Πενήντα δύο χρόνια μετά την 24η Ιουλίου 1974, η επέτειος της αποκατάστασης της Δημοκρατίας πέρασε όπως περνά σχεδόν κάθε χρόνο. Περίπου 1.700 προσκεκλημένοι με τα καλά τους, μια δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο, τρεις μόλις πολιτικοί αρχηγοί, οι καθιερωμένες δηλώσεις και οι κοσμικές στήλες να καταγράφουν αφίξεις, φορέματα και πηγαδάκια.
Μόνο ο δήμος έλειπε.
Όχι ο Δήμος Αθηναίων. Ο δήμος με την αρχική έννοια της λέξης, ο λαός, από τον οποίο πηγάζουν όλες οι εξουσίες και στον οποίο, υποτίθεται, ανήκει η ημέρα.
Ας μην μπερδευόμαστε. Δεν απουσίασε από αδιαφορία, απλώς δεν υπήρχε τίποτα στο οποίο να μπορεί να συμμετάσχει.
Η δεξίωση μεταφέρθηκε λόγω της κακοκαιρίας από τον κήπο στο εσωτερικό του Μεγάρου. Έξω, το μπουρίνι χτυπούσε την Αθήνα. Ο συμβολισμός ήταν σχεδόν ενοχλητικά εύκολος. Οι προσκεκλημένοι προστατευμένοι μέσα, οι πολίτες έξω να αναμετρώνται ξανά με τις αδυναμίες του κράτους.
Αλλά ακόμη και με καθαρό ουρανό, ο λαός πάλι έξω θα έμενε.
Το ερώτημα δεν είναι γιατί δεν έγιναν ή δεν γίνονται όλα αυτά τα χρόνια φιέστες, αλλά γιατί δεν γίνεται τίποτα. Καμία μεγάλη ανοιχτή ομιλία, καμία έκθεση, καμία δημόσια συζήτηση, καμία οργανωμένη εκδήλωση μνήμης για όσους φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν και βασανίστηκαν. Καμία σοβαρή προσπάθεια να μάθουν οι νεότεροι πώς χάνεται μια Δημοκρατία, ποιοι τη ρίχνουν, ποιοι τη στηρίζουν και ποιο τίμημα πληρώνει τελικά μια χώρα.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατέθεσε στεφάνι στην προτομή του Σπύρου Μουστακλή στα πρώην κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ. Ορθώς. Πόσοι όμως γνωρίζουν σήμερα ποιος ήταν ο Μουστακλής; Πόσα παιδιά έχουν ακούσει για τον αξιωματικό που βασανίστηκε από τη χούντα και βγήκε από τα κρατητήρια με παράλυση και βαριές εγκεφαλικές βλάβες;
Η μνήμη που περιορίζεται σε ένα στεφάνι και ένα δελτίο Τύπου «φωνάζει» διεκπεραίωση.
Και όλα αυτά γίνονται σε χαλεπούς καιρούς. Πρόκειται για αντιφάσεις που αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα εάν αναλογιστεί κανείς ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομεί μια ολόκληρη «Ασπίδα για τη Δημοκρατία», μιλώντας για ανθεκτικούς θεσμούς, ελεύθερα μέσα ενημέρωσης και συμμετοχή των πολιτών. Στην Ελλάδα, η κορυφαία επέτειος της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας εξακολουθεί να οργανώνεται γύρω από έναν κατάλογο προσκεκλημένων.
Και ακόμη κι εκεί, μέσα στο Προεδρικό Μέγαρο, η ενότητα έμεινε στα λόγια. Ακούστηκε δημόσια ότι η ημέρα δεν μπορεί να γιορτάζεται μαζί με νοσταλγούς της δικτατορίας και αναθεωρητές της Ιστορίας.
Πενήντα δύο χρόνια μετά, η χώρα δεν συμφωνεί ούτε για το ποιοι χωρούν στη γιορτή της Δημοκρατίας.
Ο διχασμός παραμένει και εξακολουθεί να καθορίζει τη σχέση μας με την Ιστορία. Η 17η Νοεμβρίου παραδόθηκε στην κομματική διεκδίκηση, οι εθνικές επέτειοι στην πατριωτική ρητορεία και η 24η Ιουλίου έμεινε χωρίς λαϊκό σώμα. Μια επέτειος χωρίς ιδιοκτήτη, εκτός από εκείνους που κρατούν τις προσκλήσεις.
Η ημέρα είναι βαριά, ας μην ξεχνάμε ότι η Δημοκρατία επέστρεψε στην Ελλάδα ενώ η Κύπρος είχε ήδη οδηγηθεί στον γκρεμό από το χουντικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή. Δεν χρειάζονται, λοιπόν, πυροτεχνήματα ούτε άλλη μία αργία. Χρειάζονται μνήμη, γνώση και συμμετοχή.
Μια ημέρα που θα μπορούσε να αποτελεί αφορμή συλλογικής μνήμης καταλήγει στην ετήσια κοινωνική συνάντηση της πολιτικής τάξης και της αθηναϊκής ελίτ. Και αυτό συμβαίνει την ώρα που η εμπιστοσύνη στους θεσμούς υποχωρεί, η αποχή μεγαλώνει και όλο και περισσότεροι αισθάνονται ότι η πολιτική λειτουργεί μακριά από τη ζωή τους.
Η Δημοκρατία δεν αρκεί να γιορτάζεται πίσω από τα κάγκελα ενός Μεγάρου. Χρειάζεται να βγει ξανά στον δημόσιο χώρο, γιατί μια γιορτή για 1.700 ανθρώπους δεν ενώνει μια χώρα. Απλώς δείχνει ποιοι θεωρούν ότι τους ανήκει.
Μπορεί οι παρευρισκόμενοι να διαφωνούν ιδεολογικά. Το σουαρέ, όμως, τους περισσότερους τους βρίσκει ενωμένους. Και η μνήμη εξακολουθεί να ενοχλεί. Το συλλογικό τραύμα όσο και εάν θέλουμε να πιστεύουμε ότι έχει επουλωθεί παραμένει. Την ίδια ώρα η άρνηση κυριαρχεί. Ό,τι ενοχλεί φαίνεται ότι αποφεύγουμε να το αντιμετωπίζουμε, το πνίγουμε στη σαμπάνια και την καλή ζωή.
Και ο λαός μένει έξω. Μέχρι να πάψει να τον ενδιαφέρει τι συμβαίνει μέσα.