποίθηση ότι μια κοινωνία μπορεί να απολαμβάνει επ’ αόριστον τα αγαθά που κληρονόμησε χωρίς να αναλαμβάνει την ευθύνη της αναπαραγωγής και της διατήρησής τους. Η νέμεση δεν εκδηλώνεται αναγκαστικά ως θεαματική κατάρρευση. Εμφανίζεται ως σταδιακή αποδυνάμωση των θεσμών, υποβάθμιση της παιδείας, φθορά της κοινωνικής συνοχής και εξάντληση των δημιουργικών αποθεμάτων της κοινωνίας.

Advertisement

Η υπέρβαση αυτής της κατάστασης δεν είναι πρωτίστως οικονομικό ή διοικητικό εγχείρημα. Είναι κατεξοχήν παιδευτικό και πολιτισμικό. Προϋποθέτει την ανασυγκρότηση της έννοιας του πολίτη και την επανασύνδεση της κοινωνίας με την πολιτική. Προϋποθέτει, με άλλα λόγια, την ανάκτηση εκείνου του ανθρωποκεντρικού κεκτημένου που εξέφραζαν επί αιώνες τα Ελληνικά κοινά και το οποίο αποδυναμώθηκε με την επιβολή του συγκεντρωτικού κρατικού μοντέλου μετά το 1834.

Το κρίσιμο διακύβευμα για τον Ελληνισμό στον 21ο αιώνα δεν είναι απλώς η οικονομική ανάπτυξη ή η γεωπολιτική ισχύς. Είναι εάν θα κατορθώσει να ανασυγκροτήσει την πολιτειότητα και να επαναφέρει τον πολίτη στο κέντρο της δημόσιας ζωής ή εάν θα ολοκληρώσει τη μετάβασή του σε μια κοινωνία ιδιωτών. Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα εξαρτηθεί όχι μόνο η ποιότητα της δημοκρατίας αλλά και η ιστορική αντοχή του ίδιου του Ελληνικού πολιτισμού.

Advertisement