Στις 5 Ιουνίου 2026, ξέσπασε ένα κύμα εκποίησης μετοχών υψηλής τεχνολογίας και κατασκευαστών μικροτσίπ, με συνέπεια η χρηματιστηριακή αξία των εν λόγω εισηγμένων να συρρικνωθεί κατά 1,3 τρισ.$, περίπου, με τις συνολικές απώλειες του δείκτη S&P 500 (οι 500 μεγαλύτερες εταιρείες) να αγγίζουν τα 1,8 τρισ.$.
Η πτώση απορροφήθηκε στη συνέχεια, αν και μέσα στο καλοκαίρι υπήρξαν και άλλα περιστατικά. Την προηγούμενη εβδομάδα, η ανησυχία των επενδυτών για τις υπέρογκες δαπάνες της Alphabet (Google) για την ΤΝ (τεχνητή νοημοσύνη) και τις υποδομές της, προκάλεσε ένα ακόμα περιστατικό μαζικών πωλήσεων, και αιφνίδιας συρρίκνωσης της κεφαλαιοποίησή της: μέσα σε μια μόνον ημέρα οι «υπέροχες 7» (Alphabet, Amazon, Apple, Meta, Nvdia, Microsoft, Tesla) κατέγραψαν απώλειες ύψους 895 δισ.$.
Φούσκα ή όχι, η αλήθεια είναι ότι ο κλάδος της ΤΝ έχει μεγαλώσει πολύ. Και η συμπεριφορά του –χρηματιστηριακά, αλλά και ευρύτερα οικονομικά– είναι ήδη ανισόρροπη, ανορθόδοξη, και εν γένει απορρυθμιστική.
Εδώ αξίζει να επιστρέψουμε ξανά στην 5η Ιουνίου. Η είδηση που προκάλεσε την μαζική φυγή επενδυτών από τον κλάδο, είναι εντελώς παράδοξη εκ πρώτης όψεως: το Γραφείο Εργασίας των ΗΠΑ ανακοίνωσε για τον Μάιο ότι η δημιουργία θέσεων εργασίας πήγε καλύτερα του αναμενόμενου, και είχαν δημιουργηθεί 172.000 θέσεις πέραν του πρωτογενή τομέα.
Αυτά φυσικά είναι καλά νέα για την πραγματική οικονομία και κοινωνία –όχι απαραίτητα για τον κλάδο της ΤΝ. Η επέκταση των θέσεων εργασίας, συνεπάγεται την παραμονή των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα, ενώ ο κλάδος χρειάζεται γρήγορα, φθηνό χρήμα προκειμένου να προχωρήσει στις κολοσσιαίες επενδύσεις που σχεδιάζει κυρίως σε υπολογιστική ισχύ και ενεργειακή της υποστήριξη, στο πλαίσιο του λυσσαλέου αγώνα εκθετικής κλιμάκωσης των εργαλείων που αναπτύσσει.
Η αντίθεση ανάμεσα στην υπερένταση κεφαλαίου που διέπει την ΤΝ και της ζωντανής εργασίας είναι άκρως χαρακτηριστική. Μπορούμε να την διαβάσουμε σαν πιλότο, ή σαν μια προκταρκτική απάντηση στην όλη συζήτηση του εάν η περαιτέρω εξέλιξη των υψηλών τεχνολογιών υποκαθιστά την ανθρώπινη εργασία, και περιθωριοποιεί εν γένει τον άνθρωπο. Προς το παρόν, λοιπόν, το κάνει ήδη.
Οι Ντάρεν Ατσέμογλου και Σάιμον Τζόνσον έδειξαν στο εξαιρετικό βιβλίο τους Power and Progress ότι όπως και στους προηγούμενους κύκλους των τεχνολογικών επαναστάσεων, η καταστροφή πρότερων, προωθημένων για την ανθρώπινη εργασία ρυθμίσεων, δίνει την θέση της στον οξυμένο κοινωνικό ανταγωνισμό, ο οποίος πιέζει για την κατοχύρωση νέων, και ευνοϊκότερων για την ανθρώπινη εργασία ρυθμίσεων.
Αυτό συνέβη καθώς η 1η και 2η βιομηχανική επανάσταση, τσάκισε τους μάστορες και της συντεχνίες τους, με τους οποίους είχε συνδεθεί η έκρηξη της παραγωγικότητας καθ’ όλη την περίοδο της πρώιμης νεωτερικότητας, της ακμής των πόλεων κ.ο.κ., μεταβάλλοντάς τους στο ανέστιο προλεταριάτο που «δεν έχει τίποτε να χάσει παρά τις αλυσίδες του».
Οι σφοδροί κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες που ξέσπασαν, οδήγησαν με την σειρά τους στον φορντισμό, και στον κεϋνσιανισμό που σαν καθεστώς αναδιανομής συνδέθηκε μαζί του. Άρα σε μια νέα ρύθμιση που τρόπον τινά αναβάθμιζε και αποκαθιστούσε τον κόσμο της εργασίας. Αν και ακόμα κι έτσι, το επίπεδο αυτονομίας που απολάμβαναν οι μάστορες δεν θα αποκατασταθεί ποτέ στην γραμμή παραγωγής.
Έχουμε σήμερα κάτι αντίστοιχο, όμως; Το ζήτημα εδώ είναι ότι ο κλάδος της Τεχνητής Νοημοσύνης, παρασέρνοντας μαζί του υποδομές, ενέργεια, και υπερπροηγμένα εξαρτήματα, έχει δημιουργήσει μια συστάδα η οποία και είναι ικανή να επηρεάσει την συνολική πορεία της χρηματιστηριακής και τελικά της πραγματικής οικονομίας, ενώ λειτουργεί με τρόπο εν γένει απορρυθμιστικό, σε ταχύτητες και με ένταση άνευ προηγουμένου.
Η αξία της Nvdia (κύριος κατασκευαστής των επεξεργαστών που χρησιμοποιούνται για την αύξηση της υπολογιστικής ισχύος) και μόνον αποτιμάται πια στα 5,1 τρισ.$. Η Microsoft, στα 2,8 τρισ.$. Η αξία των 10 μεγαλύτερων εταιριών του κλάδου αξίζουν όσο το 36,4% του συνολικού δείκτη. Και δεν έχει ακόμα συντελεστή η είσοδος κολοσσών όπως η OPEN AI, ή η Anthropic.
Η βαρύτητα του κλάδου, λοιπόν, γίνεται τόσο συντριπτική όπου εμφανίζονται επιπλέον οικονομικά αξιοσημείωτα σε τέτοιες συνθήκες πίεσης/μετακίνησης των οικονομικών τεκτονικών πλακών: η γιγαντιαία κεφαλαιοποίηση, επί παραδείγματι, εταιρειών που αναμένεται να εισέλθουν στο χρηματιστήριο, όπως είναι οι δύο εταιρίες με τα πιο δημοφιλή γλωσσικά μοντέλα, προκαλεί ανησυχία ότι θα «στεγνώσουν» την υπόλοιπη αγορά. Ιδίως παραδοσιακούς κλάδους όπως είναι η βιομηχανία ή οι κατασκευές.
Οι δε ανάγκη τους σε επενδύσεις, είναι πραγματικά, ακόρεστη. Σύμφωνα με το Reuters, οι επενδύσεις του κλάδου στις υποδομές ενδέχεται να αγγίξουν ή να ξεπεράσουν για το 2026 τα 700 δισ.$. Δυσθεώρητο ποσό; Την ίδια στιγμή οι δρόμοι στην Αμερική καταρρέουν.
Πολλοί ισχυρίζονται ότι όλη αυτή η φρενίτιδα εδράζεται αποκλειστικά στις υποσχέσεις μελλοντικής υπεραπόδοσης των εργαλείων που αναπτύσσονται και άλλων που αναμένεται να αναπτυχθούν. Ίσως εδώ να κρύβεται και η ερμηνεία για τον στόμφο με τον οποίον αρκετές από αυτές τις εταιρίες υπερβάλουν για τα τεχνικά επιτεύγματά τους. Ακόμα κι όταν αυτά εγκυμονούν (ή φέρονται) να εγκυμονούν υπαρξιακούς κινδύνους.
Όπως συνέβη με την Anthropic και την τελευταία έκδοση του Claude, το Mythos, για το οποίο η ίδια η εταιρεία υποστήριξε ότι είναι ιδιαίτερα αποδοτικό στο να αποκαλύπτει τις ευπάθειες ασφαλείας σε συστήματα νευραλγικά της παγκόσμιας οικονομίας, και άρα μπορεί να αποβεί θανάσιμη απειλή στα χέρια κακόβουλων χρηστών. Ισχυρισμοί που από μόνοι τους ώθησαν την κυβέρνηση των ΗΠΑ να αναστείλει την κυκλοφορία του μοντέλου, να απαιτήσει την προσθήκη αυστηρότερων δικλείδων ασφαλείας, κι έπειτα να διανεμηθεί σε περιορισμένο κοινό αρχικώς, προτού η κυκλοφορία του αποκατασταθεί.
Ή πιο πρόσφατα με την OPEN AI, η οποία σχεδόν περιχαρής ανακοίνωσε ότι ένας «παράγοντας ΤΝ» που ανέπτυσσε, κατάφερε αυτοβούλως να εξέλθει του επιτηρούμενου περιβάλλοντός του, και να διαρρήξει μια ιστοσελίδα.
Τι απ’ όλα αυτά είναι εν τέλει αλήθεια και που κρύβεται η σπέκουλα; Είναι μόνον σπέκουλα; Σε ανύποπτο χρόνο ο Σαμ Άλτμαν της OPEN AI έχει πει ότι αυτό που επέτρεψε την κινητοποίηση τόσων πόρων, τόσων δεξιοτήτων, και όλη αυτή η καλή προαίρεση των επενδυτών ως προς την εταιρία του στηριζόταν στην διπλή υπόσχεσή της να επιτύχει την υπερνοημοσύνη, αλλά και να την ελέγξει προς το συμφέρον της ανθρωπότητας.
Υπάρχει εδώ κάτι που ξεπερνάει την συνήθη ερμηνευτική διελκυστίνδα –αυταπάτες και θαύματα. Κινητήρας ανόδου στην προκειμένη περίπτωση καθίσταται η ίδια η ανθρωπολογική, κοινωνική, οικονομική τομή. Ή μάλλον η υπόσχεσή της. Αυτό το «ανθρωπολογικό εργοστάσιο» κινητοποιεί τεράστιους πόρους, κεφάλαια, χαλιναγωγεί με την ορμή του την χρηματιστηριακή οικονομία. Η οποία αξίζει να σημειωθεί ότι κινούνταν στον αντίποδα αυτής της συνθήκης, και αντιπροσώπευε την αποθέωση του πιο αυστηρού οικονομικοκεντρισμού, όπου το χρήμα κυριαρχούσε στην πιο αφηρημένη εκδοχή του.
Γι’ αυτό και τα όρια της χρηματιστηριακής έκρηξης της ΤΝ, το αν αυτή θα εξελιχθεί σε φούσκα ή όχι είναι απολύτως πραγματικά: στις ΗΠΑ οι τοπικές κοινωνίες εκφράζουν ολοένα και πιο σθεναρή αντίθεση στην εγκαθίδρυση ενεργοβόρων data centers. Διότι μετακυλίεται το οικολογικό κόστος και η πίεση των πόρων σε αυτές. Και πρόκειται για μια στάση που ακόμα και μέσα στο κλίμα της παροξυστικής πολιτικής εχθροπάθειας και της ακραίας πόλωσης, συνενώνει την βάση και των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικάνων. Οι Ομοσπονδιακές κυβερνήσεις πιέζονται, επομένως, και μαζί τους τα δύο μεγάλα αμερικανικά κόμματα.
Ο αρπακτικός και αδηφάγος χαρακτήρας των τεχνολογικών κολοσσών αρχίζει και τίθεται υπό αίρεση. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι ο κλάδος αντλεί την γενεαλογία του από την ίδια περιοχή απ’ όπου ξέσπασε και ο πρώτος «πυρετός του χρυσού». Συζητείται λοιπόν, ότι κάτι θα πρέπει να δώσουν οι κολοσσοί αυτοί στις κοινότητες, ή γενικώς στην κοινωνία.
Ήδη ο Sam Altman της OPEN AI πρότεινε στην Αμερικανική Κυβέρνηση να μεταβιβάσει ένα 5% των μετοχών της σε αυτήν, ώστε ένα κομμάτι των μελλοντικών υπεραποδόσεων να αποκτήσει χαρακτήρα ανταποδοτικών επενδύσεων. Ωστόσο μια τέτοια εξέλιξη παραπέμπει σε πολιτικό-τεχνολογικό σύμπλεγμα, και δεν εγγυάται απαραιτήτως την αναβάθμιση του παράγοντα «κοινωνία» σε μια νέα ρύθμιση.
Σημασία εδώ είναι προς το παρόν, ότι οι κινητοποιήσεις της κοινωνίας βρήκαν το «αδύνατο σημείο» των κρίκων στο ολιγοπώλιο της ΤΝ, είναι η απόλυτη εξάρτησή της από τα κέντρα δεδομένων. Και ότι η πίεση αυτή μάλλον θα οδηγήσει σε δομικές μεταρρυθμίσεις, άγνωστης προς το παρόν κατεύθυνσης.
Το έτερο παράδειγμα που απειλεί να εκτροχιάσει τον δυναμισμό του κλάδου είναι η… Κίνα. Που χαράσσει τον δικό της δρόμο προς την ΤΝ. Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα της, προσπαθούν να παρακάμψουν στους φραγμούς στους επεξεργαστές υπολογιστικής ισχύος που θέτουν οι ΗΠΑ, γι’ αυτό κινούνται σε εντελώς διαφορετική λογική, εξοικονόμησης ενέργειας και υπολογιστικών αναγκών ταυτοχρόνως. Έτσι καθιερώνουν νέες καινοτομίες εξοικονόμησης, την ίδια στιγμή που παριστάνουν τα «ανοιχτά» (γιατί αυτό τους επιτρέπει να «κλέβουν» τα δεδομένα όλων των χρηστών, την ίδια στιγμή που το πανοπτικό του κινεζικού κράτους λογοκρίνει κατά το δοκούν). Η επιτυχία της Κίνας, που μεταξύ άλλων στηρίζεται και στην πολυτέλεια να μην νοιάζεται για πράγματα που στις ΗΠΑ έχουν ακόμα σημασία (για παράδειγμα, η διαμάχη για ένα data center θα κατέληγε εκεί στον εκτοπισμό της κοινότητας και όχι στην καθυστέρηση ή ματαίωση κατασκευής του), θα κρίνει μεταξύ άλλων αν σκάσει η φούσκα της ΑΙ ή όχι.
Φυσικά το ερώτημα έπειτα απ’ όλα αυτά είναι το τι εν τέλει θα γίνει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο κοινωνικός και πολιτικός ανταγωνισμός γύρω από τις κατευθύνσεις και τον χαρακτήρα που θα λάβει η εξέλιξη των υψηλών τεχνολογιών έχει ξεκινήσει για τα καλά. Και θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα επίδικα της περιόδου που έρχεται. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται, δε, ότι το ζήτημα θα παίξει ιδιαίτερο ρόλο κατά τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές, ενώ μπορεί να αποβεί και ρυθμιστής στις επόμενες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ.
Η δε χαλιναγώγηση του αρπακτικού και αδηφάγου χαρακτήρα των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών –γιατί αυτό είναι το επίδικο– δημιουργεί και περιθώρια στην Ευρώπη να χαράξει την δική της διακριτή εκδοχή των τεχνολογιών αυτών. Κάτι που είναι απαραίτητο για την αυτονομία της. Λόγω δε του πολιτιστικού υπόβαθρου της Γηραίας Ηπείρου, η εκδοχή αυτή ρέπει εν τοις πράγμασι περισσότερο προς τον ουμανισμό και τον κοινωνικεντρισμό. Αρκεί, βέβαια, να μην πετάμε οι ίδιοι στα σκουπίδια το υπόβαθρο. Ίδωμεν.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση η εποχή των πολιτικών συγκρούσεων για την τεχνητή νοημοσύνη έχει ξεκινήσει.